Το δειλινό άνοιξε, μεγάλωσε. Αλλοι νιώθουν ευφορία, άλλοι μελαγχολικοί. Φθινόπωρο και άνοιξη, μεταβατικές εποχές. Λες και βγαίνουν όλα τα ανεκπλήρωτα που ζητούν να εκπληρωθούν. Για κάτι θέλουν να μας προετοιμάσουν αυτές οι περίοδοι. Πέρασμα σε κάτι πιο οριστικό; Σε μια απόφαση ίσως; Πάντως γεγονός είναι πως χειμώνα και καλοκαίρι δύσκολα αλλάζουμε τη ζωή μας. Πολύ κρύο για να «μετακομίσουμε», πολλή ζέστη για να σκεφτούμε σοβαρά όταν έξω η φύση λέει έλα να χαρείς τον ήλιο και τη θάλασσα.
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει λοιπόν κι αυτός να βρει το μέρος που οι ήχοι της πόλης δεν φτάνουν, εκεί που ακούγονται μόνο τα πουλάκια. Να σκεφτεί αυτά τα ανεκπλήρωτα, τα μη διαχειρίσιμα εύκολα. Σιγοτραγουδά το «τώρα που είναι άνοιξη και τα λουλούδια ανθίζουν» και ανεβαίνει προς το δάσος της Καισαριανής. Την ίδια ιδέα ή ανάγκη (;) φαίνεται πως έχουν κι άλλοι. Ηλικιωμένοι περιπατητές, ζευγαράκια, μια παρέα ώριμων γυναικών κι άλλοι συλλογισμένοι, μόνοι. Και να που το δάσος έγινε καταφύγιο τούτες τις μέρες της μετάβασης από τη μια εποχή στην άλλη. Κάτω από το βουνό, τα κτίρια φαίνονται σαν μικρές κυψέλες που εργάτριες μέλισσες μαζεύουν… Τι μαζεύουν άραγε; Αναρωτιέται. Χρήματα; Και γιατί δεν είναι τόσο γλυκά σαν το μέλι; Θα μου πεις, το μέλι πάλι προϊόν της φύσης είναι. Ενώ τα χρήματα… ποτέ δεν φτάνουν και μια πίκρα, όσο να ’ναι, αφήνουν στο στόμα. Κάτι θυσίασες για να τα βγάλεις. Αυτός θυσίασε κυρίως χρόνο. Το ζήτημα που τον απασχολεί, λοιπόν, αυτό το ωραίο δειλινό που πήρε τα βουνά, είναι αν αυτός ο χρόνος ήταν χαμένος.
Το σκέφτεται πολύ τώρα τελευταία, ίσως γιατί σε λίγο πατάει τα πενήντα. Κι αν είναι να κάνει κάτι, πρέπει να το κάνει τώρα που του μένουν κάποια χρόνια ακόμα να χαρεί. Ο Προυστ όταν έγραφε τον «Ξανακερδισμένο χρόνο» έλεγε πως «οι πιο μεγάλοι μας φόβοι, όπως και οι πιο μεγάλες μας ελπίδες, δεν ξεπερνούν τις δυνάμεις μας και μπορούμε να καταφέρουμε να κυριαρχήσουμε πάνω στους πρώτους και να πραγματοποιήσουμε τις δεύτερες…». Το θέμα που φοβάται πιο πολύ είναι αυτή η νέα αρχή. Κι αυτός αισθάνεται «Too old to rock ’n’ roll, too young to die!» (Πολύ μεγάλος για ροκ εν ρολ, πολύ νέος για να πεθάνει). Βλέπει γύρω του τους άλλους επισκέπτες του «καταφυγίου». Τι να σκέφτονται άραγε; Τα νέα παιδιά πώς να ξεκινήσουν και οι μεγαλύτεροι πώς να ξαναξεκινήσουν;
Βραδιάζει σιγά σιγά, λες και κάποιος σφύριξε αποχώρηση, βγαίνουν όλοι προς τον δρόμο που οδηγεί προς την πόλη. Είναι ευχάριστη η κατηφόρα αυτή. Κάνει την επιστροφή πιο εύκολη. Η γνώριμη οικειότητα των δρόμων, η δύναμη της συνήθειας μιας ολόκληρης ζωής, αναβάλλει τις αποφάσεις του. Στο πίσω μέρος του μυαλού του «το καταφύγιο» υπάρχει σαν ξέφωτο. Ειδικά τις μεταβατικές εποχές της ανοίξεως και του φθινοπώρου.
