«Ο πατέρας μου θα ήταν πολύ περήφανος που ήρθα στην Αθήνα καλεσμένος και από την αμερικανική πρεσβεία. Ηταν μεγάλος πατριώτης, είχε μανία με την Ελλάδα, ακόμα και το ιστιοπλοϊκό του “Yassou” το είχε βαφτίσει. Την ίδια στιγμή, όμως, ήταν και περήφανος Αμερικανός πολίτης».
Δεκαπέντε περίπου χρόνια είχε να έρθει στην Ελλάδα ο Τζέφρι Ευγενίδης, ο κορυφαίος αυτός και πολύ δημοφιλής Αμερικανός συγγραφέας, γεννημένος το 1960 στο Ντιτρόιτ, αλλά με μικρασιατικές ρίζες από την πλευρά του πατέρα του.
Αλλωστε στο πιο διάσημο και επιδραστικό μέχρι τώρα μυθιστόρημά του, το «Middlesex», βραβείο Πούλιτζερ του 2003 και παγκόσμιο μπεστ σέλερ, μας είχε χαρίσει μια από τις πιο δυνατές και συγκινητικές περιγραφές της μικρασιατικής καταστροφής στην παγκόσμια και την ελληνική λογοτεχνία -κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, όπως και όλα, τα λίγα πάντως βιβλία του, ένα περίπου κάθε μία δεκαετία.
Τώρα, που ο Ευγενίδης μάς ξανάρθε για τις εκδηλώσεις «Αθήνα 2018 – Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου», του Δήμου Αθηναίων, χάρη σε έναν γερό συντονισμό πολλών και γενναιόδωρων φορέων (Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, πρεσβεία των ΗΠΑ και εκδόσεις Πατάκη), είχε στα μπαγκάζια του το πιο πρόσφατο, περσινό βιβλίο του, τη συναρπαστική συλλογή διηγημάτων «Δελτία παραπόνων» (μετάφραση όπως πάντα της Αννας Παπασταύρου) κι ένα πιο πυκνό πρόγραμμα. Μίλησε χθες βράδυ στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής, αλλά και συνομίλησε με τις κυρίες Κάλλια Παπαδάκη και Μικέλα Χαρτουλάρη.
Πήγε, όμως, και στη Θεσσαλονίκη «για πρώτη φορά», αυτός που τόσα ταξίδια έχει κάνει στη χώρα μας, το πρώτο στα κολεγιακά του χρόνια. «Χάρηκα πολύ που έμαθα για τη ιστορία της και ιδιαίτερα τη σχέση της με τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, σαν τον παππού μου. Μεγάλωσα μέσα σε Ελληνες, δίπλα στην greek town του Ντιτρόιτ, από ελληνική εκδήλωση σε ελληνική εκδήλωση.
Η αρχαία ελληνική λογοτεχνία, που τη μελέτησα από τα πολύ νεανικά μου χρόνια, είχε μια βαθιά επίδραση στο έργο μου. Και, ακούγοντας συνέχεια ελληνικά, η γλώσσα μού είναι εξαιρετικά οικεία, αλλά δυστυχώς, ακατανόητη», δικαιολογήθηκε χθες στη συνάντησή του με τον Τύπο στο δημαρχείο της Αθήνας.
Ηταν κατά τα άλλα ομιλητικότατος, περιγραφικότατος (μέχρι που διηγήθηκε κάποια από τα διηγήματά του, όταν το ‘φερνε η ερώτηση) και, την ίδια στιγμή, συγκρατημένος σ’ αυτά που εδώ μας αρέσουν, τα πολιτικά, τα άμεσα, τα στρατευμένα.
Στο ερώτημα, για παράδειγμα, πώς του φάνηκε η «Ελλάδα της κρίσης», απέφυγε τα συνήθη επικολυρικά και, αφού δήλωσε ότι ο λίγος χρόνος του εδώ τον κάνει «διστακτικό στο να εκφέρει κάποια άποψη», είπε ότι «τα πράγματα του φάνηκαν καλύτερα από όσο περίμενε», πόσο μάλλον που, ζώντας στη Νέα Υόρκη, είναι «συνηθισμένος σε εικόνες φτωχών και αστέγων». «Ενιωσα, όμως, μια ελπίδα και μια αποφασιστικότητα να πάτε μπροστά. Παιδί του Ντιτρόιτ, που πέρασε κι αυτό από μια τεράστια κρίση, το ξέρω αυτό το αίσθημα απόγνωσης και μαζί αισιοδοξίας», είπε.
Και η Αμερική του Τραμπ; Τον ενδιαφέρει, άραγε, να την περάσει κάποια στιγμή στα γραφτά του; Στο καταπληκτικό, άλλωστε, διήγημά του «Το μεγάλο πείραμα» (γραμμένο το 2008) μιλάει, έστω και έμμεσα, για την Αμερική του Ράμσφελντ, του Αμπου Γκράιμπ και της ανεξέλεγκτης μανίας των συμπατριωτών του για πλουτισμό -το ξεκινάει μάλιστα με τη φράση «Αν είσαι τόσο έξυπνος, πώς και δεν είσαι τόσο πλούσιος;».
Στο «Μεγάλο Πείραμα» συγκρίνει «με νοσταλγία», όπως ο ίδιος είπε, την περίοδο του Μπους με την εποχή που ο Αλεξίς ντε Τοκβίλ περιέγραφε στο «Η δημοκρατία στην Αμερική», τα πρώτα βήματά των ΗΠΑ, τόσο περίεργα για τους Ευρωπαίους με τις αυλές και τις μοναρχίες τους. Τότε που «υπήρχε ισότητα ευκαιριών και εκπαίδευσης».
Παρ’ όλα τα παραπάνω σαφώς «πολιτικά», ο Τζέφρι Ευγενίδης ήταν, όμως, κατηγορηματικός. «Γράφω για ανθρώπους, η πολιτική μόνο έμμεσα περνάει στα βιβλία μου. Δεν μου αρέσουν τα μυθιστορήματα που νομίζουν ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, καλύτερη δουλειά κάνουν τα δοκίμια και ξέρω και πιο πρακτικούς τρόπους για να τον αλλάξω. Προτιμώ να καταγράφω τις τάσεις στην κοινωνία και όχι την επικαιρότητα, τον Μπρετ Κάβανο, για παράδειγμα. Σε λίγα χρόνια, δεν γράφω δα και τόσο γρήγορα, θα έχει χάσει τη δύναμή της, θα έχει παλιώσει».
Ακόμα και για τον Ντόναλντ Τραμπ ήταν μετρημένος. Ούτε επίθετα ούτε οργή. «Παρακολουθώ κάθε μέρα στις ειδήσεις τη δαιμονοποίηση της άλλης πλευράς. Νομίζω, όμως, ότι μόνο η κατανόηση θα θεραπεύσει τον διχασμό στις ΗΠΑ.
Το γεγονός ότι προέρχομαι από το Ντιτρόιτ με βοηθάει. Εζησα σε μια πόλη που είχε μεν έντονες φυλετικές εντάσεις, αλλά και σοβαρή εργατική και συνδικαλιστική παράδοση. Μεγάλωσα με όλα τα προνόμια και τις ευκαιρίες της εύπορης μεσαίας τάξης. Ολα αυτά κάποια στιγμή κατέρρευσαν. Καταλαβαίνω, λοιπόν, πώς μπορεί κανείς, όταν είναι απελπισμένος, να στραφεί, από τους Δημοκρατικούς που ψήφιζε μια ζωή, στον Τραμπ».
Κι αν ο Τζέφρι Ευγενίδης δεν πιστεύει ότι η λογοτεχνία αλλάζει τον κόσμο, ένα τουλάχιστον βιβλίο του, το «Middlesex», είχε τεράστια επίδραση στην εξέλιξη της αντίληψής μας για τη σεξουαλικότητα και την ταυτότητα φύλου. Ηταν η ιστορία όχι μόνο μιας μικρασιατικής οικογένειας στις ΗΠΑ, που έκρυβε ένα μεγάλο μυστικό, αλλά και της κόρης της, που γεννιέται και μεγαλώνει σαν Καλλιόπη, αλλά έπειτα από τεράστιο αγώνα και βάσανα γίνεται Καλ, αγόρι. Γιατί είναι ερμαφρόδιτη. Σήμερα που, ακόμα και στην Ελλάδα, έχει ο καθένας μας το δικαίωμα να χρησιμοποιεί για τον εαυτό του ό,τι προσδιορισμό φύλου νιώθει και θέλει, «αυτός», «αυτή», ακόμα και «αυτοί», η Καλλιόπη του Ευγενίδη δεν θα ήταν καν θέμα. Το παραδέχεται.
«Σήμερα δεν θα έγραφα το “Middlesex”», είπε. «Δεν υπάρχει μέρα που να μη διαβάζω στον Τύπο κάτι για την ταυτότητα φύλου. Οταν, όμως, βγήκε το μυθιστόρημά μου, κανένας δεν το καταλάβαινε, οι διεμφυλικοί, οι ερμαφρόδιτοι, οι άνθρωποι με διφορούμενα γεννητικά όργανα ήταν ταμπού. Ισως γι’ αυτό και στην αρχή δεν πούλησε καθόλου, έπρεπε να πάρω το Πούλιτζερ για να εκτιναχθεί. Εγώ, όμως, μεγαλώνοντας τη δεκαετία του ’70, επηρεασμένος από τις σεξουαλικές μεταμορφώσεις του Ντέιβιντ Μπόουι και του Λου Ριντ, αλλά και μέσα σε ένα κλίμα που ήθελε τον άνδρα επιθετικό αρσενικό, ήθελα να τα καταγράψω όλα αυτά. Μήνυμα το βιβλίο μου δεν είχε. Ελεγε, όμως, ότι αυτά που πίστευαν τότε παιδίατροι και σεξολόγοι, ότι δηλαδή το φύλο καθορίζεται από την ανατροφή, δεν ισχύει.
Η ταυτότητα φύλου είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων (χρωμοσωμικών, γενετικών, ορμονικών, πολιτιστικών, περιβαλλοντικών…). Η ιδέα που κυριαρχούσε στο “Middlesex” ήταν το δικαίωμα στην ελεύθερη βούληση. Ηταν ένα βιβλίο ελπιδοφόρο. Και με ανοιχτό τέλος, μην το ξεχνάτε».
Πολλοί τότε τον είχαν ταυτίσει με την… Καλλιόπη, που έγινε Καλ. Καμία σχέση. Αλλωστε, διασκέδαζε να το διαψεύδει. Πάντα, όμως, ο σπουδαίος Ευγενίδης, όπως άλλωστε και στα διηγήματά του «Δελτία παραπόνων», θέλει, όπως είπε, να έχει οπωσδήποτε «κοινά χαρακτηριστικά» με τους ήρωές του και από κει και πέρα πιάνει δουλειά «η φαντασία, το παιχνίδι ρόλων και η “έρευνα” του συγγραφέα».
Και η ίδια η λογοτεχνία; Πόσο τον έχει επηρεάσει η μεγάλη αμερικανική παράδοση και δη ο Φίλιπ Ροθ, που τον χάσαμε σχετικά πρόσφατα; «Οταν ήμουν μικρός, αγνοούσα ότι υπάρχουν ζωντανοί Αμερικανοί συγγραφείς», απάντησε γελώντας. «Ολο Φλομπέρ, Τζόις και Τολστόι διάβαζα. Επρεπε να φτάσω στα 20 μου για να ανακαλύψω τον Ροθ, που ήταν για μένα μια μεγάλη επιρροή και βοήθεια. Γιατί ήταν κι αυτός σαν κι εμένα, παιδί μιας όχι ιδιαίτερα μορφωμένης οικογένειας. Γιατί το δικό του Νιούαρκ και η δικιά του εβραϊκή κοινότητα έμοιαζαν με το δικό μου Ντιτρόιτ και τη δική μου ελληνική κοινότητα, που είχα αρχίσει να κρύβω και να εκνευρίζομαι με το τόσο μακρύ επώνυμό μου. Ευ-γε-νί-δης».
Infο: κυκλοφορεί ακόμα το μυθιστόρημά του «Σενάριο γάμου» του 2011 (Πατάκης), ενώ είχε εκδοθεί και το πρώτο του βιβλίο, «Αυτόχειρες παρθένοι» του 1993, που έγινε ταινία από τη Σοφία Κόπολα.
