ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Στρατής Δούκας και το «Ημερολόγιο ενός αιχμαλώτου»

Ηταν Μάρτιος του 1982 όταν προβλήθηκε από την τηλεόραση ένα «Παρασκήνιο» (σκηνοθεσία Τάκης Χατζόπουλος, ρεπορτάζ του υπογραφόμενου) αφιερωμένο στον Στρατή Δούκα, δημιουργό του ολιγοσέλιδου βιβλίου «Το ημερολόγιο ενός αιχμαλώτου», από τις πιο αυθεντικές μαρτυρίες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Τον συναντήσαμε σ’ ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο, συντροφιά με τη σύζυγό του Δήμητρα Δούκα. Αργότερα τους συνάντησα, για λογαριασμό της «Ελευθεροτυπίας», σ’ έναν οίκο ηλικιωμένων στα Πατήσια, ταλαιπωρημένους μεν αλλά με καλή διάθεση.

Δυστυχώς, τόσο για τη μία όσο και για την άλλη συνάντηση, δεν βρήκα κάτι απ’ ό,τι ειπώθηκε στα χαρτιά μου, εκτός από μερικά βιβλία τους που μου χάρισαν, συμπεριλαμβανομένου κι ενός της Δήμητρας Δούκα (που προφανώς ζούσε υπό τη σκιά του συζύγου της), μια καλογραμμένη μαρτυρία για τον Δεκέμβρη του 1944, με τίτλο «Ο πόνος και το αίμα των αδελφών μου» (εκδ. Κάλβος, 1981).

Για το ζεύγος Δούκα, ωστόσο, έχω εικόνες και πριν από τη δικτατορία, στις πολιτικοπνευματικές συνάξεις του Μάρκου Αυγέρη και της Ελλης Αλεξίου, στο διαμέρισμά τους στην οδό Αλωπεκής στο Κολωνάκι. Εκεί, πνευματικοί άνθρωποι της Αριστεράς, μεταξύ των οποίων και οι Δούκα, συζητούσαν και σχολίαζαν τα τρέχοντα πολιτικά και πολιτιστικά, ώσπου προέκυψε η χούντα… Ο Δούκας έφυγε από τη ζωή στις 26 Νοεμβρίου 1983, στα 88 του – ήγουν πριν από 35 χρόνια, εξ ου και η παρούσα μνεία.

Πριν από 50 χρόνια

Πεζογράφος, δοκιμιογράφος, ζωγράφος, θεωρητικός της τέχνης, ο Δούκας γεννήθηκε στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο των Κυδωνιών, φοίτησε στη Νομική του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παράλληλα ενδιαφέρθηκε για τη λαογραφία, τη βυζαντινή ζωγραφική και τη λαϊκή τέχνη. Εθελοντής στον στρατό από το 1916 ώς το 1923, συντοπίτης και συνεργάτης με τους ζωγράφους Φώτη Κόντογλου και Σπύρο Παπαλουκά, αλλά και μαζί με τον Στράτη Μυριβήλη σε πολιτιστικές δραστηριότητες, στέλεχος σε πολλά έντυπα, αλλά και στο ΕΑΜ στην Κατοχή, με συνέπεια να υποστεί διώξεις.

Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1929 (πριν από κοντά 90 χρόνια), προδημοσιεύοντας την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» στην εφημερίδα «Πρωία», εισπράττοντας πολλά εγκώμια. Ακολούθησαν και άλλα βιβλία. Διαβάζω στο «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (εκδ. Πατάκη): «Ο Δούκας, χωρίς να είναι ο πρώτος που χρησιμοποιεί αναδημιουργικά τον λαϊκό λόγο, είναι ασφαλώς εκείνος που τον μετέτρεψε σε κύριο τρόπο έκφρασής του». Ο Δούκας, ωστόσο, σε συνέντευξή του (στον Νίκο Λαγκαδινό, εφημερίδα «Εξόρμηση», 1981) δεν φαίνεται να ικανοποιείται από επαίνους: «Επί πενήντα χρόνια η “Ιστορία ενός αιχμαλώτου” ακούει επαίνους μέχρι υπερβολής, αλλά κριτική δεν της έχει γίνει». Οσον αφορά το περιεχόμενο του βιβλίου, ο ίδιος στον πρόλογο το αποκαλεί «ωραίο λαϊκό λουλούδι του Λόγου», εξηγώντας στη συνέχεια γιατί το προσφέρει:

«Μονάχα οι ηλίθιοι και οι νεκροί έχουν δικαίωμα να λησμονούν, μα όσοι έχουν την πνοή της ζωής μέσα τους οφείλουν να θυμούνται για να στοχάζουνται και να συχωρούν. Η μνήμη είναι εκείνη που δίνει θροφή στο πνεύμα και στην καρδιά. Η μνήμη είν’ ένα ωραίο καθήκον μέσα στη ζωή […] μην αφήνετε να χάνεται ό,τι είναι τόσο ακριβά πληρωμένο».

«Δεύτερο» χέρι…

Κι ας θυμίσω, τελειώνοντας, ότι βιβλία γνωστών λογοτεχνών –τα καλύτερά τους ίσως– αποδίδονται από τους ίδιους σε άλλους. Πιο συγκεκριμένα, αρχίζοντας από το βιβλίο του Δούκα:

■ Η «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» είναι αφήγημα ενός Μικρασιάτη που γνώρισε ο Δούκας το 1928 σ’ ένα προσφυγικό χωριό στην Κατερίνη, ονόματι Νικόλας Καζάκογλου, ο οποίος μάλιστα υπογράφει στο τέλος το κείμενο.

■ «Η ζωή εν τάφω» του Στράτη Μυριβήλη αποδίδεται σ’ έναν λοχία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Αντώνη Κωστούλα (από τους νεκρούς του πολέμου) – ένα χειρόγραφο ημερολόγιο, καταχωνιασμένο σ’ ένα μπαουλάκι εκστρατείας.

■ Τα «Ματωμένα χώματα» της Διδώς Σωτηρίου ανήκουν σ’ έναν Μικρασιάτη αγρότη, ονόματι Μανώλης Αξιώτης: «…ήρθε και με βρήκε και μου έδωσε ένα τεφτέρι με τις αναμνήσεις του».

■ Το «Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη» του Θανάση Βαλτινού είναι: «…ένα κομμάτι από τη ζωή του, μερικά τα είχε γράψει ο ίδιος, άλλα μου τα διηγήθηκε».

Στο πλαίσιο

Ποιο το περιεχόμενο και η αντοχή των υποθηκών που άφησε η εξέγερση του Πολυτεχνείου; αναρωτιόμουν το περασμένο Σάββατο. Είναι δυνατό να έχει σχέση με αυτούς που απέτρεψαν την κατάθεση στεφάνου στο μνημείο σε μέλη της κυβερνητικής παράταξης, μερικοί από τους οποίους είχαν λάβει μέρος και στην εξέγερση; Φαίνεται πως είναι, για κάποιους που πιστεύουν πως είναι ιδιοκτήτες. Τι να πρωτοαντέξει κι αυτή η έρμη η δημοκρατία;

Παρακολουθώ κάποιες ενδιαφέρουσες ραδιοφωνικές εκπομπές –μερικές μάλιστα από τις οποίες απαιτούν κόπο– και αναρωτιέμαι ποιοι τις ακούνε σ’ αυτή την πολυφωνία. Το ίδιο και μερικά κείμενα. «Φοβάμαι ότι μιλάμε στην έρημο», έλεγε προβληματισμένος συζητητής. Και ο παρήγορος λόγος του Καζαντζάκη: «Χρέος του ανθρώπου είναι να μιλάει, ακόμα και στην έρημο»… (Ο ίδιος πάντως δεν μιλούσε στην έρημο.)

(Μπορεί να είναι και συνέχεια του προηγούμενου): «Ποιοι από εσάς θέλουν να γίνουν δημοσιογράφοι;» ρώτησε τους μαθητές φιλοξενούμενος δημοσιογράφος σε σχολική εκδήλωση σχετική με την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Κανένα παιδί δεν απάντησε. Και γιατί ν’ απαντήσει, αφού όλοι, λίγο πολύ, με τα τόσα ηλεκτρονικά παράθυρα και τις πόρτες που έχουν ανοιχτεί αισθάνονται δημοσιογράφοι;

Πάει και ο Γιώργος Σκούρτης, θεατρικός συγγραφέας, που είχε την τύχη να ξεκινήσει από το Θέατρο Τέχνης, πεζογράφος, ποιητής, στιχουργός διαχρονικών τραγουδιών, χωρίς μεγάλες παρτίδες με τη δημοσιότητα. Και ακόμα, άνθρωπος με χιούμορ, της καλής ζωής – παλιά παρέα, που απαιτούσε αντοχές να τον ακολουθείς.

ΚΑΙ… Οίδασι ή δεν οίδασι τι ποιούσι;