Με το που μπήκα στο σπίτι, έβαλε να ψιχαλίζει [άρχισε να ψιχαλίζει, έπιασε να ψιχαλίζει… Ο Γιώργος Παπακυριακόπουλος, φιλόλογός μας στο Γυμνάσιο, ευαίσθητος παρ’ όλη την αυστηρότητά του και ποιητής, αυτός που μ’ έβαλε στην περιπέτεια της γλώσσας, θα το ήθελε: πήρε να ψιχαλίζει. Θυμάμαι το παράδειγμά του: πήρε να βραδιάζει…].
Με τυχαία, ημερολογιακή, αφορμή θυμήθηκα το καλοκαίρι («Κάτι χρωστάμε και στους δασκάλους μας», 29/6) έναν ακόμα καθηγητή μας· μαθηματικός αυτός, στις μικρές τάξεις· όταν περάσαμε στις μεγάλες, είχαν κάπως ατονήσει οι πολιτικοί διωγμοί και έγινε καθηγητής στο Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης. Αυδής, το επώνυμο. Δεν θυμόμουν όνομα.
Ακριβώς την επομένη, 30/6, πληροφορήθηκα το όνομά του από email του τότε φοιτητή του, πολιτικού μηχανικού σήμερα στη Θεσσαλονίκη, Γιώργου Μεταξά: «[…] Θέλησα να σας γράψω για την αγαπημένη θύμηση του δάσκαλου Γιάννη Αυδή (Γιάννη – σας θυμίζω το όνομα). Τον γνώρισα στο Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης, όπου σαν σπουδαστής πολιτικός μηχανικός τον είχα δάσκαλο, 1961-1963. Ηταν επιμελητής (τότε – αργότερα έγινε καθηγητής) στην έδρα Προβολικής Γεωμετρίας. Ηταν, όπως τον χαρακτηρίζετε, ιδιοφυής μαθηματικός, “ασκητικά” αφοσιωμένος (ερωτικά εμμανής – θα έλεγα) στα Μαθηματικά. Εχω ζήσει μαζί του (επί ένα χειμώνα τον βοηθούσα στα διορθώματα της εργασίας που εκπονούσε για να πάρει την έδρα) και η ανάμνησή του μου έμεινε ανεξίτηλη […]».
Μια-δυο μέρες μετά, το όνομα του Αυδή μού υπέδειξε και ο συμμαθητής μου Βασίλης Τραγόπουλος, οφθαλμίατρος. Τα αφιερώνω αυτά στους συμμαθητές μου, με κάποιους από τους οποίους απόψε θα τα θυμηθούμε σε ταβερνάκι των Αμπελοκήπων. Ευτυχώς, με λίγους… απόντες. Δυστυχώς, ανάμεσά τους και ο… απουσιολόγος μας, Λεωνίδας Κοντογιάννης, δικηγόρος, μαέστρος στο σβήσιμο απουσιών! Επρεπε η «Αλάσκα» και το «Ροζικλαίρ» –«ιερά» σινεμά των σκασιαρχείων μας– να του είχαν αναρτήσει τιμητική πλακέτα!
