Μια κι ήρθε η ώρα για διακοπές, ο νους μου πήγε στη Σαντορίνη, που για μένα είναι, αν όχι το πιο όμορφο, πάντως το πιο ενδιαφέρον νησί μας.
Μια καλή φίλη και συνάδελφος μ’ έστειλε -περιγράφοντάς μου το με ενθουσιασμό- σ’ αυτό για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1975, και πιάσαμε δωμάτιο στο Καμάρι, μακριά απ’ τα ξενοδοχεία του.
Δεν ξέρω πώς είναι σήμερα, αλλά τότε στην παραλία υπήρχε μόνο μια ταβερνούλα, με δύο-τρία δωμάτια από πάνω κι ένα ξεχωριστό δωματιάκι ακριβώς πάνω στη θάλασσα. Αυτό πιάσαμε! Ξυπνάγαμε το πρωί και βουτάγαμε αμέσως. Αλληλούια!
Κάθε μια από τις 7 μέρες που περάσαμε στη Σαντορίνη κάναμε και κάτι διαφορετικό: Τη μία, ξεκινήσαμε χαράματα, για να μη μας πιάσει ο ήλιος, και ανεβήκαμε ψηλά στην αρχαία πόλη με το τεράστιο θέατρό της.
Την άλλη πήγαμε στον Μπαξέ, μια εκπληκτική παραλία στο τέλος ενός χωματόδρομου, πέντε χιλιόμετρα απ’ τα Φηρά.
Πήγαμε στο καταπληκτικό Ακρωτήρι, στις ανασκαφές του οποίου, δύο χρόνια πριν, είχε σκοτωθεί ο μέγας αρχαιολόγος Σπύρος Μαρινάτος: είχε φέρει έναν ταινιόδρομο για να απομακρύνει τα χώματα απ’ την ανασκαφή, ο οποίος όμως όλο χάλαγε.
Μια, δυο, τρεις, τον έπιασαν τα νεύρα του, έβαλε τις φωνές, ζαλίστηκε, παραπάτησε κι έπεσε από ένα τοιχάκι 60 εκατοστών, όπου είχε ανεβεί για να επιβλέπει καλύτερα. Χτύπησε στο κεφάλι και έμεινε στον τόπο.
Τα βράδια γυρίζαμε στο Καμάρι, όπου η Ζαμπιώ μάς ετοίμαζε φαΐ και ο άντρας της, ο Δημητρός, μας έλεγε ιστορίες, συνήθως απ’ τη ζωή στο νησί κατά την Κατοχή:
– «Τότες δεν είχαμε καύσιμα για μηχανές και κάναμε κουπί. Γέμιζα τη βάρκα ντομάτες και τις πούλαγα στη Νάξο και στη Νιο».
– «Και δεν φοβόσουνα μην πιάσει καιρός και βουλιάξει η βάρκα;».
– «Εεε, μωρέ, βουλιάζουν οι βάρκες;».
– «Να κολυμπάς ήξερες;».
– «Οχι! Ούτε έμαθα ποτέ μου…».
Αυτός ήταν ο Δημητρός, μαραγκός, ντοματοπαραγωγός και ολίγον ξενοδόχος. Μενδρινός στο επίθετο.
Ενα απόγευμα μου λέει η Ζαμπιώ: «Ελα να πάμε να ποτίσουμε τον γάιδαρο». Περπατήσαμε 10 λεπτά και φτάσαμε σ’ ένα λιβαδάκι, όπου ο γάιδαρος μας υποδέχτηκε με γκαρίσματα χαράς. Ηταν δεμένος σ’ ένα δέντρο μ’ ένα σκοινί ίσαμε 20-30 μέτρα.
«Μας δούλεψε καλά τόσα χρόνια», μου είπε η Ζαμπιώ, και τώρα που γέρασε τον φροντίζουμε να μην του λείψει τίποτα, μέχρι να πεθάνει». Αυτή ήταν η καλόκαρδη Ζαμπιώ – κατά κόσμον Ελισάβετ.
* Το Αλλοπαράκι μου θυμάται μόνο τα καλά. Π.χ. ξέχασε να σας πει ότι κάποιοι σημερινοί Σαντορινιοί μάλλον δεν φέρονται σωστά στα γαϊδουράκια και τα μουλάρια που ανεβάζουν τουρίστες στα Φηρά. Γι’ αυτό και η εκδήλωση διαμαρτυρίας που θα γίνει στις 27, 28 και 29 Ιουλίου εκεί. Διότι παραγαϊδουρέψαμε…
