Βιβλία στο προσκέφαλο
Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.
Βραβευμένος, μεταφρασμένος, δάσκαλος Δημιουργικής Γραφής, πάνω απ’ όλα όμως συγγραφέας με πλούσιο έργο, ανοιχτή θεματική και πολύτροπη γραφή, που απευθύνεται σε μια μεγάλη ηλικιακή κλίμακα, παιδικό και νεανικό κοινό, χαρακτηρίζουν τον σημερινό φιλοξενούμενο της στήλης μας. Κοινωνική μέριμνα, οικολογική ανησυχία, ευφάνταστο χιούμορ και παιδαγωγική παρατηρητικότητα εμψυχώνουν τη γραφή του Βαγγέλη Ηλιόπουλου.
Ο δημιουργός του περιώνυμου Τριγωνοψαρούλη ανακεφαλαιώνει μέρες και σελίδες, συγγραφείς και εποχές που τον διαμόρφωσαν από μικρό έως ώριμο αναγνώστη ―βιβλία μιας προσωπικής και λογοτεχνικής διαδρομής. Μ. ΦΑΪΣ
Καθένας μας έχει μια βιβλιοθήκη μέσα του και κάθε βιβλίο που παίρνει από τα ράφια της, φέρνει μαζί του τις αναμνήσεις από όσα ζούσε την εποχή που το διάβασε. Γι’ αυτό ίσως τα πρώτα παιδικά βιβλία αυτής της αόρατης, εσωτερικής βιβλιοθήκης έχουν πάντα την καλύτερη θέση στο κεντρικό της ράφι.
Μεγάλωσα σε ένα σπίτι με πολλά βιβλία – Ελληνες της Αιγύπτου οι γονείς μου, έφεραν μαζί τους στην Αθήνα αλεξανδρινό αέρα κι αυτό καθόρισε την πορεία μου ως νεαρού αναγνώστη. Ο θείος μου, ο Μανώλης Γιαλουράκης, πολύ νωρίς, γύρω στα πέντε μου, μου χάρισε τις μεταφράσεις του στα Παραμύθια του Αντερσεν. Ετσι ξεκίνησε η σχέση μου με τον Δανό παραμυθά, η οποία κρατά ώς σήμερα. Η προδοσία και η θλίψη που κρύβουν Η Μικρή Γοργόνα και Ο Μολυβένιος Στρατιώτης μού ήταν ακατανόητα κι αυτό με γοήτευε.
Αργότερα στη ζωή μου μπήκε ο Βερν. Τότε –δεκαετία ’70– ήταν μόδα οι δίσκοι 33 στροφών με αφηγήσεις παραμυθιών. Το Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες πρώτα το άκουσα και μετά το διάβασα. Ο Φιλέας Φογκ με έβαλε στον κόσμο του Βερν. Εγινα διά βίου συλλέκτης βιβλίων του. Στη λογοτεχνική σχέση μου με τη θάλασσα έπαιξε καθοριστικό ρόλο το 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα και η προσωπικότητα του Νέμο, αυτού του ερημίτη του βυθού.
Στην εφηβεία συναντιέμαι πρώτη φορά με τον Λουντέμη και τον Καζαντζάκη. Ο Καπετάν Μιχάλης – Ελευθερία ή θάνατος και το Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, ακόμη και αν δεν καταλαβαίνω όσα θέλουν να πουν, γίνονται αγαπημένα μου κι οι ήρωές τους ήρωές μου.
Βέβαια κι εγώ, όπως κι όλη η γενιά μου, θεωρώ το Ενα παιδί μετράει τα άστρα το πιο αγαπημένο ανάγνωσμα στα άγουρα εκείνα χρόνια. Κι είναι φυσικό, αφού όλοι ταυτιζόμασταν με τον Μέλιο. Κι όταν ερωτεύομαι για πρώτη φορά στην Εκσταση του Λουντέμη βρίσκω τα λόγια που θέλω να πω. Ακόμη υπάρχουν οι σημειώσεις μου στα περιθώρια των σελίδων.
Εκεί, λίγο πριν τα είκοσί μου χρόνια, ανακαλύπτω τον Σαμαράκη, τον Χατζή, τον Φραγκιά και τον Βασιλικό, τον Αλεξάκη για τους οποίους κανείς δεν μας είχε μιλήσει. Εκείνη την εποχή ξεκινά και η σχέση μου με τη νεοελληνική ποίηση με κορυφαίο εκπρόσωπο τον Καβάφη.
Χάνομαι ατέλειωτες ώρες στα βιβλία του θείου μου, ο οποίος είχε φύγει πια από τη ζωή, για τον Καβάφη. Μελετώ τις έριδες των κριτικών για την ερμηνεία του έργου του. Διαφωνώ με τον Τσίρκα, μάλλον βρίσκω σωστή την προσέγγιση του Μαλάνου, αλλά όλο αυτό το βρίσκω συναρπαστικό.
Πολύ νωρίς άλλωστε έχω συνειδητοποιήσει πως τα λογοτεχνικά έργα έχουν τόσες ερμηνείες όσοι και οι αναγνώστες τους. Αλλά και ο κάθε αναγνώστης όταν ξαναδιαβάζει ένα βιβλίο, επειδή δεν είναι ίδιος πια, το προσεγγίζει αλλιώς.
Ανέγγιχτο στην πρώτη μας επαφή, εκεί μετά τα είκοσί μου, έχω αφήσει τον Μαρκές. Ο Ερωτας στα χρόνια της χολέρας ήταν για εμένα η συντροφιά μου ένα ολόκληρο καλοκαίρι μοναξιάς κι ερωτικής απογοήτευσης.
Ο μαγικός τρόπος συγγραφής του και η πρώτη ουσιαστικά επαφή μου με ξένη λογοτεχνία, και ειδικά με τη λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής, με καθόρισαν. Σε εκείνα τα βιβλία του δεν έχω επιστρέψει ποτέ, για να μη χαθεί η αχλή της νεανικής ματιάς που τα περιβάλλει στη βιβλιοθήκη μου. Τα έχω αγοράσει ξανά για να τα έχω καινούργια στη βιβλιοθήκη μου, γιατί τα παλιά τα είχε ταλαιπωρήσει η άμμος και το κύμα.
Επόμενος σταθμός της αναγνωστικής μου πορείας ο Ελύτης. Ξεκινώ από τα Ρω του έρωτα και τη Μαρία Νεφέλη, στην οποία με μύησε μια συμμαθήτριά μου, και γίνομαι φανατικός αναγνώστης του. Διαβάζω τα πάντα. Την κάθε συνέντευξη, όλες τις συλλογές, τα άρθρα, τα πεζά. Ξεχωρίζω το Μονόγραμμα. Σε αυτό δεν διστάζω ποτέ να επιστρέφω. Θέλω, σε κάθε ηλικία, να ανακαλύπτω κι άλλες πλευρές του.
Εχοντας πολλές ελλείψεις από την ελληνική και κυρίως από την παγκόσμια γραμματεία διάβασα πολλά σημαντικά βιβλία-σταθμούς μετά τα τριάντα μου. Αν και έχουν το ράφι τους στη βιβλιοθήκη μου, όμως την αίσθηση της νεανικής ανακάλυψης δεν την έχουν.
Η ματιά μου, πιο ώριμη και τεχνική, θαυμάζει την κατασκευή αλλά χάνει την ομορφιά. Ισως να είναι κι αυτό ένα σημάδι για να συνειδητοποιήσει κάποιος ότι μεγαλώνει…
Τελευταίο βιβλίο του Β. Ηλιόπουλου είναι το «Πού πήγε το Πάσχα;» (Πατάκης, 2018)
