Εξηγούσαν στον Φώντα ο Νώντας και, κυρίως, η λαλίστατη Αντιγόνη, και μάλιστα με εξαντλητικές λεπτομέρειες, το ποιόν της γυναίκας που χαλάλιζε αστρονομικά ποσά για να αποκτήσει έργο του γιαλαντζί καλλιτέχνη και του μοιραίου, ανολοκλήρωτου έρωτά τους. Επιναν καθισμένοι γύρω απ’ το τζάκι της. Ουισκάκια ο περιζήτητος εικαστικός κι οι άλλοι δύο γαλλικό κρασί του Μπορντό. Ο Καραμπίνης μιλούσε ελάχιστα. Αφηνε στην αδελφή του την ευθύνη της αφήγησης. Ουλή από παλιά, ανεπούλωτη πληγή ράγιζε τη συντετριμμένη ματιά του. Τη διέκοπτε αραιά και πού, διορθώνοντας ορισμένα επουσιώδη στοιχεία ή για να δώσει τη δική του εκδοχή σε προσωπικής φύσεως πτυχές. Ο Σαλονικιός ρουφούσε κάθε της λέξη, δείχνοντας να απολαμβάνει τη ροή όσο και τον θεσπέσιο οίνο.
Περασμένες τρεις, όταν επιτέλους σταμάτησε η εκτενής διήγηση, ήπιε γερή τζούρα, φωτίστηκε μυστήρια η όψη του κι αναφώνησε θριαμβευτικά: «Κιουτσούκ ντουνιά! Τη γνωρίζω την κυρία. Απ’ την καλή και την ανάποδη. Κάνω κι εγώ τους ακτιβισμούς μου, καρντασίνα. Αλλου ύφους και ύψους με του Νώντα, αλλά, κάτσε καλά, πριν από καμιά εικοσαετία τρέλαινα κόσμο. Για να πικάρω ένα απόγευμα τη σκοπιά του Αμερικάνικου Προξενείου, λίγο πιο κάτω απ’ το σπίτι μου, -τους είχα κάμποσα μαζεμένα, βάρδα μη σε πετύχουνε τέτοιοι γειτόνοι- έβγαλα φάτσα φόρα τα ηχεία στο μπαλκόνι κι έβαλα το πικάπ στη διαπασών με το τριαντατριάρι “Ο Ρίτσος διαβάζει Ρίτσο”, από τη σειρά Διόνυσος της Λύρας: “Ανοιξιάτικο βράδυ, μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού…”, απλωνόταν στο στενό η πλατιά φωνή του ποιητή κι έμοιαζε σαν “η στοιχειωμένη αρχόντισσα της Σονάτας του Σεληνόφωτος, που περιγράφει την πολιτεία του καθημερινού μόχθου μέσα απ’ τη φθαρμένη σάλα της, χωρίς να κάνει απόφαση να βγει ποτέ αποκεί” να πήρε ξάφνου τους δρόμους.
»Αντηχούσε παράξενα η αρμονική μελωδία στα ασύμμετρα ντουβάρια των πολυκατοικιών, σκέπαζε την ηχορύπανση της καθημερινότητας, φτάνοντας προς τα πάνω στους πελάτες των καταστημάτων της Τσιμισκή και προς τη θάλασσα στους διαβάτες σχεδόν μέχρι τον Λευκόπυργο. Μαγνητισμένοι οι περαστικοί στάθηκαν στην άσφαλτο και στα πεζοδρόμια, κοιτάζοντας εκστατικά προς τη βεράντα μου. Κοσμοσυρροή. Κατάλαβα την ισχύ και το κύρος της υψηλής ποίησης, όταν το πλήρωμα του περιπολικού, που ’στειλε η φρουρά να με συνετίσει, ενώθηκε με το πλήθος, αδιαφορώντας για τις διαταγές.
»Επανέλαβα την παράσταση με Εγγονόπουλο και Σεφέρη. Αύγουστος μήνας. Καύσωνας. Εκπληξη κάθε φορά οι αντιδράσεις του κοινού. Ποίηση και επανάσταση. Κυριολεκτικά. Σεπτέμβρης πια, με τη Διεθνή Εκθεση στα ντουζένια της, είχα δανειστεί επαγγελματικό ενισχυτή, κι είπα να παίξω το βινύλιο “ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο”. Η απαγγελία του άφταστη. Τα στιλπνά μέταλλα της φωνής του δρόσισαν την καυτή αύρα του Θερμαϊκού. Μεγαλείο και επιβάλλον. Το λαρύγγι του εξέπεμπε, λες, ολάκερη την προσωπικότητά του. (Συνεχίζεται)
