Ο αναγνώστης Δ. Σουλιώτης καταγγέλλει τα εξής: «Στις 20/5/2018 ομάδα Ιταλών τουριστών με τον Ελληνα συνοδό τους επισκέφτηκαν τον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας και διαπίστωσαν ότι η ρυπαρότητα αποτελούσε κυρίαρχο στοιχείο στους χώρους υγιεινής του αρχαιολογικού χώρου…Η υπάλληλος, η οποία έκοβε τα εισιτήρια, ευτυχώς είχε την αρετή να φροντίζει τουλάχιστον για το χαρτί της τουαλέτας…Η ίδια όταν ρωτήθηκε επιβεβαίωσε ότι εδώ και πέντε μήνες δεν υπάρχει καθαρίστρια για τη φροντίδα του χώρου!».
Στη συνέχεια προβαίνει στον πικρό σχολιασμό του:
«Οι χώροι υγιεινής διέσυραν τη χώρα και τον αρχαίο πολιτισμό της…Ετσι μαζεύει ο ψευδοαριστερός Τσίπρας και η εξαίρετη καλλιτέχνις, που δυστυχώς ανέλαβε και εκείνη να υπηρετήσει ως υπουργός Πολιτισμού, μια συνολικά αντιδραστική και υποκριτική πολιτική…Η καθαρίστρια κοστίζει…γι’ αυτό επιλέγουν τον διασυρμό της χώρας».
Φτάσαμε ώς εδώ; Στη ρυπαρότητα; Στον διασυρμό; Κομμάτι δύσκολο να χωνευτεί κάτι τέτοιο, ειδικά όταν έχεις να κάνεις με μια αριστερή [τουλάχιστον έτσι νομίζει και διαλαλεί] κυβέρνηση.
Και καλά, η κυβέρνηση καθεύδει ή περί άλλα τυρβάζει ή αδιαφορεί για τα αρχαία λείψανα -εκείνοι οι υπάλληλοι του αρχαιολογικού χώρου δεν μπορούν να «σώσουν» μόνοι τους την [άθλια] κατάσταση; Πού πηγαίνουν οι ίδιοι να «ανακουφιστούν» όταν η ρυπαρότητα, όπως ισχυρίζεται ο καταγγέλλων, είναι μπροστά στους οφθαλμούς των; Πώς αντέχουν τέτοια ασχημία;
Δεν είμαστε έτοιμοι να είμαστε απόγονοι των αρχαίων, κακά τα ψέματα -είμαστε ανίκανοι να είμαστε απόγονοι· αυτοί τουλάχιστον [οι αρχαίοι] βγάζουν το ψωμί μας από τους εκατομμύρια επισκέπτες των αρχαιολογικών χώρων.
Οι δικοί μας εκάστοτε υπεύθυνοι τι κάνουν; Προφανώς δεν ξέρουν τι τους γίνεται οι κακόμοιροι. Ισως έχουν στο μυαλό τους την Ακρόπολη μόνο, την Ολυμπία και τους Δελφούς, άντε και τις Μυκήνες και την Επίδαυρο, ίσως και τη Βεργίνα.
Πέραν τούτων ουδέν -τίποτα, ουδέν· πώς αλλιώς να αποδεχτεί κάποιος τη ρυπαρότητα; Δεν είναι μόνο αδιάφοροι, είναι και ανεπαρκείς, αναμφιβόλως.
Γελάνε οι επισκέπτες αλλά δεν είναι μόνο αυτό -μέσα τους και κυρίως έξω τους [στην οικουμένη] μιλάνε για κάποιους αστοιχείωτους [απολίτιστους!] Ελληνες, που κατά τα άλλα κοκορεύονται ότι είναι «συνεχιστές» εκείνων που γέννησαν τη δημοκρατία, τις τέχνες και τον πολιτισμό [αυτό αφορά όλους μας -τρομάρα μας].
Πόσοι Ελληνες επισκέπτονται τους αρχαιολογικούς χώρους; Ελάχιστοι. Οσοι το «τολμούν» χασμώνται μετά την πρώτη επαφή και ψάχνουν να βρουν το πλησιέστερο μπαρ να δροσιστούν, καλέ, να έρθουν στα ίσα τους, στα οικεία τους, σ’ αυτά στα οποία έχουν από μικροί γαλουχηθεί [μπίρες, καφέ, παγωτά -ας μη γίνει λόγος για κοψίδια γιατί οι ώρες επισκέψεων είναι πρωινές – μεσημεριανές – απογευματινές, κάπως έτσι].
Να ’μαστε λοιπόν ένας εθνικός απόπατος και με αριστερή βούλα παρακαλώ, όχι παίξε γέλασε. Δεν σπαταλούν πολύτιμο χρόνο οι υπεύθυνοι να επισκεφθούν αυτούς τους «ερειπιώνες», έχουν άλλα στα μυαλά τους -πού [σε ποιους «ημέτερους»] π.χ. θα μοιράσουν τα κονδύλια για τον πολιτισμό, για τα διάφορα φεστιβάλ, που συνήθως κοιμίζουν τον κόσμο, πασπαλισμένα όμως με αρχαιοπρεπή ρητορεία [αρχαίο δράμα και λοιπά -η αρχαία μουσική πουθενά· πουθενά!].
Δεν περιποιεί τιμή στους Ελευσίνιους μια τέτοια κατάσταση διότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί που πασχίζουν να αναδείξουν την αρχαία ομορφιά -είναι δυστυχώς λίγοι και μόνοι τους.
