Δημιουργία, εύστοχη επιλογή και σωστή παρουσίαση όπερας για παιδιά συνιστούν πολυδιάστατο, δυσεπίλυτο πρόβλημα καθώς κρέμονται από σύνθετους και αστάθμητους παράγοντες. Το απέδειξε πρόσφατα το ανέβασμα της «Πριγκίπισσας με το μπιζέλι» του Ερνστ Τοχ (1887-1964) από την ΕΛΣ (25/11/2018).
Βασισμένη στο πασίγνωστο παραμύθι του Αντερσεν, σύγχρονη των διάσημων συνεργασιών των Μπρεχτ-Βάιλ, η όπερα για παιδιά του Αυστροεβραίου συνθέτη πρωτοπαρουσιάστηκε στο Μπάντεν-Μπάντεν της Γερμανίας το 1927 και απηχεί ιδέες και μουσική αισθητική του ιδεολογικού περιβάλλοντος της βραχύβιας Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.
Ευφυής, αρμονικά, ορχηστρικά πλούσια, ευρηματική, άρρηκτα γειωμένη χωροχρονικά, η μοντερνιστική γραφή της (α λα Σρέκερ, Χίντεμιτ, Σούλχοφ κ.λπ.) εκτιμάται σήμερα κυρίως από ενήλικες με ευρεία μουσική καλλιέργεια˙ εκ των πραγμάτων, 90 χρόνια μετά, τα παιδιά διαθέτουν τελείως διαφορετικά –μη ιστορικά– ακούσματα, εμπειρίες, δεκτικότητα και ικανότητα ανάγνωσης.
Στην οικονομία των εντυπώσεων κυριάρχησε η σφαιρικά φροντισμένη, ιδιαίτερα καλαίσθητη συνολική σκηνική εικόνα! Το εκθαμβωτικά αλλ’ ισορροπημένα πολύχρωμο σκηνικό του Πέτρου Τουλούδη όρισε αβίαστα, με οικονομία και σαφήνεια, τόπους και καταστάσεις σε μια πλούσια εικαστική γλώσσα που παράλληλα προς την ιστορικά εμπνευσμένη μορφολογική πολυαναφορικότητά της (σουρεαλισμός, φουτουρισμός, κονστρουκτιβισμός κ.λπ.) ερέθισε με αδιαμεσολάβητη αμεσότητα στην πρόσληψη των παιδιών και το φαντασιακό των ενηλίκων.
Σε επακριβώς συγκλίνον στίγμα κινήθηκαν τα «φουτουριστικά», καρατερίστικα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, οι θεατρικά χειριστικοί φωτισμοί της Βαλεντίνας Ταμιωλάκη, η απολαυστικά κωμική εξπρεσιονιστική χορογραφία του «σπαστικού» χορού των ανδρεικέλων/ υπηκόων και η εύγλωττα τονισμένη εκφραστική/αναπαραστατική κινησιολογία των μονωδών από την Αποστολία Παπαδαμάκη.
Στοχεύοντας σωστά στην αμεσότητα πρόσληψης από τα παιδιά, το έργο δόθηκε σε ελληνική μετάφραση του αρχιμουσικού της παράστασης Νίκου Βασιλείου, που, όμως δεν λειτούργησε πάντα με την αναμενόμενη ευκολία˙ αυτό οφειλόταν τόσο στη μέτρια εκφορά των ελληνικών από τους μονωδούς, όσον και στη συνεκφορά λόγου και ορχηστρικής συνοδείας. Το έργο τραγούδησε γενικώς καλά η επταμελής ομάδα μονωδών (Τσαντίνης, Φωτεινοπούλου, Καλύβας, Μαυρογένης, Μπερής, Συγγενιώτου, Ασημακοπούλου).
Θαυμάσια έπαιξε υπό τον Βασιλείου το έκτακτο 28μελές ορχηστρικό σύνολο, τον ήχο του οποίου εκτιμήσαμε ιδιαίτερα στα σύντομα ορχηστρικά και χορογραφικά ιντερλούδια. Επιτυχημένη ήταν επίσης η 14μελής ομάδα Σπουδαστών της Ανώτερης Επαγγελματικής Σχολής Χορού της ΕΛΣ. Συγκεφαλαιωτικά; Μια εικαστικά πανέμορφη, σύγχρονη παράσταση για παιδιά με ένα –για μουσικοϊστορικούς λόγους– μάλλον απαιτητικό ηχητικό μέρος.
Στιγμές κεντροευρωπαϊκού ρομαντισμού
Παρ’ ελάχιστον ανεπιφύλακτα απολαυστική ήταν η συναυλία που έδωσε η ΚΟΑ υπό τον καλλιτεχνικό της διευθυντή, Στέφανο Τσιαλή, στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής (23/11/2018). Το πρόγραμμα περιλάμβανε δύο έργα αντιπροσωπευτικά των κυρίαρχων τάσεων του κεντροευρωπαϊκού ρομαντισμού: ένα κοσμοπολίτικης αισθητικής κοντσέρτο και μια εθνικοσχολικών φορτίσεων Συμφωνία.
Η συναυλία ξεκίνησε με το «Διπλό κοντσέρτο για βιολί, τσέλο και ορχήστρα», ένα από τα πιο λυρικά έργα του Μπραμς. Συνέπραξαν ο βιολιστής Αρσένης Σελαλμαζίδης και ο τσελίστας Αστέριος Πούφτης. Η εκτέλεση άφησε άνισες εντυπώσεις λόγω της συχνής, φανερής απόκλισης σε ερμηνευτικές προσεγγίσεις και ποιότητα ήχου μεταξύ των δύο μουσικών.
Γεννημένος στη Ρωσία λίγο πριν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ, με σπουδές σε Ελλάδα, Γερμανία και Ελβετία, ο πολυβραβευμένος 28χρονος βιολιστής διέθετε μεγάλο, τονικά ασφαλή ήχο, παίξιμο γεμάτο αυτοπεποίθηση, με ωραία φραστική υποστηριζόμενη από άριστη αντίληψη του ύφους της μουσικής. Κορυφαίος Β΄ στα τσέλα της ΚΟΑ από το 2003, ο 40χρονος Θεσσαλονικιός Αστέριος Πούφτης –δίχως να φανεί πουθενά ότι δυσκολεύεται–έπαιξε με ενίοτε υποτονική έκφραση και, κυρίως, με τονικά όχι αψεγάδιαστο ήχο, γεγονός που –ιδιαίτερα στα γρήγορα, αθλητικής άρθρωσης ακραία μέρη– γινόταν αισθητό στους συχνούς διαλόγους των δύο οργάνων.
Ωραία, με πλατιά, ρευστή φραστική και στρωτό λικνιστικό βηματισμό κύλησε το μεσαίο, λυρικό «Andante». Με ταιριαστά υπογραμμισμένη, ευγενή έκφραση, δυναμική και προσεκτική, η διεύθυνση του Τσιαλή λειτούργησε αβίαστα και υποστηρικτικά προς τους δύο σολίστες. Η συναυλία ολοκληρώθηκε με τη «Συμφωνία αρ.5», μία από τις πιο ευφρόσυνες και χαρούμενες συνθέσεις του Ντβόρζακ.
Δοσμένη από τον καλλιτεχνικό διευθυντή της ΚΟΑ με αμεσότητα, σαφώς διαπλασμένη φραστική, ρυθμικό σφρίγος και καλή αντίληψη των μεγεθών της γεμάτης μελωδικές εξάρσεις μουσικής δραματουργίας, η μουσική έρρευσε αβίαστα και απολαυστικά, χαρίζοντας ένα μισάωρο πολύ χρειαζούμενης ξενοιασιάς και ανάτασης!
