Η Ραλλού Μάνου του «Ελληνικού Χοροδράματος»
«Η προσπάθεια που έχει αναλάβει το “Ελληνικό Χορόδραμα”, εδώ και μερικά χρόνια, τείνει να ξεπεράσει την απλή καλλιέργεια της τέχνης του χορού στην Ελλάδα και, από την άποψη αυτή, να ενταχθεί μέσα στο γενικότερο ανανεωτικό κίνημα, που χαρακτήρισε όλες τις άλλες τέχνες στο διάστημα της τελευταίας εικοσαετίας», γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης προλογίζοντας το λεύκωμα «Ραλλού Μάνου, Χορός, “… ου των ραδίων… ούσα την τέχνην…” (Λουκιανός “περί ορχήσεως”)» – εκδ. Γνώση, 1987. Ενα λεύκωμα με τη διαδρομή του «Ελληνικού Χοροδράματος», που δημιούργησε το 1951 η Μάνου, μια από τις πρωτοπόρες του χορού στην Ελλάδα.
Γόνος φαναριώτικης οικογένειας (από πατέρα) και παραδοσιακής ναυτικής οικογένειας της Υδρας (από μητέρα), σύζυγος του αρχιτέκτονα Παύλου Μελά, η Μάνου υπηρέτησε και προήγαγε τη χορευτική τέχνη για να φύγει από τη ζωή στις 15 Οκτωβρίου 1988 (πριν από 30 χρόνια), σε ηλικία 73 ετών.
Μαϊμού – φονιάς
Και για να ολοκληρώσω το βιογραφικό της: Ετεροθαλής αδελφή (ο πατέρας της παντρεύτηκε δυο φορές) της Ασπασίας Μάνου, η οποία υπήρξε σύζυγος του βασιλιά Αλέξανδρου και με τον οποίο συνέζησε περί τον ένα χρόνο, καθώς πέθανε το 1920 στα 27 του από θανατηφόρο δάγκωμα μιας από τις δυο μαϊμούδες που έθρεφε στο βασιλικό κτήμα Τατοΐου (βασιλικός θάνατος κι αυτός!).
Ηταν η Κούλα Πράτσικα, που διέγνωσε το χορευτικό της ταλέντο που την έπεισε να σπουδάσει χορό και της άνοιξε καινούργιους ορίζοντες. «Στο σπίτι της ερχόντουσαν άνθρωποι πνευματικοί σαν τον Μυριβήλη, τον Σικελιανό, τον Πρεβελάκη και πολλοί άλλοι. Οι κουβέντες τους υπήρξαν για μένα “Σχολή”. Αλλά πάνω απ’ όλα η Κούλα μού έδωσε στοργή από την οποία ήμουν τελείως στερημένη. Ανταπέδωσα την αγάπη της με όλη μου την καρδιά».
Σπουδές και στη Νέα Υόρκη, όπου είχε την τύχη να γνωρίσει και την «ιέρεια» του χορού Μάρθα Γκράχαμ: «Οταν αργότερα με δέχτηκε τόσο φιλόξενα στο σπίτι της, αισθάνθηκα πως είχα φτάσει στο λιμάνι των αναζητήσεών μου […] Ο χορός ήταν γι’ αυτήν μια βαθιά εσωτερική υπόθεση. Το σώμα, για να γίνει άξιο όργανο εκδηλώσεώς της πρέπει να φτάσει σ’ έναν τέλειο συντονισμό».
Επιστρέφοντας της έγινε πρόταση από τον διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Δημήτρη Ροντήρη. Επέλεξε την «Ορέστεια» του Αισχύλου, με τη Μαρίκα Κοτοπούλη στον ρόλο της Κλυταιμνήστρας και κορυφαίες στον χορό την Αννα Συνοδινού και την Κάκια Παναγιώτου: «Μετά από εννέα μήνες εντατικής δουλειάς, μ’ ένα μόνο έργο, ήρθε η παράσταση στο Ηρώδειο που ήταν ένας θρίαμβος».
Σ’ ένα κείμενο, όπως το παρόν, δεν είναι δυνατό να γίνει εκτενής αναφορά στη χορευτική δραστηριότητα της Μάνου. Θα σταθώ σε δυο παραστάσεις με κορυφαίους συνεργάτες:
Με Μίκη και Μάνο
«Το 1952 γύρευα έναν νέο συνθέτη για να κάνει τη μουσική για το μπαλέτο “Ορφέας και Ευρυδίκη” σε λιμπρέτο του Νότη Περγιάλη. Μου λέει ο Πέλος Κατσέλης: “Ελα να πάμε σ’ ένα κοντσέρτο που δίνει ένας νεαρός συνθέτης, ο Μίκης Θεοδωράκης, μπορεί να σου αρέσει”. Moυ άρεσε το ύφος της μουσικής του, η ελληνικότητα, η ποικιλία των ρυθμών, οι πηγαίες μελωδίες. Ετσι πρωτογνώρισα τον Μίκη. Ηταν στα πρώτα του βήματα […] Την παράστασή μας την είχε ζητήσει η Ελληνική Περιηγητική Λέσχη για να δοθεί στις Μυκήνες, σε μια ειδυλλιακή γωνιά». Επειτα από κάποιες οργανωτικές δυσκολίες η παράσταση δόθηκε: «Ο κόσμος ήταν ενθουσιασμένος».
Και περνάω στη συνεργασία της με τον Μάνο Χατζιδάκι και στην επεισοδιακή παράσταση του Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν με τους «Ορνιθες» του Αριστοφάνη, σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα, στο Ηρώδειο, το 1959: «Θαυμάσιες μελωδίες, ζωντανοί ρυθμοί που με εμπνέουν και χαίρομαι να τις χορογραφώ, αλλά, αλλά…» Στα «αλλά» είναι οι γνωστές ασυνέπειες του Χατζιδάκι και: «Ο Κουν είχε βάλει τους Ιερείς – Ηθοποιούς να επικαλούνται τους Θεούς με ένα είδος βυζαντινής ψαλμωδίας. Και τότε διαμιάς, ακούγεται από τις κερκίδες μια δυνατή φωνή: “Αίσχος!” Στιγμή αμηχανίας και σιωπής, αλλά αμέσως μετά, ολόκληρο το Ηρώδειο άρχισε να διαμαρτύρεται με διάφορα επιφωνήματα και με χειροκροτήματα ζητώντας τη συνέχιση της παράστασης. Η οποία συνεχίστηκε μεν, χειροκροτήθηκε δε, αλλά το κακό είχε γίνει»…
Η παράσταση απαγορεύτηκε από τον αρμόδιο υπουργό Κωνσταντίνο Τσάτσο, ο οποίος έκτοτε εμφανιζόταν στα σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη συνοδευόμενος από μια κότα. Οι «Ορνιθες», στα χρόνια που ακολούθησαν, γνώρισαν όπου παίχτηκαν (εδώ και στο εξωτερικό) θρίαμβο. Μόνο που ο Κουν αντικατέστησε τις χορογραφίες της Μάνου με της συνάδελφου της Ζουζούς Νικολούδη. Πράγμα που ενόχλησε την πρώτη. (Συμβαίνουν και στις καλύτερες καλλιτεχνικές οικογένειες…)
Στο πλαίσιο
Ελαχε να γνωρίζω τον Γιώργο Μιχαηλίδη, ως καλλιτεχνικός συντάκτης, από τις πρώτες του θεατρικές δοκιμές. Από τον καιρό του «Θεάτρου Νέας Ιωνίας» –μέσα δεκαετίας του ’60– και αργότερα το «Ανοιχτό Θέατρο», συν περιοδικό με το ίδιο όνομα. Οπου και τι δεν ανέβασε και σε τι δεν δοκιμάστηκε –πάντα με επιτυχία. Θεατράνθρωπος – δάσκαλος, αλλά και λογοτέχνης, τηλεσκηνοθέτης, σεναριογράφος. Μεγάλο του βέβαια πάθος και καημός το «Ανοιχτό θέατρο», που υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει λόγω χρεών (Θα μπορούσε η πολιτεία, πέρα από τα τυπικά συλλυπητήρια, να κάνει –ως ελάχιστο φόρο τιμής– την κηδεία του δημοσία δαπάνη. Κανείς δεν το σκέφτηκε;).
Απόφαγαν σε ταβέρνα και ζήτησαν τον λογαριασμό. Ηρθε, και μάλιστα με έκπτωση. «Για να μας πιάσουν πελάτες ή επειδή μας πέρασαν για κάποιους άλλους», σκέφτηκαν. Πληρώνοντας ζήτησαν και την απόδειξη. «Η απόδειξη είναι χωρίς την έκπτωση – τι θέλετε από τα δύο;» τους είπε ο καταστηματάρχης στον οποίο προσέφυγαν. Ούτω πως εισπράττεται –ή δεν– ο ΦΠΑ, με τον τρόπο που έχει φορεθεί. Για να μην πούμε για τους λογής τεχνίτες και μαστόρους.
«Πενθώ άρα υπάρχω. / Συγχωρώ άρα υπάρχω. / Δεν ξεχνώ άρα υπάρχω. / Αρνούμαι να παραιτηθώ άρα υπάρχω. / Αρνούμαι να υπακούσω άρα υπάρχω. / Αρνούμαι να υπηρετήσω άρα υπάρχω. / Καταλαβαίνω άρα υπάρχω». «Σωτήρια επιστολή», «με φιλικό πνεύμα», όπως χαρακτηρίζεται, από τον αποστολέα Σωτήρη Κωστόπουλο Λιώννη, ποιητή, Πάτρα, όπως αυτοσυστήνεται. Ανταποκρίνομαι.
ΚΑΙ… «Φύγετε, συμμορίτες, σκευωροί [και άλλα παρεμφερή που λέγονται και γράφονται – δημοκρατία έχουμε…], να αναλάβουμε εμείς που έχουμε τρόπους – και ξέρουμε…»
