ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα δέκα χρόνια της γιορτάζει η ομάδα C. for Circus, με έναν μάλλον απροσδόκητο τρόπο. Ανεβάζοντας στη γιορτή της ένα από τα πλέον αμετάδοτα και με όλη τη σημασία της λέξης «παλιά» έργα της δραματουργίας μας, όχι των αρχών του προηγούμενου αιώνα, αλλά του τέλους του προ-προηγούμενου, τόσο «παλιό» ώστε να έχει μετοικίσει πλέον από το θέατρο στη θεατρολογία.

Οι περισσότεροι γνωρίζουν το «Δακτυλίδι της μάνας» (1898) του Γιάννη Καμπύση μέσω της μεταφοράς του στην όπερα από τον Καλομοίρη. Το ίδιο το έργο, όμως, ελάχιστα έχει να δώσει στο ζωντανό θέατρο, μακριά από τους κύκλους της αθηναϊκής σχολής του 1890 και πέρα από μια μοναχική φιλολογική περιέργεια.

«Ελάχιστα» είπα;… Η τελευταία αυτή γενιά –που χαρακτηρίστηκε κάποτε ανέστια και επιπόλαιη– έχει βαλθεί να μας εκπλήξει με ορισμένα καλά μαθήματα θεάτρου. Ακολουθώντας τη διαδρομή της «Γκόλφως» του Περεσιάδη από τον Καραθάνο, οι C. for Circus αναλαμβάνουν με τη σειρά τους να αποδείξουν επί σκηνής πως κάτω από εκατό παπλώματα αισθητικής, ιδεολογίας και γλώσσας ακόμη, κοιμάται και ονειρεύεται μια νεότητα. Εκεί φλογίζει το μάγμα της με τον ενθουσιασμό και τα πάθη, τα αδιέξοδα και τη συγκίνησή της. Κι από την καρδιά του «Δακτυλιδιού» θέλουν να μεταγγίσουν αίμα στην παράστασή τους οι νέοι του θεάτρου μας.

Και το κατορθώνουν. Σε πείσμα κάθε αυστηρής θεωρητικής προσέγγισης συμβαίνει στο Tempus το εξής: Ο Καμπύσης ανασταίνεται και ζει συγγραφικά, και μάλιστα όχι σαν ρεαλιστής, ηθογράφος, συμβολιστής, ψυχαριστής ή λαογράφος, αλλά σαν ένας μελαγχολικός κοζέρ. Φαίνεται πως η μεταμοντέρνα σκηνή μας, που τόλμησε κάποτε να αποδομήσει την παράδοση και τους συγγραφείς της, έχει τώρα βαλθεί να κατανοήσει την πρώτη και να περισώσει τους δεύτερους.

Καμπύσης μεταμοντέρνος, λοιπόν. Για όσους δεν γνωρίζουν τι σημαίνει αυτό, αρκεί να επιχειρήσουν να διαβάσουν έστω μερικές σελίδες από το «Δακτυλίδι της μάνας» του ή –ακόμη καλύτερα– να εντοπίσουν στο διαδίκτυο εκείνη τη μία μεταφορά του σε ραδιοφωνικό θέατρο, περίπου στα 1968, με όλη την πρέπουσα θεατρική ρητορική της εποχής. Απίστευτα πράγματα…. Εδώ, στη θέση της παλιάς σοβαροφάνειας και του ηθογραφικού εξωτισμού, στη σκηνοθεσία του Παύλου Παυλίδη, έχουμε κάτι πολύ διαφορετικό.

Μια ομάδα παιδιών θέλει, κυριολεκτικά, να παίξει με το «Δακτυλίδι». Στην αφετηρία βρίσκεται το κοινό σημείο που καθορίζει κάθε ανάλογο ανέβασμα: η αθωότητα και η αφέλεια, μια νεανική αστοχασιά, μια πρόκληση στο κοινό να λάβει μέρος στην περιπέτεια. Το πρώτο βλέμμα σε αυτές τις παραστάσεις, από το οποίο ξεκινούν όλα, είναι το βλέμμα κάποιου δισέγγονου που ανακάλυψε στη σοφίτα το ερμητικό μπαούλο του προγόνου του. Και τώρα το ανοίγει. Μπροστά μας.

Και τι βρίσκει εκεί;… Στην αρχή του «Δακτυλιδιού» βρίσκει ένα «ρεαλιστικό μέρος», για τον αρχιποιητή Γιαννάκη, που έκλεισε την αύρα του βουνού της καταγωγής του σε τραγούδια και που τώρα χαροπαλεύει εξόριστος στα πεδινά, φτωχός και άρρωστος, με τη μητέρα και τον μικρό αδελφό του.

Ακολουθεί ένα «παραμύθι», που πλέκεται γύρω από κάποιο οικογενειακό, μαγικό δακτυλίδι που χάρισαν οι Μοίρες στη γιαγιά του Γιαννάκη όταν εκείνη γεννήθηκε, μαζί με μια κατάρα… Και κάποια στιγμή στο έργο, όταν το δακτυλίδι κινδυνεύει να πουληθεί για να σωθεί ο άρρωστος, ο Γιαννάκης σε μια φαουστική ανάπτυξη, θα ταξιδέψει από χίλια κύματα μέχρι τη νεράιδα του βουνού για να αναζητήσει την κορυφή του βουνού της.

Θα τα καταφέρει; Οχι, βέβαια. Οι νεράιδες κατοικούν στα ποιήματα· κι ο θάνατος στους ποιητές. Στο τελευταίο, τρίτο, μέρος του «Δακτυλιδιού», η ζωή ρίχνεται πάλι στον νατουραλιστικό οχετό. Ο Γιαννάκης κρυώνει και πεινάει, το τραπέζι της οικογένειας γίνεται καυσόξυλα για να ζεσταθεί. Και το μαγικό δακτυλίδι χάνεται. Ή μήπως όχι; Στο τέλος, ζωή και όνειρο γίνονται ένα, κι αν το δακτυλίδι δεν φτάνει τελικά στη νεράιδα, καταλήγει έστω στα χέρια του έρωτα του Γιαννάκη, της Ερωφίλης. Ο ποιητής πεθαίνει στην ποδιά της αγαπημένης του.

Μαύρο το τέλος του «Δακτυλιδιού», αλλά μήπως και ο Γιαννάκης της πραγματικότητας, ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης, που ζει στο έργο του Καμπύση, δεν ακολούθησε το ίδιο πεπρωμένο; Μήπως και ο ίδιος ο Καμπύσης δεν πέθανε στα μισά της διαδρομής προς την κορυφή, και ο ίδιος πνευματικά εξόριστος κι άρρωστος σε μια φτωχή και μίζερη πατρίδα;

Ολα είναι ένα πολύ σοβαρό παιχνίδι. Αφού αναλάβουν τους ρόλους τους μπροστά μας οι ηθοποιοί της ομάδας –ο Γιαννάκης μάλιστα εις τριπλούν, σαν μουσικός, ποιητής και σαν… λυκάνθρωπος, άνθρωπος μαζί και ξωτικό– και αφού μας βάλουν στην ατμόσφαιρα του έργου με τα πολυφωνικά δημοτικά τραγούδια τους, θα παραμείνουν έπειτα μετωπικά στραμμένοι σε εμάς, ανεβασμένοι σε μια τραμπάλα, όπου θα μετεωρίζεται μαζί με αυτούς το μεταφυσικό με το πραγματικό. Και θα μας ιστορήσουν από εκεί με το σώμα και τη φωνή την περίεργη ιστορία του ποιητή. Που δεν τα κατάφερε, είπαμε. Αλλά που έφτασε ώς εκεί που άλλος δεν έφτασε.

Το πιο θαυμαστό σε αυτές τις προσεγγίσεις είναι ότι όταν τα καταφέρουν βγάζουν αληθινή συγκίνηση, αυθεντική και γνήσια συγκίνηση, τόση ώστε να λες: δεν μπορεί, πηγάζει από την ίδια πηγή που ξεδίψασε κάποτε κι άλλους. Μια ολόκληρη γενιά ξεχασμένων ή –ακόμα χειρότερα– ανυπόληπτων πια λογοτεχνών αποκτά ξάφνου δύναμη να αγγίζει εικοσάρηδες με τα όνειρά της.

Γιατί; Γιατί το εγχείρημά ξεκινά από αληθινή ανάγκη: οι νέοι μας θέλουν να ανακαλύψουν μόνοι τους τις ρίζες – και όταν τις βρουν, αυτές πια δεν σχετίζονται ούτε με όρους καταγωγής ούτε με ρήτρα εθνικής συνείδησης. Η πατρίδα που ψάχνουν γεμίζει με την ενέργεια και τον στοχασμό μιας νεότητας ηττημένης ανά τους αιώνες, γλυκύτατης όμως και αιωνίως λαλούσας.

Κάνουν μαζί και καλό θέατρο – με τους δικούς τους όρους. Ολόκληρη η παράσταση είναι μια επίδειξη καλλιτεχνικής δεξιότητας, με μουσική (διδασκαλία της Βαλέριας Δημητριάδου), σωματικότητα, ακροβατικά, απαγγελία και ερμηνείες. Η σκηνή, όπου όλα σκοτεινιάζουν και συμβαίνουν πια στον χώρο του αοράτου, είναι θαυμάσια κτισμένη.

Και, βέβαια, υπάρχει και το υπέροχο αυτό τέλος… στη διασκευή του Παύλου Παυλίδη και της Αθηνάς Σακαλή, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ οι νέοι σβήνουν από το έργο την απόφαση του Καμπύση να τελειώσει με τον θάνατο του Γιαννάκη. Βάζουν στη θέση του τον ποιητή να φτάνει στην ανάληψή του γεμάτος ενθουσιασμό και οίστρο. Αληθινή χαρά! Γιατί να μην είναι έτσι; Το «Δακτυλίδι», αν μιλάει, μιλάει με ζωντανούς· και για ζωντανούς, ακόμη. Αυτό γιορτάζουμε.

Σύμφωνα με το έθος αυτών των ομάδων, τα μέλη της παρουσιάζονται παρατακτικά και συλλογικά: Παναγιώτης Γαβρέλας, Χρύσα Κοτταράκου, Αθανασία Κουρκάκη, Ειρήνη Μακρή, Νικόλας Παπαδομιχελάκης, Νατάσα Ρουστάνη και Σπύρος Χατζηαγγελάκης. Παίζουν όλοι σαν ένα σώμα από το οποίο ξεχειλίζει η ικανότητα και η μετάδοση της ευαισθησίας.