Περπατάς στον δρόμο. Ξαφνικά ένας αλλόκοτος οξύς και διαπεραστικός ήχος διακόπτει την καθημερινή βουή της πόλης. Ενας ασυνήθιστος, έντονος θόρυβος που διαρκεί για λίγα μόνο δευτερόλεπτα. Συνειδητοποιείς ότι είναι τα υλικά από μια παρακείμενη πολυκατοικία που κατρακυλούν στιγμιαία, από ψηλά, μέσα στον πλαστικό σωλήνα πέφτοντας με κρότο στον μεταλλικό κάδο που βρίσκεται έξω στον δρόμο. Τούβλα, σοβάδες, πλακάκια, ανάκατα μπάζα σε ελεύθερη πτώση, παράγουν έναν εκκωφαντικό ήχο που ενισχύεται από τον κλειστό σωλήνα που κρέμεται από τα μπαλκόνια. Σε λίγο ακολουθεί άλλος ένας, κι άλλος, καθώς οι εργάτες αδειάζουν τα υλικά μέσα στον σωλήνα.
Μια εικόνα συνηθισμένη πλέον στους Αθηναίους. Διαμερίσματα παλαιών πολυκατοικιών, ακόμη και ολόκληρα κτίρια, ανακατασκευάζονται τόσο στο κέντρο όσο και σε παράμερες γειτονιές της πρωτεύουσας. Οι έγχρωμοι σωλήνες που κρέμονται πάνω από τα κεφάλια μας και χρησιμοποιούνται ως σέσουλες για την εύκολη απομάκρυνση των μπάζων μοιάζουν με χωνιά στη σειρά, το ένα πάνω από το άλλο, διαγράφοντας πάνω στις προσόψεις έγχρωμες κατακόρυφες γραμμές. Αλλες φορές πάλι σκαλωσιές και λινάτσες ντύνουν πρόσκαιρα τις όψεις των πολυκατοικιών, περιμένοντας ανυπόμονα τα «αποκαλυπτήρια».
Η κορεσμένη Αθήνα δεν έχει άλλους ελεύθερους χώρους, άδεια οικόπεδα για να χτιστούν. Το μόνο που μένει είναι η επανάχρηση των υπαρχόντων κτιρίων, η επαναοικειοποίηση των παλαιών κελυφών. Κι αυτό δεν είναι λίγο, αλλά μια σημαντική και κρίσιμη επέμβαση στο υφιστάμενο κτιριακό δυναμικό της πόλης. Η Αθήνα σήμερα ξανακατοικείται με έναν άλλο, διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι στο παρελθόν.
Απαξιωμένοι από τον χρόνο χώροι, παλιά κτίρια, αλλάζουν όψη, τοίχοι γκρεμίζονται, εσωτερικοί χώροι αναδιοργανώνονται, ανοίγματα στις όψεις αλλάζουν, υπαίθριοι χώροι επανασχεδιάζονται. Μια νέα αρχιτεκτονική δημιουργείται μέσα σε μια παλιά. Μια νέα ζωή φωλιάζει σ’ ένα κέλυφος παλιό που ανακαινίζεται.
Μου ’ρχονται στον νου τα λόγια του φίλου αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου, όταν μετέτρεπε με τόση ευαισθησία μια παλιά ισόγεια αποθήκη της οδού Κυκλάδων στο γνωστό θεατράκι του Λευτέρη Βογιατζή: «Βρήκαμε ένα άδειο κοχύλι και ήρθαμε να το ξανακατοικήσουμε». Γιατί αυτή η «επανακατοίκηση» ενός χώρου που χτίστηκε στο παρελθόν και συχνά για μιαν άλλη χρήση απ’ αυτήν που είχε αρχικά, είναι εγγενές χαρακτηριστικό γνώρισμα της αρχιτεκτονικής. Διατρέχει μάλιστα όλη την ιστορία της μέσα στους αιώνες. Ο χτισμένος χώρος χρησιμοποιείται από πολλές γενιές και για πολλά χρόνια ακόμη από τότε που οι μάστορες έβαζαν για πρώτη φορά τη μια πέτρα πάνω στην άλλη.
Στις μέρες μας, μετά από ένα νεκρό διάστημα αρκετών χρόνων, η οικοδομή μοιάζει να ξαναζωντανεύει. Σε περιοχές κυρίως κοντά στο κέντρο ακούγεται ξανά ο καθημερινός θόρυβος του γιαπιού. Τις περισσότερες όμως φορές δεν πρόκειται για ανακαινίσεις που κάνουν οι κάτοικοι στα διαμερίσματά τους. Αυτές οι δραστικές επεμβάσεις δεν αφορούν τη ζωή τους, αλλά προορίζονται για τους τουρίστες που πλημμυρίζουν κάθε χρόνο την πόλη. Τόσο στην Αθήνα όσο και σε τουριστικές πόλεις της επαρχίας το περιβόητο airbnb αφήνει ήδη τα ευδιάκριτα αποτυπώματά του πάνω στα κτίρια, στη ζωή των κατοίκων τους.
Τα κτίρια ανακατασκευάζονται όχι για να υποδεχτούν ξανά στα φρεσκοβαμμένα διαμερίσματα τους κατοίκους τους, αλλά τους τουρίστες της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Η οικονομική δύναμη του τουρισμού, αλλά και η αμεσότητα και οι ευκολίες που παρέχει το διαδίκτυο είναι τέτοιες που αλλάζουν τις υπάρχουσες δομές της πόλης, ανατρέποντας τις υφιστάμενες ισορροπίες της αγοράς, εκτοξεύοντας στα ύψη τις τιμές των ακινήτων. Τα χρήματα ενοικίασης μέσω του airbnb δεν συγκρίνονται με αυτά των παραδοσιακών ενοικίων, αλλά πολλαπλασιάζονται σε τέτοιο βαθμό που ορισμένες περιοχές γίνονται πλέον απλησίαστες και απαγορευτικές για τους Αθηναίους.
Οι κατοικίες σιγά σιγά εγκαταλείπονται και μετατρέπονται σε μιας νέας πρωτόγνωρης μορφής ξενοδοχεία. Την ίδια στιγμή ολόκληρες περιοχές χάνουν τους μόνιμους κατοίκους τους και αποκτούν κάποιους άλλους, περιστασιακούς και φυσικά άγνωστους μεταξύ τους. Ενα νέο είδος εφήμερου «νομαδισμού» κάνει την εμφάνισή του στον κόσμο. Οι κατοικίες αποκτούν ολοένα και περισσότερο εφήμερα χαρακτηριστικά, με τους ανθρώπους να μετακινούνται διαρκώς από το ένα σημείο του πλανήτη στο άλλο, άλλους βέβαια από επιλογή και άλλους, μετανάστες ή πρόσφυγες, σπρωγμένους από την ανάγκη μη έχοντας τρόπο επιβίωσης στον τόπο τους.
Μοιάζει να ανατέλλει στον ορίζοντα μια νέα εποχή για τις πόλεις που -ευτυχώς ή δυστυχώς- αποτελούν ελκυστικούς τουριστικούς προορισμούς όπως η Αθήνα. Ο παγκόσμιος τουρισμός μέσω της εκρηκτικής ανάπτυξής του επιφέρει συγκλονιστικές και πολλές φορές βίαιες αναδιαρθρώσεις στον αστικό ιστό των πόλεων. Δεν είναι πλέον μόνο τα νησιά μας που μετατρέπονται σε μεγάλα πολύβουα ξενοδοχεία το καλοκαίρι, ερημώνοντας μελαγχολικά τον χειμώνα, αλλά και ολόκληρες περιοχές πολλών πόλεων της ηπειρωτικής χώρας.
Η επέλαση αυτή συντελείται άναρχα, απρογραμμάτιστα, δίχως να ’χουμε σταθμίσει τις συνέπειες, ευτυχείς και ήσυχοι για το συνάλλαγμα που αθροίζεται στο τέλος κάθε τουριστικής σεζόν. Μήπως όμως πρέπει να αναλογιστούμε, όσο είναι ακόμη καιρός, τις επιπτώσεις που μπορεί να επιφέρει στον κοινωνικό ιστό αυτή η βίαιη και πρωτόγνωρη μεταλλαγή;
Τι σημαίνει για το μέλλον των πόλεων η νέα πραγματικότητα και κυρίως τι σημαίνει για τη ζωή και την καθημερινότητα των κατοίκων τους; Μήπως ο θόρυβος των υλικών που πέφτουν με κρότο κάτω στον δρόμο προμηνύει και μια άλλη αλλαγή, πιο σοβαρή, πέρα απ’ αυτήν που συμβαίνει στο εσωτερικό και στις όψεις των κτιρίων;
*Αρχιτέκτων – καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
