ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ηλίας Καφάογλου Επιμέλεια: Αννα Σκαρλάτου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το μπικίνι, «μαγιό δύο τεμαχίων», το πλέον μικροσκοπικό ένδυμα στον κόσμο, έκανε την εμφάνισή του στις 5 Ιουλίου 1946 χάρη στον Γάλλο μηχανικό αυτοκινήτων, Λουί Ρεάρ, η οικογένεια του οποίου δραστηριοποιείτο στο εμπόριο εσωρούχων. Λανσαρίστηκε από τη στρίπερ Μισελίν Μπερναντινί στο Παρίσι, η οποία κρατούσε ένα σπιρτόκουτο για να δείξει, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι αυτό που φορούσε άνετα μπορούσε να χωρέσει σε τόσο περιορισμένες διαστάσεις. Τέσσερις ημέρες νωρίτερα ο αμερικανικός Στρατός είχε ρίξει την τρίτη ατομική βόμβα στην ατόλη Μπικίνι, μία από τις Νήσους Μάρσαλ, στο πλαίσιο πυρηνικών δοκιμών. Το μπικίνι λοιπόν παρουσιάστηκε ως μεγάλη είδηση, έγινε σύμβολο για να αναδείξει η γυναίκα το σώμα της και να το απελευθερώσει.

Από τότε το μπικίνι πολεμήθηκε και τρελά αγαπήθηκε, συνδέθηκε με τα κινήματα αμφισβήτησης της νεολαίας, με τη «χρυσή εποχή» του νεανικού τουρισμού, με το ροκ ‘ν’ ρολ, με την ενίσχυση της κινητικότητας, με το μίνι και το Μίνι. Τα «παιδιά του Μαρξ και της Κόκα Κόλα» φόρεσαν μπικίνι και μπλουτζίν, στη Δυτική και την Ανατολική Ευρώπη και στην Ελλάδα. Πώς υποδέχτηκε η τελευταία το μικροσκοπικό ένδυμα για τη θάλασσα, την εποχή που οι νέοι χορεύουν, αλλά και διαδηλώνουν, η χώρα «κραυγάζει» για τουρισμό, ανακαλύπτει και κατακλύζει τις παραλίες; Πώς το αντιμετώπισε η Αριστερά και το ελληνορθόδοξο στρατόπεδο, τι έγραφε ο Τύπος, πώς επέδρασε στον κινηματογράφο, στη λογοτεχνία, σε μια εποχή «οργισμένων νιάτων» και «ηθικού πανικού» για την επανάσταση της νεολαίας;

Ο συγγραφέας Ηλίας Καφάογλου αναλύει το φαινόμενο σε όλες του τις διαστάσεις στο βιβλίο του «Η δημοκρατία στην παραλία: Μικρό δοκίμιο για το μπικίνι», που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόρτες.

 ■ Το μπικίνι και η δημοκρατία. Το μπικίνι, όταν πρώτη φορά εμφανίστηκε, κατέστη σύμβολο για να αναδείξει μια γυναίκα το σώμα της. Συνιστά και συστήνει, επομένως, σύμβολο κοινωνικής διάκρισης, αφού η γυναίκα πρέπει να ξοδέψει χρήματα έτσι ώστε να διατηρήσει το σώμα της «με προδιαγραφές μπικίνι». Συνιστά ακόμα μέτρο για να επικρίνονται οι ατέλειες -πόσο ερωτεγενείς, ωστόσο, μπορεί να είναι…-, αυτές που δεν συνάδουν με το σώμα «γλυπτό», το οποίο τα γυναικεία περιοδικά ανέδειξαν και πρόβαλλαν – και το κάνουν ακόμα. Είναι σέξι το μπικίνι, γι’ αυτό το λάνσαραν συνήθως χυμώδη μοντέλα, είναι αποκαλυπτικό, συνιστά εξολκέα ανδρικών φαντασιώσεων, είναι αναπόσπαστο από την κουλτούρα του μαυρίσματος και αυτήν του ναρκισσισμού. Συνδέεται, βέβαια, και με τη φαντασίωση της παραλίας, ενός τόπου προς εξερεύνηση, ως εμπειρία εκτός χρόνου, ως «ροβινσωνιάδα».

Το μπικίνι και το τόπλες είναι μια κάποια εκδίκηση στη ρουτίνα της καθημερινότητας, στη μονοτονία της, σήμα ανεμελιάς. Τονίζει και αναδεικνύει τη… διαβολική ομορφιά, γι’ αυτό και η Καθολική Εκκλησία το εξόρισε στο πυρ το εξώτερον. Το μπικίνι επιβάλλει σεβασμό απέναντι στο σώμα των γυναικών, κάνει το σώμα από απόσταση επιθυμητό. Είναι, επίσης, σήμα και απόδειξη νεανικότητας, πρόκριμα άνεσης, διακήρυξης ελευθερίας. Μέσω του μπικίνι, ναι, η παραλία γίνεται επικράτεια όπου η δημοκρατία κατοικεί και συγχρόνως αναιρείται. Τα σώματα στην παραλία είναι τρωτά στο βλέμμα, ενδοτικά σε κάθε λογής εισβολείς, εκτεθειμένα στο κοινωνικό ζάπινγκ. Η παραλία ιδρύει διαφορές καταλύοντας, συγχρόνως, τις υποχρεώσεις, διαδικασία που συνδέεται με τη «μοντέρνα εποχή», αυτήν που συνδέεται με τη νεωτερικότητα, τον (επανα)καθορισμό του χώρου και του χρόνου, την «Εποχή των Αυτοκρατοριών».

■ «Κάτω από το λιθόστρωτο υπάρχει η παραλία». Συνδέθηκε με τα κινήματα αμφισβήτησης το μπικίνι, με «τα παιδιά του Μαρξ και της Κόκα Κόλα». Σταδιακά, ωστόσο, συμβόλισε τη «γυναίκα αντικείμενο» και έφερε δυσφορία στις φεμινίστριες. Καλύτερα από κάθε άλλη εικόνα, η παραλία του Μάη του ’68 συμβόλιζε τις ελευθερίες που οι νέοι τότε ήθελαν να κατακτήσουν. Δυστυχώς, όμως, κάτω από την άμμο της παραλίας υποκρύπτονται άλλα λιθόστρωτα, κανόνες έμμεσοι και ιεραρχήσεις, ταξινομήσεις και διαχωρισμοί, αποκλεισμοί και έλλειψη ανεκτικότητας. Τα σώματα στην παραλία κατασκευάζονται, ενδύονται τα ρούχα του λουόμενου, γίνονται σημαδούρες, «μια άγραφη πινακίδα», για να θυμίσω την καίρια λέξη του Ζαν-Ντιντιέ Ουρμπέν και το βιβλίο του «Στην Ακροθαλασσιά».

Δεν είναι, βέβαια, τυχαίο ότι η πρώτη κούκλα Μπάρμπι φορούσε μαγιό – ολόσωμο, εννοείται. Η εποχή που η Ούρσουλα Αντρες ξελόγιαζε τον Τζέιμς Μποντ με το λευκό της μπικίνι και η Τζέιν Μάνσφινλτ προέβαλλε τα στήθη της για να καθιερωθεί το μπικίνι έχει ανεπιστρεπτί περάσει. Αλλά η φαντασίωση της παραλίας, ένα σημείο μηδέν του λόγου και της σκέψης, ένας τόπος ουτοπίας, ένα υποτιθέμενα δημοκρατικό σύμπαν, όπου πρωτεύει «να είμαστε ο εαυτός μας», καλά κρατεί. Σώματα γυναικών, σώματα ανδρών σε μια γαμική αγορά, αλλού και στην Ελλάδα. Η απόλαυση είναι δεδομένη, για αυτήν τα περιοδικά λάιφ στάιλ διαγκωνίζονται, ακόμα και όταν αναγγέλθηκε το τέλος του μπικίνι και του τόπλες, το 2015, από το Elle.

■ Ροκ και μπικίνι. Η υποδοχή και δεξίωση του μπικίνι στην Ελλάδα είναι ανάλογη με του ροκ ‘ν’ρολ, όπως έχει δείξει ο Κώστας Κατσάπης, και των φλίπερ, όπως έχει υποστηρίξει ο Κώστας Καλφόπουλος. Το 1957, την ίδια χρονιά που ο Κριστιάν Ντιόρ υιοθετούσε το «στυλ της αφθονίας» στη συλλογή του «Νιου Λουκ», στο περιοδικό Χτυποκάρδι, το μπικίνι δέσποσε στο εξώφυλλο με τη Ζέτα Αποστόλου μπικινοφορούσα να συνιστά «ισχυρή πηγή ερεθισμού» για πολλούς εφήβους της εποχής. Εναν χρόνο πριν, στις 21 Οκτωβρίου 1956, η μπάντα τζαζ του Εκτου Στόλου έπαιξε πρώτη φορά ροκ ‘ν’ρολ στο Ζάππειο, σε μια εποχή που ήδη η Ελλάδα «κραυγάζει για τουρισμό», εποχή εντυπωσιακής και σταθερής οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και συγκρότησης «κράτους εθνικοφρόνων», δέκα χρόνια πριν τα Ιουλιανά, τον «ελληνικό Μάη», και ενώ η ανταρτεμένη νεολαία αναδεικνύεται σε αυτόνομο κοινωνικό υποκείμενο και μετατρέπει τους δημόσιους χώρους σε «επικράτεια διαφωνίας».

Η Αριστερά και το ελληνορθόδοξο στρατόπεδο, για διαφορετικούς λόγους, αντιμετώπισαν το μπικίνι με σκεπτικισμό ή και αρνητικά, η πρώτη, καταγγελτικά, οι δεύτεροι. Στις ελληνικές ακρογιαλιές, ωστόσο, όλο και περισσότερες φορούσαν μπικίνι. Το μπικίνι δεν ήταν πια επιλογή της ανώτερης αστικής τάξης ή των αστέρων του διεθνούς τζετ σετ, όπως αποδεικνύουν και οι σχετικές εξεικονίσεις σε έργα του Γιάννη Μαρή ή σε άρθρα του Καραγάτση και του Ψαθά, αλλά και συχνά πυκνά σε ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, στη «Διαβόλου κάλτσα» το 1961, λόγου χάριν, για να μην επιμείνουμε στις ενδυματολογικές λουτρικές επιλογές πρωταγωνιστούσης της Αλίκης Βουγιουκλάκη.

Πάντως, ο Ψαθάς ρωτούσε αναφερόμενος σε «τοπλεσοφόρα δεσποινίδα»: «Πώς θα διακρίνουμε μια τσούλα από μία καθώς πρέπει δεσποινίδα, αφού το μόνο διακριτικό , ως τώρα, είναι η ντροπή; », και η συμπαθής «χοντρή» του Θησαυρού φορά μπικίνι πάνω από το ολόσωμο μαγιό της , αφού ο άντρας της «είδε την Μπαρντώ να φορά αυτό και του άρεσε πολύ»…

Οσο για τη Χούντα, «στήριξε την τουριστική ανάπτυξη κρατώντας ανοιχτή τη χώρα στα κύματα των ξένων επισκεπτών», για να δώσω τον λόγο στην Εφη Φαλίδα, και, από αυτή την πλευρά, η χρήση του μπικίνι δημιούργησε ρήγματα στα τείχη της συντηρητικής αντίληψης, την εποχή που τα κινήματα αμφισβήτησης της καθημερινότητας εκβάλλουν πλεισίστια στην πολιτική αμφισβήτηση.

Τι θα έκανε μια κοπέλα στην ελληνική επαρχία στη διάρκεια της Χούντας και πριν από αυτήν; Θα επέλεγε να προβάλει τα θέλγητρά της με μπικίνι ή θα δίσταζε και ο δισταγμός αυτός θα την απέτρεπε; Θα ακολουθούσε τη μόδα να φορέσει μπικίνι, ώστε να γίνει αρεστή στους νέους, ή θα ακολουθούσε τις πατροπαράδοτες επιταγές να μη γδυθεί; Οι νέοι επισκέπτες της Ελλάδας, με τους οποίους ερχόταν σε επαφή, οι νέες από τη Δυτική Ευρώπη με μπικίνι και τόπλες, την παρότρυναν, αν θέλει να είναι μοντέρνα, να «γδυθεί». Ο ρόλος της ως μέλλουσας συζύγου, την απέτρεπε. Εξάλλου, τα δυτικά καταναλωτικά πρότυπα, οι δυτικές «μόδες», η σχόλη, οι διακοπές, η τεμπελιά στη σκέψη των συντηρητικών αρθρογράφων της εποχής ταυτίζονταν.

Μέσω του μπικίνι, προσπαθώ να πω, μπορούμε να παρακολουθήσουμε τον μετέωρο βηματισμό της ελληνικής κοινωνίας σε ό,τι αφορά την πρόσληψη του μοντερνισμού και της νεωτερικότητας. Κυρίως: να θέσουμε ερωτήματα για τις κινητικότητες στην ελληνική κοινωνία, τη διαμόρφωση πολιτισμικών πρακτικών στη «σύντομη δεκαετία του ‘60». Στο μπικίνι, εντέλει, εμφιλοχωρεί πάντοτε μετέωρη η ευτυχία να υπάρχεις. Οπως και στη γραφή.