«Μέσα από ένα γυμνό στροβίλισμα οι χορευτές πλέκουν μια καθηλωτική μαγεία. Η παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάννου στο Dance Umbrella είναι μια ζωγραφιά που αφήνει ελάχιστα στη φαντασία». Με δύο διαφορετικές κριτικές, διθυραμβικές αμφότερες, υποδέχτηκε η Guardian τη λονδρέζικη πρεμιέρα της παράστασης «The Great Tamer» του σημαντικού Ελληνα χορογράφου στο Sadler’s Wells.
«Ο Παπαϊωάννου έκανε το ντεμπούτο του στο φημισμένο Φεστιβάλ Dance Umbrella πριν από δύο χρόνια και εξακολουθεί να είναι σχετικά άγνωστος στο κοινό του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά κάνει χορό εδώ και 30 χρόνια και αυτό φαίνεται.
Η δεξιοτεχνία του είναι τεράστια. Η θεατρική του αποστολή έχει επιτευχθεί, έχει δημιουργήσει τόσα πολλά σχεδόν από το τίποτα», γράφει η Lyndsey Winship στην κριτική της χαρίζοντας στην παράσταση τέσσερα στα πέντε αστεράκια. «Η σκηνή, κενή και επικλινής, καλύπτεται από μεγάλες μαύρες πλάκες. Η αντίθεση βρίσκεται παντού: στο σκοτάδι και το φως, στα μαύρα ρούχα και τη γυμνή σάρκα. Εντελώς γυμνή σάρκα (ετοιμαστείτε για πέη!)».
«Ο μεγάλος δαμαστής» -που εμείς στην Αθήνα είδαμε το 2017 στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση- στην πραγματικότητα είναι η προσπάθεια ενός χαρισματικού χορογράφου να ερμηνεύσει την ιστορία του βηματισμού του ανθρώπου στη Γη. «Είναι ένα έργο που σκορπά γύρω του μαγεία με τόσο αργό τρόπο που αισθάνεσαι ότι δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα.
Αλλά στη συνέχεια οι 10 χορευτές ενώνονται ξαφνικά σε μια εντυπωσιακή σκηνή, σε έναν θεατρικό θρίαμβο, σε κάτι αστείο αλλά και αναγνωρίσιμο, σε κάτι που μιμείται τα μεγάλα έργα ζωγραφικής, όπως για παράδειγμα το “Το μάθημα ανατομίας του δρος Τουλπ” του Ρέμπραντ», αναφέρει η Winship.
Τη δική του ματιά, όμως, στο έργο κατέθεσε και ο κριτικός της κυριακάτικης έκδοσης (Observer) Luke Jennings, που χαρακτηρίζει τον Παπαϊωάννου «βετεράνο της θεατρικής πρωτοπορίας της Ελλάδας». Σημειώνει ότι υπήρξε επικεφαλής των τελετών έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004, ότι κέρδισε διεθνή αναγνώριση με έργα όπως η «Μήδεια» (1993) και η «Ανθρώπινη Δίψα» (1999) και ότι χορογράφησε πρόσφατα για το σπουδαίο Χοροθέατρο του Βούπερταλ της Πίνα Μπάους.
Στο κείμενό του συχνά αναφέρεται στον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης. «Βλέποντας το “The Great Tamer” αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει στον Κάτω Κόσμο, ο οποίος βρίσκεται κάτω από τις πλάκες. Οταν αυτές σηκώνονται, βλέπουμε τα μέρη του σώματος. Χέρια, πόδια, γυμνά αρσενικά και θηλυκά κορμιά…
Είναι απλώς αντικείμενα αυτές οι συναρμολογήσεις κομματιών ή μήπως πρόκειται για ίχνη της ανθρώπινης ύπαρξης;» και συνεχίζει: «Οι αποσπασματικές ανασκευές του μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης στέλνουν ένα πιο αμφίσημο μήνυμα. Ο Ορφέας, αφού απέτυχε να ζήσει με την αγαπημένη του προσευχήθηκε για τον θάνατό του, ώστε να μπορεί να ενωθεί μαζί της για πάντα. Στη συνέχεια κατασπαράχτηκε από άγρια ζώα. Είναι τα άκρα του Ορφέα που οι χορευτές του Παπαϊωάννου συνεχώς αποκαλύπτουν;».
Ενώ η κριτική καταλήγει: «Το “The Great Tamer” διαρκεί 100 λεπτά χωρίς διάλειμμα και ο αργόσυρτος ρυθμός του δεν είναι για όλους. Αλλά όσοι αγαπούν την υπαρξιακή μελαγχολία θα ενθουσιαστούν με τη διαρκή συγκίνηση του οράματος του Παπαϊωάννου».
