Ενα καλό νέο, λίγο πριν από το κλείσιμο του Χρηματιστηρίου Αθήνας, χθες άνοιξε μια χαραμάδα αισιοδοξίας στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, που βρίσκεται σε ασφυκτική πίεση από την περασμένη Τετάρτη.
Ειδικότερα, Alpha Bank και Εθνική βαθμολογούνται με CCC+ από RD (επιλεκτική χρεοκοπία) και οι Eurobank και Πειραιώς με CCC από RD ενώ το βραχυπρόθεσμο αξιόχρεο των τεσσάρων τραπεζών σε C από RD.
Η αναβάθμιση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών από τον οίκο Fitch είναι απότοκο της άρσης των ορίων ανάληψης τραπεζικών καταθέσεων στο εσωτερικό της χώρας από την 1η Οκτωβρίου 2018.
Ο οίκος υπογραμμίζει πως οι ελληνικές τράπεζες είναι τώρα ουσιαστικά σε θέση να εξυπηρετήσουν όλες τους τις υποχρεώσεις και πως βραχυπρόθεσμα θα αρθούν στο σύνολό τους οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων, βάσει του οδικού χάρτη του υπουργείου Οικονομικών και της ΤτΕ. Μένει να αποδειχτεί αν η αναβάθμιση του Fitch θα λειτουργήσει σαν βαλβίδα εκτόνωσης ή αν θα είναι μια απλή ασπιρίνη για την αντιμετώπιση του… ιταλικού ιού.
Γεγονός είναι ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έφτασαν να έχουν κεφαλαιοποίηση κάτω από 5 δισ. ευρώ, που αποτελεί αρνητικό ρεκόρ.
Χθες η Eurobank και η Πειραιώς έκλεισαν με απώλειες 11,58% και 10,95% αντίστοιχα, η Εθνική Τράπεζα υποχώρησε κατά 4,76% και η Alpha Bank 3,17%. Ετσι, ο τραπεζικός δείκτης έκλεισε με απώλειες 6,45% και ο Γενικός Δείκτης στις 641,79 μονάδες (-2,61%).
Τραπεζικά στελέχη εκφράζουν έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η κόντρα της Ιταλίας με τις Βρυξέλλες.
Υπογραμμίζουν ότι το ιταλικό ζήτημα είναι συστημικό και πρέπει να λυθεί άμεσα για να μη μετατραπεί σε ευρωπαϊκό πρόβλημα. Σημειώνουν ότι η Ιταλία δεν είναι μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα και ελλοχεύει ο κίνδυνος εκτόξευσης των αποδόσεων των κρατικών τίτλων και άλλων χωρών, όπως της Ισπανίας.
Σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, η πτώση των τραπεζικών μετοχών σε Ελλάδα και Ιταλία αποτελεί σύμπτωμα δύο διαφορετικών αιτιών: Οι ελληνικές τράπεζες πιέζονται από τον μεγάλο όγκο μη εξυπηρετούμενων δανείων. Στην Ιταλία, η επιθετική δημοσιονομική πολιτική της λαϊκιστικής κυβέρνησης θέτει τις τράπεζες υπό πίεση και τελικά: «και οι δύο περιπτώσεις μαζί προκαλούν φόβο για μια νέα τραπεζική κρίση στη νότια Ευρώπη».
Τα ελληνικά «κόκκινα» δάνεια παραμένουν το πρώτο θέμα συζήτησης και προβληματισμού και τις επόμενες ημέρες κλιμάκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα συναντηθούν με τις διοικήσεις των τραπεζών και έπονται στο τέλος του μήνα οι συναντήσεις με στελέχη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Οι πληροφορίες πάντως αναφέρουν ότι ανώτερες ευρωπαϊκές πηγές βλέπουν κατ’ αρχάς θετικά την πρόταση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) για τη δημιουργία Σχήματος Προστασίας Ενεργητικού (Asset Protection Scheme), το οποίο θα επιτρέψει στις ελληνικές τράπεζες να «καθαρίσουν» τους ισολογισμούς τους από ένα σημαντικό κομμάτι του προβληματικού δανειακού χαρτοφυλακίου τους, βελτιώνοντας τους αντίστοιχους δείκτες.
Ωστόσο το κρίσιμο ζήτημα, το οποίο διχάζει και τους επενδυτές, είναι πώς θα επιτευχθεί η απομείωση των «κόκκινων» δανείων χωρίς να δημιουργηθούν νέες κεφαλαιακές ανάγκες.
Μιλώντας στο ΑΠΕ, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Δημήτρης Λιάκος υπογράμμισε ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν προκλήσεις μπροστά τους αλλά «έχουν τη γνώση και την εμπειρία, όπως και τα μέσα να τις αντιμετωπίσουν». Πρόσθεσε ότι απαιτείται μια πιο ενεργητική διαχείριση της κατάστασης «και εμείς, στον βαθμό που μας αναλογεί, είμαστε έτοιμοι να συνεισφέρουμε θετικά προς αυτή την κατεύθυνση».
Στη σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί σε ό,τι αφορά την ευρωστία και την ευστάθεια του τραπεζικού συστήματος αναφέρθηκε ο πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών, Νίκος Καραμούζης, από το βήμα του συνεδρίου που συνδιοργάνωσε η Ενωση μαζί με το περιοδικό Economist.
«Οι ελληνικές τράπεζες έχουν βελτιώσει όλους τους χρηματοοικονομικούς δείκτες τους, ρευστότητας και καταθέσεων, κεφαλαιακής επάρκειας, μείωσης των NPEs, πρόσβασης στις αγορές και χρηματοδότησης της οικονομίας» είπε χαρακτηριστικά ο Νικόλαος Καραμούζης. Από την πλευρά του ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, Παύλος Μυλωνάς, επισήμανε από το ίδιο βήμα ότι «καλούμαστε να επαναπροσδιορίσουμε την αποστολή μας και να μεταμορφωθούμε από τη βάση μας, να καταθέσουμε νέες προτάσεις δημιουργίας αξίας πέραν των κλασικών τραπεζικών υπηρεσιών».
