Υπάρχει μια λογοτεχνία που καινοτομεί, ανοίγεται σε νέες τεχνικές, καταγίνεται με φρέσκα θέματα, κατεβαίνει στην παλαίστρα με νέα επι-νοήματα, για να πιάσει τον σφυγμό της εποχής και να αποδώσει την πολυπλοκότητά της με τους ανανεωμένους τρόπους της (μετα)μοντέρνας γραφής. Υπάρχει, όμως, και μια λογοτεχνία πιο στατική, πιο αναμενόμενη, που ωστόσο λεπτοδουλεύει το διαχρονικό και το εντάσσει στο σήμερα, ζυμώνει το ανθρώπινο για να το πλάσει στα μέτρα του 21ου αιώνα.
Ο Δημήτρης Χριστόπουλος κατεβαίνει δεύτερη φορά στον λογοτεχνικό στίβο, μολονότι ως φιλόλογος παρακολουθεί και επεμβαίνει δυναμικά στα τερέν, δίπλα και μέσα στα κουλουάρ. Τόσο στην πρώτη του συλλογή «Δημόσιες ιστορίες» (Πηγή 2013) όσο και στη φετινή ασχολείται με τους ανθρώπους που ζουν εκόντες άκοντες στο περιθώριο και παλεύουν, με νύχια και με δόντια, να διασώσουν την αξιοπρέπειά τους αλλά και την τιμή ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ορθώνει ανθρώπους των λαϊκών συνοικιών του Πειραιά και αποτυπώνει με αυτούς ως άξονα την κρίση, την ανθρώπινη αντοχή και καρτερία, τον μόχθο, αλλά κυρίως τις ψυχικές μυλόπετρες που τους αλέθουν.
Στα διηγήματά του κυριαρχεί ένας αγνός ιδεαλισμός, ο οποίος ακολουθεί σαν σκιά κάθε κίνηση των ηρώων του. Τα περισσότερα κείμενα αφορούν κοινωνικούς προβληματισμούς, εμποτισμένους με αξίες που απορρέουν από τη διαρκή αναζήτηση του ανθρώπινου σε κάθε πράξη, είτε ο τελεστής της την εκτελεί ηρωικά είτε την υπομένει στωικά.
Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας πλάθει χαρακτήρες που έχουν τη στόφα του ήρωα μέσα στη λαϊκή ψυχή τους (μίξεις από καζαντζακικό Ζορμπά και μουρσελικό Λούη), καταθέτει φλέγοντες προβληματισμούς με διαχρονικό πασπάλισμα και ανακινεί τα πάθη του ανθρώπου, όπως έχει κάνει ανάλογα ο Χρήστος Οικονόμου. Εν ολίγοις, διαβάζουμε κείμενα με ανθρωπιστικό υπόβαθρο αριστερών ιδανικών και στόχων, πυροβολούμαστε από ένα πλούσιο οπλοστάσιο ευαισθησίας και ευαισθητοποίησης.
Πέρα από τους ήρωες, τους αγωνιστές που δεν διατυμπανίζουν το φρόνημά τους, τους μοναχικούς και τους ασυμβίβαστους, υπάρχουν και οι άλλοι, οι ηττημένοι της ζωής –που δεν είναι ωστόσο καθόλου αναξιοπρεπείς–, οι ναυαγισμένοι, οι ταπεινοί, οι χαμένοι, οι περιθωριακοί, οι λαϊκοί βιοπαλαιστές, που φωνάζουν με τη σιωπή τους κι ενίοτε φτάνουν σε οργισμένες εξάρσεις.
Το βασικό βέβαια γνώρισμα της συλλογής ιστοριών είναι η γλώσσα, που κουβαλά τόνους παρελθόντος, στρωμένους σε επίπεδα, από το λαϊκό πειραιώτικο μέχρι το λόγιο φιλολογικό και από το ποιητικό μέχρι το θεατρικό. Αυτή η προσήλωση στη γλώσσα, όταν δεν εξανδραποδίζει το θέμα κάθε διηγήματος, λειαίνει τις φράσεις, τις πελεκίζει, τις συμπυκνώνει συχνά σε ρητά, σε εύστοχες ατάκες, σε περιεκτικές προτάσεις αποφθεγματικού λόγου, σαν στίχους από ρεμπέτικο, σαν ρήσεις λαϊκής θυμοσοφίας.
Ξεχωρίζω «Τομπισκοτάκιμου», ένα πολύ λακωνικό κι εύστοχο χάρη στην πυκνότητά του διήγημα, που πετυχαίνει τον ιδεολογικό του στόχο να ψέξει την υποκρισία και να καταγγείλει τον καθημερινό ρατσισμό. Ξεχωρίζω επίσης το «The knocker-upper man», στο οποίο ο ρυθμός είναι πολύ αρμονικός, το δεύτερο πρόσωπο και η ταχύτητα δίνονται σε ικανοποιητικές δόσεις, ενώ και η έντεχνη εναλλαγή δοσμένων γεγονότων και σχολίων κρίνεται πολύ πετυχημένη.
Ξεχωρίζω το «Στο υπόγειο με τους αγίους», το οποίο, παρόλο που υστερεί στην εσωτερική νομοτέλεια των γεγονότων, χτυπά τον αναγνώστη με τη συναισθηματική περίσσειά του. Είναι η νοσταλγία για έναν κόσμο παλαιικό, γνήσιο, ντόμπρο, ηθικό μέσα στην αμαρτία του που έχει ουσία. Και, τέλος, κρατώ στα πολύ αξιόλογα το συγκινητικό «Ο ιππότης της ασφάλτου», στο οποίο ένας νταλικέρης σταματά στα διόδια, παραμονή Πρωτοχρονιάς, για να δώσει ελπίδα στην Πολωνή εργαζόμενη σ’ αυτά.
