ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο αντιπερισπασμός των συντρόφων παρείχε την ευκαιρία στον Νώντα να εισέλθει αθέατος στον αχυρώνα. Από χαραμάδα, που χωρούσε τον καρπό του να βγει, μαντάλωσε τον εξωτερικό σύρτη της πόρτας ούτως ώστε να δείχνει κλεισμένη όπως πάντα. Πλησίασε τον δυτικό τοίχο, ανασήκωσε κάτι τσιμεντόλιθους, τσάκωσε τις προμήθειες και ανέβηκε στην κορφή του στοιβαγμένου σανού. Εφτιαξε καβάτζα διαστάσεων ένα επί ένα και επί ενάμισι στο ύψος, μετακινώντας τις αχυρόμπαλες. Τοποθέτησε τρεις μεγάλου μεγέθους εν είδει στέγης, αφήνοντας κενό δέκα πόντων ανάμεσά τους για ν’ αναπνέει με άνεση. Τις στερέωσε με αδιάπτωτη προσοχή. Αν έπεφτε καμιά και κυλούσε καταγής, θα τον πρόδιδε ο θόρυβος και θα την πάθαινε σαν χαϊβάνι. Κάθισε σε μία ακουμπώντας την πλάτη στο ντουβάρι και ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Εμφανίστηκαν, ωστόσο, απορημένοι οι αρουραίοι. Εσκαγαν μύτη διστακτικά στην αρχή, ίσα ίσα να κόψουν κίνηση, φωτογραφίζοντας, λες, για το φέισμπουκ τον παρείσακτο. Αλλά σε λιγάκι τον συνήθισαν και φέρονταν σαν να ’θελαν να τραβήξουν σέλφι μαζί του. Ηπιε νερό και περίμενε με αγωνία. Η απουσία του έγινε αντιληπτή στην καταμέτρηση, δυο ώρες αργότερα, πάνω που πήρε να νυχτώνει. Η εκκωφαντική βοή της σειρήνας έφτανε στους οικισμούς σε μεγάλη ακτίνα τριγύρω. Ακουγε τον αλάπατο και τις φωνές προσκόπων και φυλάκων που συγκεντρώνονταν να οργανώσουν την έρευνα. Πλάκωσαν κι οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών οσονούπω.

Εψαχναν τους ανοιχτούς και κλειστούς χώρους δίπλα στις κεντρικές εγκαταστάσεις του Καταστήματος. Αναπόφευκτα μπήκαν κάποια στιγμή και στην αποθήκη. Φώτιζαν με προβολείς μπαταρίας κάθε γωνιά. Καίτοι καλά καβατζαρισμένος ψηλά στο βάθος, απροσπέλαστος στις εκτυφλωτικές δέσμες, ο φυγάς ένιωσε την καρδούλα του να αναχωρεί ολοταχώς κατά Κούλουρη. Η προχθεσινή ανάμνηση της εκατόμβης αποθάρρυνε τους διώκτες του κι έφυγαν βροντώντας την ξεχαρβαλωμένη θύρα. Ποιος τρελός θα κρυβόταν σε τόσο πολυπληθή αποικία τρωκτικών; Κι αν αποτολμούσε να διανυκτερεύσει κανείς, περισσότερο από βλακεία και λιγότερο από απόγνωση, θα τον κατασπάραζαν σαν τα πιράνχας οι πεινασμένοι και εξαγριωμένοι άποικοι.

Η καρδιά του Καραμπίνη ξαναπήγε στη θέση της. Οχι για πολύ. Ξεκινούσε καθόσον η δυσάρεστη συγκατοίκηση με τους πασίγνωστους άγνωστους και δύστροπους συνένοικους. Οσο εξακολουθούσε η μέρα δεκάδες ποντίκια μαζεύονταν να περιεργαστούν τον πελώριο γείτονα. Πρώτη φορά αντίκριζαν άνθρωπο από τόσο κοντά. Δεν τον πολυπλησίαζαν μολαταύτα. Εμοιαζαν φοβισμένα και σάμπως ντροπαλά. Υστερα από τη δύση του ήλιου άλλαξε άρδην η διάθεσή τους. Ο Νώντας προσαρμόστηκε γρήγορα στο σκοτάδι. Βοήθησε κι ο γλόμπος της κολόνας απέξω. Κύματα αμυδρού φωτός περνούσαν απ’ το άχτιστο αέτωμα και, αφότου ο ιδιοκτήτης αφαίρεσε το μεσαίο δεμάτι του ταβανιού, έλουζε με θαμπόφεγγο το αυτοσχέδιο ενδιαίτημα. Η νύχτα μεταμόρφωσε, θαρρείς, τους αρουραίους που εκδήλωναν πια επιθετική και επικίνδυνη συμπεριφορά.