ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελίζα Νικολοπούλου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οσες φορές προσεγγίζει κανείς το έργο του Γουίνικοτ, δεν παύει να εκπλήσσεται με την εφευρετικότητα και τη διορατικότητά του, με τη ζωντάνια του πνεύματος και τον βαθύ σεβασμό του στην ανθρώπινη φύση. Με παρακαταθήκη το έργο του Φρόιντ, το οποίο εκτιμά και γνωρίζει εις βάθος, αλλά και εκείνο των Φερέντζι, Κλάιν, Μπόουλμπι και άλλων σύγχρονών του ψυχαναλυτών ο Γουίνικοτ προσφέρει στην ψυχαναλυτική ιστορία και σκέψη τη δική του θεώρηση για τη συναισθηματική ανάπτυξη και διαμόρφωση του ψυχισμού, η οποία ριζώνει στην κλινική πρακτική του ως παιδιάτρου και ψυχαναλυτή. Μια θεώρηση καινοτόμο και μη δογματική, που εστιάζει στην πρώιμη εμπειρία του βρέφους και στη σχέση του με το περιβάλλον.

Στο Αποστέρηση και παραβατικότητα προσεγγίζεται μια ιδιαίτερη όψη της συνεχούς αλληλεπίδρασης υποκειμένου-περιβάλλοντος, η οποία εκτείνεται και σε σχέσεις υποκειμένου-κοινωνίας γενικά. Πρόκειται για μια πολύτιμη συλλογή άρθρων, διαλέξεων και ραδιοφωνικών ομιλιών που διατρέχουν το έργο μιας τριακονταετίας (1939-1969). Το έναυσμά τους ανάγεται σε μια εμπειρία που σημάδεψε καταλυτικά τον Γουίνικοτ και τον οδήγησε να αναπτύξει τη θεωρία του για την επιθετικότητα γενικά και την παραβατική συμπεριφορά ειδικότερα.

Στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η βρετανική κυβέρνηση διοργανώνει την απομάκρυνση των παιδιών από τις πόλεις για την προστασία τους από τους βομβαρδισμούς, εκκενώνοντας το Λονδίνο. Περίπου 800.000 παιδιά θα αποχωριστούν αναγκαστικά τις οικογένειές τους, για να τοποθετηθούν σε ανάδοχες οικογένειες ή σε ξενώνες στην ύπαιθρο.

Πρωταρχικό μέλημα του Γουίνικοτ, που ορίζεται εμπειρογνώμων ψυχίατρος του εγχειρήματος, είναι οι συνέπειες αυτής της επώδυνης ή και τραυματικής -τόσο για τα παιδιά όσο και για τους γονείς- εμπειρίας απώλειας, που έρχεται αιφνίδια να διασαλεύσει το αίσθημα συνέχειας της γονεϊκής φροντίδας και του είναι, κλονίζοντας ενδεχομένως και την εμπιστοσύνη των παιδιών προς τους γονείς τους.

Με βάση αυτή την εμπειρία προσδιορίζει τις έννοιες της αποστέρησης (διαφορετική από τη στέρηση, που αναφέρεται σε κάτι το οποίο το υποκείμενο ουδέποτε είχε) και της αντικοινωνικής τάσης (διαφορετική από την αντικοινωνική συμπεριφορά). Υποστηρίζει ότι η αντικοινωνική τάση αφορά μια φάση της κανονικής συναισθηματικής ανάπτυξης: κάθε άνθρωπος τη βιώνει στην αρχή της ζωής του και την ξεπερνά, εάν και εφόσον οι περιβαλλοντικές συνθήκες είναι ευνοϊκές· εάν αντιθέτως το μικρό παιδί βιώσει αποστέρηση (χάσει δηλαδή μια σημαίνουσα σχέση που ήδη είχε), η αντικοινωνική τάση μπορεί να παγιωθεί, οδηγώντας ενδεχομένως αργότερα σε αντικοινωνική συμπεριφορά. Εδώ συναντάμε τη βαθιά πίστη του Γουίνικοτ στη δημιουργική ικανότητα κάθε υποκειμένου, καθώς υποστηρίζει ότι οι διαταραχές συμπεριφοράς που προέρχονται από κάποια αποστέρηση αποτελούν ένδειξη υγείας και μη παραίτησης του παιδιού.

Δηλώνουν την ασυνείδητη ελπίδα ότι, αυτή τη φορά, η συναισθηματική του ανάγκη (αντικείμενο της πρότερης αποστέρησης) μπορεί και να εισακουστεί και το περιβάλλον να απαντήσει θετικά εφόσον αντιληφθεί το ασυνείδητο μήνυμα πίσω από αυτές τις εκφάνσεις διαμαρτυρίας και δυσφορίας απέναντι στην οδύνη της απώλειας, ανταποκρινόμενο στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε παιδιού και όχι αντιδρώντας απρόσωπα και κατασταλτικά. Μέσα από κλινικές περιπτώσεις ο Γουίνικοτ αναδεικνύει τη σημασία διαφορετικών τρόπων παρέμβασης: ατομική ψυχοθεραπεία, θεραπευτική συμβουλευτική ή διαχείριση και φροντίδα. Κάνει δε ιδιαίτερη αναφορά στην εφηβεία, όπου η αντικοινωνική συμπεριφορά αποτελεί συχνά μια πρόκληση που απαιτεί από τους ενήλικες να την «κρατήσουν» με σταθερότητα.

Εκτός από την επιστημονική κοινότητα, ο Γουίνικοτ δεν κουράζεται να κάνει κοινωνούς των θέσεών του με τρόπο κατανοητό και άμεσο φυσικούς ή ανάδοχους γονείς, εκπαιδευτικούς, δικαστικούς, κοινωνικούς λειτουργούς αλλά και όσους έχουν την ευθύνη υποδοχής σε ξενώνες των πιο δύσκολων περιπτώσεων: παιδιών ή εφήβων που εξαιτίας προϋπάρχουσας στέρησης, πρώιμων ελλειμμάτων και αστάθειας του περιβάλλοντος δεν στάθηκε δυνατό να συγκροτήσουν κάτι αρκετά καλό (ένα εσωτερικό αντικείμενο που επιβιώνει) και να αναπτύξουν το αίσθημα ενοχής και της εγγενούς τάσης έγνοιας για τον άλλον καθώς και τις διεργασίες του πένθους, με αποτέλεσμα εκδραματίσεις των τραυματικών βιωμάτων.

Η στενή και άοκνη συνεργασία του Γουίνικοτ με τους επαγγελματίες των ξενώνων ανέδειξε επίσης τη σημασία υποστήριξής τους, έτσι ώστε να «επιβιώσουν» και να ανακαλύψουν τα δικά τους όρια αντοχής, νοηματοδότησης και δημιουργικότητας, και επέτρεψε την από κοινού διαμόρφωση των αξόνων χειρισμού που απαιτεί η πλαισίωση αυτών των περιπτώσεων.

Η ψυχαναλυτική προσέγγιση της ανθρώπινης βίας και καταστροφικότητας που επιχειρεί ο Γουίνικοτ παραμένει πάντα επίκαιρη. Ερχεται να συμβάλει στην κατανόηση και αντιμετώπιση των σύγχρονων εκφάνσεών τους -πόλεμοι, τρομοκρατία, εκφοβισμός, κατάλυση ορίων ή και επιθυμίας-, οι συνέπειες των οποίων ξεπερνούν τα σύνορα χωρών και γενεών τόσο σε πραγματικό όσο και σε ψυχικό επίπεδο πλήττοντας το συμβολικό και το φαντασιακό. Δεν μπορούμε παρά να χαιρετίσουμε την πρωτοβουλία έκδοσης του έργου στα ελληνικά καθώς και τους συναδέλφους που ανέλαβαν το απαιτητικό εγχείρημα της μετάφρασής του υπό την επιστημονική καθοδήγηση του Θανάση Χατζόπουλου.

*Κλινική ψυχολόγος, μέλος της ελληνικής ομάδας του International Winnicott Association