ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παναγιώτης Λύγουρης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κάθε που μας χτυπά την πόρτα μια πολωτική αφορμή -και το κάνει ομολογουμένως με εξαιρετική συνέπεια τα τελευταία χρόνια- θυμάμαι μια παιδική ερώτηση. Από ’κείνες που σου μένουν στο μυαλό για την τόσο προφανή απάντησή τους. Τόσο προφανή, που δεν μπορούσες να τη σκεφτείς πριν φτάσεις στους γονείς. Οι αφορμές πληθαίνουν τελευταία μάλλον δυσανάλογα με τις ανάλογες ειδήσεις. Οχι πως δεν πληθαίνουν και αυτές, αλλά σαν οι πρώτες να ξεπηδούν και από καταστάσεις που κάποια χρόνια πριν δεν θα φανταζόταν κανείς. Η ερώτηση που θυμάμαι παραμένει η ίδια.

Είχε να κάνει με την παιδική περιέργεια. Στους δρόμους τής τότε καθημερινότητας, συχνά οι τοίχοι έσταζαν φρεσκοβαμμένη μπογιά. Δεν ήταν «του δρόμου» του Λοΐζου, σχολικά οικεία και γνώριμη, αλλά μια μπογιά βίαιη, ρατσιστική, μελανή -όχι μαύρη-, που κλοτσούσε πάνω στην παιδική αθωότητα, σχημάτιζε περίεργα σύμβολα ή με αινιγματικό τρόπο συνέδεε τα όχι κάθε 28η Οκτωβρίου αποκλειστικά με Μεταξάδες.

Σε μια εποχή που οι περισσότεροι αγνοούσαμε ακόμα και την ύπαρξη της Χρυσής Αυγής, το παιδικό ερώτημα διαμορφώθηκε ως: «μα πόσοι είναι αυτοί που τα γράφουν όλα αυτά;» Η απάντηση του πατέρα μου, αφοπλιστικά απλή, με το πέρασμα των χρόνων ίσως και απλοϊκή: «Σε πόσους τοίχους μπορεί να γράψει ένα χέρι;» Απλοϊκή, γιατί μπορεί πολλά χέρια να μην είχαν λερωθεί με μπογιά, πολλές όμως συνειδήσεις δεν την ξέπλυναν ποτέ από πάνω τους. Συνειδήσεις που παρέμεναν σε χειμερία νάρκη, κάτω από τον μανδύα τής εκάστοτε κανονικότητας και πολιτικής ορθότητας.

Πεποιθήσεις που στερούνταν νομιμοποίησης αλλά την έβρισκαν στο εσωτερικό πολλών, οι οποίοι πλήθαιναν με τα χρόνια τις αφορμές για να τις επιβάλουν. Η κατάρρευση της συνθήκης αυτής, που σκόνταψε πάνω στην αδυναμία τους να διαχειριστούν και τη συμπαντική τους θεώρηση, τους οδήγησε σε εύκολες επαναστάσεις, σε ό,τι μπορούσαν αναίμακτα για τους ίδιους και εύκολα να πλήξουν. Το χέρι βρήκε νομιμοποίηση στα χέρια· τα χέρια ακουμπούσαν πια σε πληκτρολόγια.

Κάπως έτσι το αποτρόπαιο του θανάτου του Ζακ Κωστόπουλου κρίθηκε στο αν είχε πάρει ναρκωτικά, του Αλέξη Γρηγορόπουλου στην αναζήτηση της ιδεολογικής του αναφοράς, της Ελένης Τοπαλίδου στο αν έδωσε δικαιώματα. Κάπως έτσι αναθερμάνθηκε και η αναζήτηση, ο τοπικός προσδιορισμός των νεκρών του Πολυτεχνείου.

Με τη σύμφωνη γνώμη μιας μεγάλης πλευράς των media υπήρξε εξ αρχής πόρισμα για το Ζακ, μονταρισμένο ηχητικά βίντεο για τον Αλέξη, ασύμμετρη προβολή της προπαγάνδας και της μετέπειτα απονομής δικαιοσύνης. Σαν να αναζητείται πάντα ένα άλλοθι, από εκείνα με τη μαγική ιδιότητα να δικαιολογούν σε πρώτο βαθμό φόνους παιδιών και σε δεύτερο δικτατορίες. Και κάπου εκεί μοιάζει σαν κανείς να μην κατάλαβε τη μετατόπιση της εστίασης. Τη μετατόπιση της εστίασης μακριά από την οπτική γωνία του αυτονόητου. Της αυτονόητης μη συσχέτισης της αυτοδικίας και του φόνου με την αλλοίωση χαρακτήρα νεκρού.

Μακριά της, συνεπώς, καθίσταται μάταιη οποιαδήποτε τοξικολογική εξέταση του Ζακ, οποιαδήποτε απόδειξη ότι ο Αλέξης δεν ήταν κωλόπαιδο ή ότι η Ελένη δεν πήγαινε γυρεύοντας. Το κομμάτι της κοινής γνώμης που άφησε το παραθυράκι ανοιχτό στη νομιμοποίηση του φασισμού θα βρει ή θα εφεύρει νέα άλλοθι για την κάλυψη της νοσηρής του συνείδησης και συνενοχής.

Κάθε φορά που αναμετριόμαστε με τα κατώτερα ένστικτά μας στην προσπάθεια της προσωπικής μας τοποθέτησης απέναντι στο πρόβλημα, υπάρχουν χειρολαβές πριν την παραίτηση ή τη συνήθεια. Το ποιοι είμαστε δεν ζυγίζεται διαχρονικά αλλά συγχρονικά. Και όταν η φιλοσοφία της μέσης λύσης αποτυγχάνει είναι αναγκαία η επιλογή πλευράς. Αν ήσουν στη θέση του κοσμηματοπώλη, του Κορκονέα κ.ο.κ. υπήρχε περίπτωση να δράσεις ανάλογα; Υπήρχε περίπτωση το δικό σου χέρι να περάσει σε αυτή την πλευρά;

Η πλευρά του αυτονόητου δεν είναι μειοψηφία. Επιλέγει όμως συχνά τη σιωπή μπροστά στον τοίχο που υψώνουν οι ιδεολογικές σταθερές. Η στάση ζωής, η συλλογική συνείδηση μπορούν να αποτελέσουν το αντίβαρο. Και λίγο πριν από την παραίτηση μπορείς να δανειστείς, σε διαφορετικό βέβαια περικείμενο, τη φράση του Καζαντζάκη: «Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφαλιά μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή θα σπάσουν και τα σίδερα»

* Φιλόλογος