Υπάρχουν πολλά μυθιστορήματα με θέμα το συγγραφικό αδιέξοδο και κεντρικό χαρακτήρα έναν συγγραφέα που αγωνίζεται να πειθαρχηθεί και να δαμάσει το υλικό του, συνεπώς είναι δύσκολο κανείς να πρωτοτυπήσει. Ωστόσο η Νικόλ Κράους με το «Δάσος σκοτεινό», επτά χρόνια μετά το «Η ιστορία ενός έρωτα», μέσα από τους πειραματισμούς με τη μορφή, τη σύνθεση ιδεών περί γραφής, φυσικής, δημιουργικότητας και εβραϊκότητας –εντάσσοντας άφθονα αυτοβιογραφικά στοιχεία–, μας δίνει ένα ιδιοσυγκρασιακό μυθιστόρημα που αναμφισβήτητα διαθέτει μια αυθεντικότητα.
Η μυθιστοριογράφος/αφηγήτρια στο «Δάσος σκοτεινό» έχει ήδη γράψει κάποια επιτυχημένα μυθιστορήματα, αλλά παλεύει να βρει τρόπο να γράψει το επόμενο μυθιστόρημά της, την ώρα που βασανίζεται από αϋπνίες και ο γάμος της παραπαίει. Δεν μετανιώνει για τις επιλογές της –αγαπάει τους δυο γιους της–, ωστόσο αντιλαμβάνεται πως «κάτι που έχει ξεκινήσει ως πράξη ελευθερίας στην πορεία μετατράπηκε σε μια μορφή περιορισμού» και πως αν παραμείνει στην οικογενειακή ζωή, «η άλλη» της ζωή θα χαθεί. Τη βασανίζει η αίσθηση πως αυτή η «άλλη ζωή» συνεχίζεται κάπου ερήμην της – αίσθηση που την είχε από παιδί.
Ενα κεντρικό μοτίβο στο μυθιστόρημα είναι η διπλότητα του εαυτού, μια εμπειρία/αίσθηση που την είχε πάντα. «Η ιδέα ότι βρίσκομαι σε δυο μέρη ταυτόχρονα με απασχολεί από παλιά», σκέφτεται, επίσης, πως η ζωή της έχει καθοριστεί από μια σχεδόν μεταφυσική εμπειρία που βίωσε όταν ήταν παιδί σε ένα μέρος που δεν ήταν άλλο από το ξενοδοχείο «Χίλτον» στο Τελ Αβίβ. Εκεί τη συνέλαβε η μητέρα της, εκεί πήγαιναν με τους γονείς της διακοπές, εκεί η ίδια επιστρέφει κάθε χρόνο.
Το ξενοδοχείο αυτό έχει για εκείνη μια μυστικιστική αύρα και νιώθει πως κατά κάποιο τρόπο συνεχίζει να υπάρχει εκεί, οπότε πείθει τον εαυτό της πως εκεί θα γραφεί και το επόμενο βιβλίο της. Στο ξενοδοχείο αυτό, επίσης, σε νεαρή ηλικία είχε μια μυστικιστική εμπειρία: «Μια εμπειρία που απλώς ενίσχυσε την επίγνωσή μου ότι υπήρχε ένα άνοιγμα, ένα μικρό σκίσιμο στο υφαντό της πραγματικότητας».
Πεπεισμένη πως εκεί θα καταφέρει να γράψει το βιβλίο της, αφήνει πίσω τη ζωή της στη Νέα Υόρκη και ξεκινάει ένα ταξίδι αυτοπραγμάτωσης που θα την οδηγήσει σχεδόν στην εξαΰλωση.
Στο Τελ Αβίβ θα συναντήσει τον Φρίντμαν, έναν καθηγητή λογοτεχνίας, που θα την παρασύρει στην αναζήτηση κάποιων κρυμμένων χειρογράφων του Κάφκα, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει τα υποθετικά βήματα του Τσέχου συγγραφέα και να φανταστεί μια εναλλακτική, «μεταθανάτια» ζωή για αυτόν στο Ισραήλ.
Στα ενδιάμεσα κεφάλαια μεσολαβεί η τριτοπρόσωπη αφήγηση του Τζουλς Επστιν που καταφεύγει κι αυτός από τη Νέα Υόρκη στο «Χίλτον» του Τελ Αβίβ – υποψιαζόμαστε πως πρόκειται για τον χαρακτήρα που πλάθει η συγγραφέας, καθώς παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με εκείνη και σε σημεία διακρίνουμε τις δικές της εμπειρίες να περνούν στο βιογραφικό του.
Ο Επστιν έχει χαθεί από προσώπου γης, έχει μόλις πάρει διαζύγιο, έχει χάσει τους γονείς του και έχει υποστεί μια σταδιακή μεταμόρφωση καθώς στα εξήντα οκτώ του μοιάζει να απαρνιέται τον εαυτό του και όλα όσα κατόρθωσε σε όλο το διάστημα της ζωής του. Επίσης, βιώνει κι αυτός μια μυστικιστική εμπειρία στο «Χίλτον» και έπειτα στην έρημο.
Το «Δάσος σκοτεινό» είναι ένα βιβλίο για τη μεταφυσική διάσταση της γραφής, για την ανάγκη υπέρβασης κάθε ορίου προκειμένου να δημιουργηθεί κάτι καινούργιο, το θάρρος και την αυταπάρνηση που χρειάζεται για να παραδοθεί στον κόσμο αυτό που αρχικά δεν είναι παρά το σπέρμα μιας ιδέας. «Ολοένα και περισσότερο ένιωθα ότι στα γραπτά μου τα τεχνάσματα της επινόησης υπερτερούσαν της αλήθειας, ότι το κόστος τού να αποδίδεις μορφή σε αυτό που κατά βάση είναι άμορφο ήταν ανάλογο με το κόστος τού να δαμάζεις το πνεύμα ενός ζώου που στην αντίθετη περίπτωση είναι πολύ επικίνδυνο για να ζήσεις μαζί του».
Είναι, επίσης, ένα ιδιοσυγκρασιακό φιλοσοφικό μυθιστόρημα με σελίδες που σε καθηλώνουν και πρέπει να επιστρέψεις πολλές φορές, όχι μόνο για να τις κατανοήσεις αλλά και για να τις αισθανθείς, καθώς φαίνεται πως η συγγραφέας για να το γράψει πρέπει να πέρασε κάποια όρια.
Σαφώς και μια τέτοια υπέρβαση δεν συνεπάγεται αυτόματα την τελειότητα: ο ρυθμός της αφήγησης χωλαίνει μετά την άφιξη της συγγραφέως στο Τελ Αβίβ, όπου κατά τη διάρκεια ενός παρατεταμένου στοχασμού πάνω στο έργο του Κάφκα, τη δίκη για τα κρυμμένα χειρόγραφα και τη συζήτηση τού κατά πόσον αυτά είναι εθνικό αγαθό ή προσωπική ιδιοκτησία, το κείμενο βρίσκεται να φλερτάρει επικίνδυνα με το ακαδημαϊκό δοκίμιο. Ωστόσο είναι αυτές οι απρόβλεπτες διακυμάνσεις και οι παρεκτροπές που καθιστούν το μυθιστόρημα άξιο πολλών αναγνώσεων και του προσδίδουν την «αυθεντικότητά» του.
