«Αφταστη η απαγγελία του Εμπειρίκου», συνέχιζε με ζέση την εξιστόρησή του ο Φώντας. «Τα στιλπνά μέταλλα της φωνής του δρόσιζαν την καυτή αύρα του Θερμαϊκού. Μεγαλείο και επιβάλλον. Το λαρύγγι του εξέπεμπε μέσω μεταφυσικής οδού το σύμπαν της προσωπικότητάς του. Ο κόσμος κάτω απ’ τη βεράντα μου αφουγκραζόταν με προσήλωση. Σαγηνεμένος, θαρρείς, απ’ την παρουσία ενός αλλιώτικου θεού, ξέσπασε σε παρατεταμένα χειροκροτήματα. Αισθανόμουν την αυθεντική εξέγερση αισθημάτων και αισθήσεων της Παρισινής Κομμούνας και της Καταλονίας του ’36 ν’ αργοσαλεύει στη Σαλονίκη του ’97, βέβαιος ότι κατατρόπωσα ολομόναχος, με ακατανίκητο όπλο τις “Στροφές στροφάλων”, βαρβαρικές ορδές που βυσσοδομούν απειλητικά στα αβυθομέτρητα βάθη της ιστορίας.
»Ελαβα με ταχυμεταφορέα, την επομένη, εβένινο κουτί, τυλιγμένο με πολύχρωμα κορδελάκια, τελευταία λέξη εκλεπτυσμένης συσκευασίας. Μέσα υπήρχαν τρία φίνα φουλάρια “topi” και, μολονότι με αγριεύουν οι τεράστιοι ποντικοί του σήματος που εφορμούν απ’ την ούγια, τα φορώ με φανατισμό και ευχαρίστηση επί χρόνια. Τόσο απαλά, ανάλαφρα, κομψά, με αφή σαν ερωτικό χάδι δεν ματάβαλα. Στον πάτο βρήκα σημείωμα σε φάκελο επισκεπτηρίου εποχής: “Κύριε Καραμπέση, δεχθείτε το ταπεινό μου δώρο, σε ένδειξη ελάχιστης ευγνωμοσύνης για την απόλαυση της ανάγνωσης που ανέκαθεν μου προσφέρουν τα κείμενά σας. Και για έναν επιπρόσθετο λόγο: Ανήκω στις τυχερές που παρακολούθησαν τη χθεσινή σας περφόρμανς με τον Εμπειρίκο. Αγναντεύω την ουτοπία από τη γέφυρα του υπερωκεάνιου. Υ.Γ. Οι υποχρεώσεις μου στο περίπτερο της ΔΕΘ δεν επιτρέπουν τη γνωριμία μας, τουλάχιστον επί του παρόντος”».
Εξακολούθησε ο Σαλονικιός, αναφέροντας πως έλαβε και τα υπόλοιπα λαιμομάντιλα της φίρμας στη διεύθυνση του εκδοτικού οίκου, μαζί με ανοιχτή πρόσκληση της ιδιοκτήτριας για συνάντηση εξάπαντος σε Αθήνα ή Θεσσαλονίκη. Εκτοτε η συναναστροφή τους έφερε το ταίριασμα των χνώτων τους και σιγά σιγά συναρμόνηση και οικειότητα μεταξύ τους. «Φίλοι φίλοι, όμως σου γαμώ και το καντήλι πού και πού», συμπλήρωσε πονηρά ο ομιλητής. «Συγγνώμη Νώντα μου, αλλά τα κάναμε όλα ένα φεγγάρι. Το κακό είναι ότι, δυστυχώς, μας πήρε αμπάριζα η σκοτεινή του πλευρά και κάποτε κόψαμε. Διατηρούμε εν τούτοις ζεστή, καίτοι τυπική, σχέση ώς τα σήμερα».
Πόσο μικρός αποδεικνύεται καμιά φορά, εκτός από ψεύτης, ο παλιοντουνιάς! Τη μοιρολατρική αμηχανία της ομήγυρης διέρρηξε η αποφασιστική κουβέντα της Αντιγόνης, που διχοτόμησε την πυκνόρρευστη σιωπή, σαν πισώπλατη μαχαιριά. «Τώρα, η καλή φιλενάδα και των τριών πασχίζει να μας κάνει, αν όχι πλούσιους, αναμφιβόλως ευκατάστατους. Δεν έχουμε παρά να της προμηθεύσουμε τον πίνακα που ζητάει. Τόσο απλά». Σιχτιριάστηκε ο Καραμπίνης. «Πού διάβολο θα βρούμε πίνακα, αφού δεν υπάρχει;», είπε διστακτικά. «Αν δεν υπάρχει πραγματικά, θα τον ζωγραφίσουμε τώρα. Ολοι μαζί. Συλλογικό έργο, που λένε. Αρχίζουμε αύριο κιόλας», τον άφησε κάγκελο η αδελφή του. (Συνεχίζεται)
