«Είναι τελικά οι κοινωνικές συνθήκες που κάνουν το έγκλημα δυνατό ή αναγκαίο». Η ρήση αυτή του Μπρεχτ περιγράφει απόλυτα τον καμβά πάνω στον οποίο υφαίνεται το εξαιρετικό από όλες τις απόψεις νουάρ μυθιστόρημα του Σταύρου Χριστοδούλου «Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018).
Ο φόνος ενός ομοφυλόφιλου ζωγράφου γίνεται η αφορμή για να ξεδιπλωθούν παράλληλες βασανισμένες ζωές –γεμάτες μυστικά και ψέματα–, που διασταυρώνονται από σύμπτωση ή συγγενικές καταβολές.
Από τον παγωμένο Φλεβάρη του 1985 στη Βουδαπέστη, το μυθιστόρημα μας μεταφέρει στην Αθήνα του 2012, η οποία βαδίζει ολοταχώς από την πλάνη της πλαστής ευημερίας προς την κορύφωση της κρίσης.
Οι πρωταγωνιστές και οι κομπάρσοι του Χριστοδούλου διαμορφώνονται μέσα στο ασφυκτικό περιβάλλον βουβών και ανομολόγητων οικογενειακών τραγωδιών, οι οποίες έρχονται στην επιφάνεια με διαφορετικό τρόπο και ένταση, ανάλογα με την κοινωνική υπόσταση των ίδιων των ηρώων.
Πρόκειται για ανθρώπους που θα μπορούσαν να έχουν μια αξιοπρεπή, ισορροπημένη ζωή, αλλά τα κύματα της ιστορίας τους παρασέρνουν σαν φτερά στον άνεμο, τους υποτάσσουν και τους εξαναγκάζουν να ζήσουν τη «σκατοζωή που τους έλαχε».
Μέχρι που την «κακιά στιγμή» η φτώχεια, η εξαθλίωση, η αναξιοπρέπεια, οι αταίριαστοι πουλημένοι έρωτες –παρακινημένοι από τη μοναξιά και τις οικονομικές περιστάσεις–, τα τηλεοπτικά όνειρα για ένα καλύτερο μέλλον, η αδυσώπητη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, η μικροπαραβατικότητα για λόγους επιβίωσης αλλά και το οργανωμένο έγκλημα, ο πολύμορφος ρατσισμός και η ομοφοβία, τους εξωθούν στην εγκληματική κορύφωση.
Στην περίπτωση του μυθιστορήματος, η κορύφωση αυτή παίρνει τη μορφή της εξιλέωσης μέσα από την τυφλή εκδίκηση.
Ο Χριστοδούλου περιγράφει με ακρίβεια τα ψυχογραφήματά τους, ανάλογα με την ταξική προέλευσή τους και τα προσωπικά βιώματά τους.
Εγκιβωτίζει έντεχνα στην αφήγηση το γιατί και το πώς κατέληξαν να προσλαμβάνουν και να αποδέχονται μοιρολατρικά το απάνθρωπο κακό καθεστώς, που καθορίζει τις παραμέτρους της αβάσταχτης ζωής τους, τους φυλακίζει στα σκοτεινά του έγκατα και τους μετατρέπει σε αναλώσιμα γρανάζια.
Κεντρικός άξονας της αφήγησης είναι μια ιστορία ενοχής και εξιλέωσης. Μια οικογενειακή τραγωδία που επαναλαμβάνεται από πατέρα σε γιο.
Ενας πατέρας λιποψυχεί και εγκαταλείπει τον γιο του στη Βουδαπέστη κατά την τελευταία φάση πριν από την καπιταλιστική μετάλλαξη του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όπου μικρομεσαίοι «επιχειρηματίες» αξιοποιούν τα ανοίγματα στην ελεύθερη αγορά, ακροβατούν ανάμεσα στο «νόμιμο» και το «παράνομο», στήνουν βιτρίνες και κάνουν την πρωταρχική τους συσσώρευση με μαύρη αγορά συναλλάγματος και πορνεία.
Χρόνια αργότερα, ο εγκαταλειμμένος γιος, μικροκακοποιός μεγαλωμένος με την πίκρα της απόρριψης, μεταναστεύει από την καπιταλιστική Βουδαπέστη στην Αθήνα της κρίσης.
Γίνεται πατέρας και εξαναγκάζεται κι αυτός από τις περιστάσεις και την αδυναμία του να διαχειριστεί τη δική του προσωπική κόλαση, να εγκαταλείψει τον δικό του γιο.
Στο μυθιστόρημα του Χριστοδούλου η αστυνομική έρευνα για τη διαλεύκανση του φόνου είναι σκόπιμα προσχηματική.
Ο αστυνόμος που αναλαμβάνει να τον διαλευκάνει δεν ενδιαφέρεται στην πραγματικότητα για το ποιος είναι ο δολοφόνος του ομοφυλόφιλου ζωγράφου. Το πτώμα άλλωστε δεν είναι της αρεσκείας του. Ο ίδιος είναι επιρρεπής στην ακροδεξιά, ομοφοβική και ρατσιστική προπαγάνδα που εκμεταλλεύεται την κρίση για να χύσει το δηλητήριό της στο δοκιμαζόμενο κοινωνικό σώμα.
Ο μύχιος λόγος; Επειδή αρνείται να παραδεχτεί το δικό του ενδοοικογενειακό ανομολόγητο: ότι ο γιος του είναι ομοφυλόφιλος! Ετσι, εθελοτυφλεί εκούσια, δεν ερευνά σε βάθος τα κίνητρα και τη δράση των υπόπτων και προσπαθεί να κλείσει την υπόθεση όπως-όπως.
Του αρκεί που ο δολοφονημένος είναι ομοφυλόφιλος και ο κατά τα φαινόμενα κύριος ύποπτος, ένας μικροκακοποιός μετανάστης. Ενας βολικός ένοχος απ’ όλες τις απόψεις.
Ενας δημοσιογράφος, φίλος τού κατά τα άλλα τίμιου αστυνόμου, δεν αποδέχεται την εκδοχή του βολικού ενόχου και ξεκινά να ξετυλίξει το κουβάρι της ιστορίας.
Τι κίνητρο έχει; Τι νόημα έχει για τον ίδιο να σκαλίσει τις περιθωριακές ζωές των αντιηρώων, αλλά και τις ζωές εκείνων που προέρχονται από τα ανώτερα και μεσαία στρώματα;
Για ποιο λόγο αξιοποιεί τις «εξουσίες» του επαγγέλματός του και, στο όνομα της αλήθειας, εκβιάζει το ξεσκέπασμά της; Ποιοι δαίμονες διαφεντεύουν τη δική του συμβιβασμένη ύπαρξη;
Η καθηλωτική δράση μάς στέλνει καλοδεχούμενες γροθιές στο στομάχι. Συντίθεται από διασταυρούμενες αναπαραστατικές σκηνές και αναδρομές, που ανατρέπουν πειστικά το αναμενόμενο και καταφέρνουν το «τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται» να φαντάζει ως απόλυτα φυσιολογικό.
Η μη αυστηρά «αστυνομική» γλώσσα του συγγραφέα σε αδράχνει από τον λαιμό από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο (ένα από τα καλύτερα εισαγωγικά κεφάλαια που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια).
Ο Χριστοδούλου είναι δεξιοτέχνης και στην πλοκή και στον χειρισμό της γλώσσας. Με αυτά τα δύο χαρίσματα καταφέρνει να προκαλεί στον αναγνώστη στιγμές αισθητικής απόλαυσης, από αυτές που σπάνια συναντούμε στα μαύρα κοινωνικά αστυνομικά μυθιστορήματα.
