Το έργο της ομάδας «Νομαδική Αρχιτεκτονική», μια ονομασία που κυριαρχεί στο εξώφυλλο και στο εσωτερικό του βιβλίου, περιγράφεται ευθύς εξαρχής με συντομία. Οι δράσεις της «γίνονται στον δημόσιο χώρο και στα αστικά κενά» και «μετασχηματίζουν εφήμερα τη δημόσια σφαίρα μέσα από το περπάτημα, τις συναντήσεις, την καλλιέργεια της γης, την τροφή». Τέτοιες δράσεις «δημιουργούνται στις ρωγμές, στις μετατοπίσεις, στα περάσματα και στον κατακερματισμό», δημιουργώντας με τους κατοίκους «εφήμερες κοινότητες», εκφράζοντας μια πολιτική στάση με τα «ευάλωτα» σώματα όσων συμμετέχουν.
Η δράση λοιπόν πάνω από τα ονόματα, η συλλογικότητα, ακόμα κι όταν εμφανίζονται ονόματα να υπογράφουν κείμενα ή σε λεζάντες φωτογραφιών, δεν υποβαθμίζεται σε καμία περίσταση. Ακόμα και η ονομασία της ομάδας μεταλλάσσεται στον χρόνο, υιοθετώντας έννοιες που εκφράζουν πιστότερα τον εφήμερο χαρακτήρα των παρεμβάσεών της.
Προτάσσεται ένα εκτεταμένο Μέρος Ι με φωτογραφίες που καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν αυτό τον τόσο εφήμερο και εύθραυστο χαρακτήρα των δράσεων, με υλικό που συνεισφέρουν εννέα μέλη της ομάδας εκτός από φωτογραφίες που προέρχονται από το Αρχείο της ομάδας. Κατόπιν, εισερχόμαστε στο κύριο σώμα του βιβλίου, το Μέρος ΙΙ, με κείμενα που υπογράφουν οκτώ συγγραφείς αλλά υπάρχουν και πολλά άλλα ανώνυμα.
Εδώ γίνεται διάκριση ανάμεσα σε θεωρητικά κείμενα και σε όσα αναφέρονται σε συγκεκριμένες δράσεις. Κρίνοντας από τα κείμενα, βλέπουμε ότι εδώ εκπροσωπούνται αρχιτέκτονες, εικαστικοί και ιστορικοί τέχνης. Μαθαίνουμε επίσης ότι η σύνθεση της ομάδας έχει διαφοροποιηθεί διαχρονικά, αποκτώντας μια ρευστότητα ανάλογη με την ποικιλία των δράσεων που οργανώνονται. Τονίζοντας μάλιστα τον διεθνή χαρακτήρα του ακτιβισμού αυτού, το Μέρος ΙΙ προσφέρεται αυτούσιο και σε αγγλική μετάφραση.
Το πρώτο κείμενο είναι της Ελένης Τζιρτζιλάκη, κεντρικής φυσιογνωμίας της ομάδας ήδη από τις πρώτες της δοκιμές στην πράξη, η οποία καταγράφει το χρονικό δράσεων της ομάδας, ξεκινώντας πριν από 12 χρόνια στο Γκαζοχώρι, με έναυσμα τη δημιουργία του σταθμού μετρό «Κεραμεικός», και εντοπίζει τις επιδράσεις που δέχτηκαν τα μέλη της, θεωρητικές και πρακτικές, ενώ καταγράφει τις διασυνδέσεις της ομάδας με άλλες αντίστοιχες ομάδες ακτιβισμού σε άλλες χώρες.
Μέσα σε αυτή την περίοδο, έχουν μεσολαβήσει όμως συνταρακτικά γεγονότα. Οι απειλούμενοι με έξωση Πομάκοι στο Γκαζοχώρι και οι καταλήψεις κενών κτιρίων ή κενών οικοπέδων στο κέντρο (ως αυτοδιαχειριζόμενα πάρκα) θα αντικατασταθούν με τα ασταμάτητα κύματα μεταναστών που κατακλύζουν τον δημόσιο χώρο, μέσα σε μια ατμόσφαιρα βαθιάς οικονομικής κρίσης. Αν, πιο πρόσφατα, το 2011, η ομάδα βρίσκεται στην πλατεία Κουμουνδούρου και το 2012 στην πλατεία Κοτζιά, μοιραία το 2014 θα οργανώσει την εκδήλωση «Το καλό θα ‘ρθει από τη θάλασσα» στην Ακτή Τσαμάκια Μυτιλήνης και το 2016 θα έχει μεταφερθεί στο Κάτω Τρίτος της Λέσβου.
Αλλάζουν οι κλίμακες, αλλάζουν οι προκλήσεις, ο χαρακτήρας της αντίστασης ως στόχευση όμως παραμένει σταθερός. Η Νομαδική Αρχιτεκτονική οργανώνει προσεκτικά δράσεις «ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και την τέχνη», χρησιμοποιώντας συνειδητά «τελετουργίες» όπου εμπλέκονται στοιχεία γιορτής, προετοιμασίας και κατανάλωσης τροφής. Κεντρικό πάντως στοιχείο των κάθε λογής δράσεων είναι το περπάτημα. Οπως εξηγεί ένα ανώνυμο κείμενο παρακάτω, «περπατώντας […] συνδιαμορφώνεις τον χρόνο της πόλης. […] Το νομαδικό υποκείμενο, περπατώντας, διασχίζει σύνορα μέσ’ από περάσματα κι από ρωγμές».
Το Μέρος ΙΙ κλείνει με διάλογο μεταξύ των αρχιτεκτόνων Ελ. Τζιρτζιλάκη, Τζ. Τραγανού και Ν. Καζέρου, με τον τίτλο «Σωσίβια». Κεντρικό θέμα του είναι «τα κοινά», ξεκινώντας από κοινοτικούς κήπους στη Ν. Υόρκη που συσχετίζονται με αθηναϊκά ανάλογα παραδείγματα, και κατόπιν μετατοπίζεται προς μια κριτική στάση απέναντι στις εκδηλώσεις «Μαθαίνοντας από την Αθήνα» της Documenta το 2017.
Τέλος, προστίθεται ένα «ένθετο» με χάρτες, το τόσο σημαντικό εργαλείο των δράσεων που οργανώνει η Νομαδική Αρχιτεκτονική, καθώς οι χάρτες μετατρέπονται σε βιωματικό μέσον συνδιαλλαγής και μεταβίβασης τραυματικών πληροφοριών ανάμεσα σε όσους μετέχουν σε εκείνες τις «εφήμερες κοινότητες». Σκόπιμα, χάρτες και φωτογραφίες είναι τα μόνα υλικά ίχνη που παράγει και διατηρεί η ομάδα, καθώς απευθύνεται σε κατοίκους και χρήστες χωρικά προσδιορισμένους. Για ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα, η ομάδα ταυτίζεται με τον τόπο, σκύβει να ακούσει και να μάθει. Περπατάει, συμμετέχει και συμπάσχει, αλλά υποψιασμένα αρνείται να αγγίξει.
Από τους υπότιτλους φωτογραφιών βλέπουμε πως τουλάχιστον μία συζήτηση για το Remap ΚΜ (Κεραμεικός-Μεταξουργείο) το 2007 έγινε στο βιβλιοπωλείο του εκδοτικού οίκου futura. Αυτό και μόνο το γεγονός μαρτυρά μια έμπρακτη εμπλοκή του εκδότη με την ομάδα, ίσως εξηγώντας την τόσο φροντισμένη σελιδοποίηση του βιβλίου, που κατορθώνει να διατηρήσει τη συνοχή ενός διάσπαρτου υλικού, τόσο «ευάλωτου» όσο και τα «τοπία» που εξερευνά η ομάδα με ποικίλες δράσεις σε διάφορες τοποθεσίες.
