Είναι πάνω από σίγουρο ότι ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν συνεχάρη τον Μάριο Πιπερίδη με κάποιο tweet. Εντάξει, δεν συγκρίνεται η Γιουροβίζιον με το κινηματογραφικό φεστιβάλ της Τραϊμπέκα, στη Νέα Υόρκη, κι ας είναι δημιούργημα του Ρόμπερτ ΝτεΝίρο. Αλλά, όσο να ‘ναι, σε μια χώρα σαν την Κύπρο, που γυρίζονται-δεν γυρίζονται 2-3 ταινίες τον χρόνο, ένα βραβείο σε ξένο φεστιβάλ είναι χαρμόσυνη είδηση, κι ας μην αφορά μιλιούνια τηλεθεατές.
Τον πολιτισμό, όμως, του νησιού τον αφορά, πόσο μάλλον που η ταινία «Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ» κέρδισε πριν από λίγες μέρες το πρώτο βραβείο στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ της Τραϊμπέκα, το ίδιο ακριβώς που είχε πάρει πέρυσι η Ελίνα Ψύκου με τον «Γιο της Σοφίας». Και όχι μόνο τον πολιτισμό, την ίδια την ιστορία της Κύπρου αφορά, το παρόν και το μέλλον της.
Διότι το «Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ», κι ας μην του φαίνεται από τον τίτλο, είναι μια σουρεαλιστική ιστορία, που εκτυλίσσεται γύρω από την Πράσινη Γραμμή. Εξ ου και η κριτική επιτροπή της Τραϊμπέκα, απονέμοντας στην ταινία το βραβείο, εκτίμησε κυρίως τον «μοναδικό, κωμικό τρόπο» με τον οποίο διερευνά «μια πολύπλοκη και παράλογη πολιτική κατάσταση».
Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης είχε την ωραία έμπνευση να μιλήσει για το κομμένο στη μέση νησί του μέσα από μια σάτιρα, μια «μαύρη κωμωδία», όπως ο ίδιος προτιμά να τη λέει. Ηρωάς της είναι ένα σκυλάκι, ο Τζίμι. Ετσι το έχει βαφτίσει ο κύριός του, που είναι μουσικός και λατρεύει τον κιθαρίστα Τζίμι Χέντριξ. Ζει στη Λευκωσία αλλά, εποχή κρίσης γαρ και ένας έρωτας που τελείωσε, σχεδιάζει να πάει στην Ολλανδία. Αμ δε. Ο Τζίμι έχει άλλη γνώμη. Το σκάει, περνάει την Πράσινη Γραμμή και όταν το αφεντικό του τον βρει, είναι αδύνατον να τον ξαναβάλει μέσα! Αρχίζουν, λοιπόν, οι περιπέτειές του.
Ο Μάριος Πιπερίδης μάς λύνει όλες τις απορίες. «Σύμφωνα με τον κανονισμό της Πράσινης Γραμμής απαγορεύονται να περάσουν σε μας από την τουρκοκρατούμενη περιοχή διάφορα προϊόντα (φυτικά και ζωικά), αλλά και ζώα». Καλά οι αγελάδες, αλλά και τα σκυλάκια; Ο σκηνοθέτης μάς διαβεβαιώνει ότι η ιστορία της ταινίας του δεν είναι καθόλου science fiction. «Είχε τύχει σε γνωστούς μου να χάσουν τα σκυλιά τους, να τα βρουν, αλλά να μην μπορούν να τα ξαναβάλουν μέσα. Με την έρευνα, όμως, για την ταινία βρήκα πολλές ανάλογες ιστορίες. Σκέφτηκα ότι αυτό είναι το ωραίο της κωμωδίας, της σάτιρας. Οτι μπορείς να πιέσεις κάπως ένα θέμα, να τραβήξεις κάποιες καταστάσεις και, αμέσως, νά το το μήνυμα, με ισορροπία, βέβαια, και προσοχή».
Είναι σαφές τι θέλει να μας πει το «Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ». «Η ταινία μου πραγματεύεται όχι μόνο το πρόβλημα της Κύπρου, αλλά το παράλογο γενικά των συνόρων και των τειχών, που υψώνονται και κλείνουν μέσα τους ανθρώπους, αφήνοντας τους γείτονες απέξω. Αυτό που κάνει το Ισραήλ με τους Παλαιστίνιους ή θέλει να κάνει ο Τραμπ στο Μεξικό». Εντάξει, αλλά η Πράσινη Γραμμή στη Λευκωσία είναι μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίπτωση. Συμβολίζει ένα δράμα που διαιωνίζεται.
Συμφωνεί ο Μάριος Πιπερίδης. «Αλλά μετά από 44 τόσα χρόνια, τα οδοφράγματα καταντάνε παραλογισμός. Εχουν γυριστεί τόσο πολλές ταινίες για το Κυπριακό, δραματικές κυρίως, αλλά και μονόπλευρες ακόμα. Η κωμωδία μού φάνηκε ο μόνος τρόπος να το αντιμετωπίσω σήμερα».
Δεν φοβήθηκε ότι θα έχει αντιδράσεις; «Δεν την έχουν δει ακόμα στην Κύπρο την ταινία. Αλλά σίγουρα κάποιοι από την Ακροδεξιά θα έχουν πρόβλημα», λέει. «Το ξέρετε ότι υπάρχουν άτομα που δεν περνάνε στην τουρκική πλευρά γιατί αρνούνται να δείξουν τα διαβατήριά τους; Που θα ‘θελαν να ξανακλείσουν εντελώς τα οδοφράγματα;»
Είναι φανερό προς τα πού κλείνει η δική του η καρδιά. «Κάθε φορά που αρχίζουν κάποιες συνομιλίες λες, “κοντεύουμε στη λύση”, αρχίζεις πάλι να ελπίζεις, όπως πρόσφατα με το Κραν Μοντανά. Αλλά, τελικά, φαίνεται ότι πάμε όλοι στις συνομιλίες απλώς για να ρίξουμε το φταίξιμο στην άλλη πλευρά.
»Και μετά από σχεδόν μισό αιώνα, αρχίζεις να σκέφτεσαι ότι, αφού δεν τα βρήκαμε μέχρι τώρα, πότε θα τα βρούμε; Οσο περνάει ο καιρός τόσο δυσκολεύει η υπόθεση, ειδικά με το θέμα των εποίκων, που το θίγει αρκετά η ταινία».
Οντως, ένας Τούρκος έποικος, ο Χασάν, βοηθάει τον μουσικό να φυγαδεύσει τον Τζίμι από τα κατεχόμενα. Ετσι, στην ταινία, δίπλα στον πρωταγωνιστή Αδάμ Μπουσδούκο, Ελληνα της Γερμανίας και διάσημο από τις ταινίες τού Φατίχ Ακίν, και την πρωταγωνίστρια Βίκυ Παπαδοπούλου, συναντάμε και δυο Τούρκους ηθοποιούς, τον Οσγκιούρ Καραντενίς από το Αμβούργο και τον Φατίχ Αλ από την Τουρκία. «Τους άρεσε, νομίζω, ότι υπήρχε στην ταινία μια ισορροπία, ότι δεν έπαιρνα θέση ή δεν έκανα ελληνική προπαγάνδα. Οτι έμενα στο ανθρώπινο επίπεδο», σχολιάζει ο σκηνοθέτης.
Πρωτοεμφανιζόμενος ο Μάριος Πιπερίδης, μόνο μικρού μήκους ταινίες και ντοκιμαντέρ είχε γυρίσει μέχρι το «Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ», κι όμως κατάφερε να στήσει μια εντυπωσιακά μεγάλη συμπαραγωγή μεταξύ Κύπρου, Ελλάδας και Γερμανίας.
«Δεν ήταν καθόλου εύκολο να πείσουμε ότι μπορούμε να κάνουμε κάποια πράγματα», λέει, «ειδικά στην Κύπρο με τη μικρή κινηματογραφική παραγωγή». Ενας λόγος παραπάνω, μετά το ωραίο του θέμα και το σημαντικό του βραβείο, να του ευχηθούμε κάθε επιτυχία και με το κοινό.
