Στην απαίτηση των Αμερικανών για αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου του Πεκίνου σκοντάφτουν, όπως φαίνεται, οι προσπάθειες εξομάλυνσης των εμπορικών σχέσεων ΗΠΑ και Κίνας.
Αξιωματούχοι των δύο χωρών συναντήθηκαν την περασμένη Τετάρτη και Πέμπτη στην Ουάσινγκτον προκειμένου να διερευνήσουν το ενδεχόμενο εξεύρεσης μιας λύσης στην εμπορική τους διαμάχη.
Στάθηκε ωστόσο αδύνατο να γεφυρώσουν τις διαφορές τους, καθώς η αμερικανική πλευρά απαίτησε μεταρρυθμίσεις στη βιομηχανική πολιτική οι οποίες θα άλλαζαν θεμελιωδώς το αναπτυξιακό μοντέλο που ακολουθεί το Πεκίνο.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, oι Κινέζοι αξιωματούχοι που συμμετείχαν στις συναντήσεις δέχτηκαν τριών ειδών απαιτήσεις από τους Αμερικανούς.
Το 30%-40% των αμερικανικών απαιτήσεων αφορούσε περισσότερες αγορές αμερικανικών αγαθών από την Κίνα, άλλο ένα 30%-40% μέτρα για το άνοιγμα των κινεζικών αγορών ενώ το τελευταίο 20%-40% των απαιτήσεων αφορούσε θέματα βιομηχανικής πολιτικής, όπως οι επιδοτήσεις του Πεκίνου στις κινεζικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας και η μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων για αμερικανικές επιχειρήσεις βάσης δεδομένων που δραστηριοποιούνται στην πολυάνθρωπη χώρα.
Οι εκπρόσωποι της Κίνας συζήτησαν τις δύο πρώτες κατηγορίες των αμερικανικών απαιτήσεων και διαφάνηκε ότι μια συμφωνία μπορεί να επιτευχθεί σε αυτές. Αρνήθηκαν όμως παντελώς να μπουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αρκετά από τα ζητήματα της τρίτης κατηγορίας, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν σαν να παραδίδουν τα ηνία της οικονομίας τους στην Ουάσινγκτον.
Αποδοχή αμερικανικών αιτημάτων, όπως ο περιορισμός του κρατικού ελέγχου στις ροές του τραπεζικού συστήματος για την ενίσχυση συγκεκριμένων βιομηχανιών και επιχειρήσεων, ισοδυναμεί με ανάκληση της αναπτυξιακής στρατηγικής που ακολουθεί το Πεκίνο στην οικονομία με τη χρήση των κρατικών πόρων και ήταν λογικό να τεθεί εκτός συζήτησης.
Ας σημειωθεί ότι στη διάρκεια αυτών των συζητήσεων οι ΗΠΑ έθεσαν σε ισχύ τον δεύτερο γύρο δασμών σε κινεζικές εισαγωγές αξίας 16 δισ. δολαρίων.
Η Κίνα απάντησε αμέσως επιβάλλοντας και αυτή δασμούς σε αμερικανικές εισαγωγές ισόποσης αξίας. Συνολικά από τις αρχές Ιουλίου οι δύο χώρες έχουν δασμολογήσει εισαγόμενα αγαθά αξίας 100 δισ. δολαρίων ενώ τον Σεπτέμβριο αναμένεται νέος γύρος.
Χθες ο υπουργός Οικονομικών της Κίνας Λιου Κουν, σε συνέντευξή του στο πρακτορείο Reuters, υποσχέθηκε ότι η κυβέρνησή του θα συνεχίσει να απαντά στους νέους δασμούς των ΗΠΑ, αλλά τα αντίμετρα θα είναι όσο το δυνατόν στοχευμένα προκειμένου να μην πλήττονται οι επιχειρήσεις στην Κίνα, κινεζικές ή ξένες.
Ας σημειωθεί ότι αρκετές αμερικανικές επιχειρήσεις και ενώσεις, όπως το Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο, έχουν επικρίνει την κυβέρνηση Τραμπ για τους δασμούς, μεταξύ άλλων και επειδή τα αντίμετρα των Κινέζων επιδεινώνουν την ανταγωνιστικότητα γνωστών αμερικανικών εταιρειών όπως οι αλυσίδες fast food, καφέ KFC, Pizza Hat Starbucks που είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στην Κίνα.
Ο Λιου παραδέχτηκε ότι οι αμερικανικοί δασμοί έχουν επηρεάσει την ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας αλλά σε μέτριο βαθμό. Αποκάλυψε, δε, ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει να αυξήσει τις δαπάνες της για την υποστήριξη όσων εργαζομένων χάσουν τη δουλειά τους εξ αιτίας των υψηλότερων αμερικανικών δασμών.
