Το 1969, ο τότε νεοεκλεγείς Σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Βίλι Μπραντ αποφάσισε να πει στους συντοπίτες του κάτι που καθόλου δεν τους άρεσε: τους είπε ότι αντιθέτως προς τα πιστεύω τους η Γερμανία δεν είναι μία και δεν είναι ομοσπονδιακή. Τους κάλεσε δε να αναγνωρίσουν ότι υπάρχει και μια άλλη Γερμανία, η Λαϊκή Δημοκρατία, προς την οποία δεν πρέπει να αισθάνονται ξένοι και η οποία, ανεξαρτήτως από το τι αισθάνεται ο κάθε Γερμανός, υφίσταται ως κράτος.
Οι πρώτοι που κατήγγειλαν την απόφαση του Βίλι Μπραντ ήταν οι Χριστιανοδημοκράτες για τους οποίους η μόνη Γερμανία που είχε το δικαίωμα να υπάρχει ήταν η δυτική Ομοσπονδιακή, ενώ η ανατολική δεν ήταν παρά ένα γερμανικό έδαφος υπό ξενική κατοχή. Για τη γερμανική Δεξιά της δεκαετίας του 1960 η ενοποίηση της Γερμανίας ήταν πρωταρχικός στόχος και θεμέλιος λίθος της ιδεολογίας της. Δήλωνε δε πεπεισμένη ότι η ενδεχόμενη αναγνώριση της Ανατολικής Γερμανίας ως κρατικής οντότητας από τη Δυτική θα έθαβε άπαξ διά παντός την ελπίδα της ενοποίησης στο άδηλο μέλλον.
Ετσι το 1970, όταν το θέμα έφθασε στην Bundestag, οι Χριστιανοδημοκράτες της CDU έκαναν κάτι που ουδόλως συνηθίζεται στη Γερμανία. Κατέθεσαν πρόταση μομφής. Γνώριζαν βεβαίως πως η πλειοψηφία της κυβέρνησης του Βίλι Μπραντ ήταν οριακή, στη μία ψήφο. Ωστόσο η πρόταση μομφής απορρίφθηκε συγκεντρώνοντας 247 ψήφους έναντι 249 που ήταν η απόλυτη πλειοψηφία.
Στη συνέχεια ήλθε προς κύρωση στην Bundestag η συμφωνία για την αναγνώριση της Ανατολικής Γερμανίας. Παρά το γεγονός ότι η CDU επέλεξε την οδό της αποχής από την ψηφοφορία, η συμφωνία δεν υπερψηφίστηκε από την απόλυτη πλειοψηφία του Σώματος, συγκεντρώνοντας 248 ψήφους, δηλαδή μία λιγότερη. Αν ήθελε η CDU μπορούσε εκείνη τη στιγμή, εγείροντας αντίρρηση, να εμποδίσει την κύρωση της συμφωνίας. Δεν το έπραξε, ανοίγοντας νέους δρόμους για την έκβαση τόσο του γερμανικού ζητήματος όσο και του Ψυχρού Πολέμου.
