Δεν άρεσε σε ορισμένους πολιτικούς κύκλους της Ευρώπης το σχέδιο για τη μεταμνημονιακή εποχή που κατέθεσε στο Eurogroup o υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος. Οι αντιρρήσεις τους φιλοξενήθηκαν σε εγχώρια και διεθνή μέσα ενημέρωσης.
Κάνουν λόγο για «υπεραισιόδοξο σχέδιο, αντίθετο στην οικονομική λογική» και σε ό,τι αφορά την πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης για τη δημιουργία Αναπτυξιακής Τράπεζας, εκτιμούν πως «η πελατειακή λογική της Ελλάδας απειλεί την επιτυχία μιας Αναπτυξιακής Τράπεζας». Ταυτοχρόνως θέτουν το ερώτημα: «Αναρωτηθήκατε ποτέ τι θα κάνει η Ελλάδα με την οικονομική ελευθερία της, μόλις ελευθερωθεί από τα δεσμά του μνημονίου τον Αύγουστο;».
Μέσα σε λίγες αράδες ενσωματώνεται η φιλοσοφία των πολιτικών δυνάμεων που υπηρετούν τον νεοφιλελευθερισμό με θρησκευτική ευλάβεια. Μας λένε ότι το σχέδιο Τσακαλώτου είναι «αντίθετο στην οικονομική λογική». Υπάρχει μία οικονομική λογική; Κατά την άποψή τους ναι, μία και μοναδική.
Είναι αυτή που επιβάλλει τη λιτότητα (δημοσιονομική σταθερότητα), τις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις (απελευθέρωση των αγορών), την κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων (παρωχημένες ρυθμίσεις), τους χαμηλούς μισθούς (ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας), τη μερική απασχόληση (ευελιξία της εργασίας) – εντός παρενθέσεων τα μασκαρέματα των επώδυνων όρων. Δεν έχει καμία σημασία που η συγκεκριμένη πολιτική πλήττει την πλειονότητα των πολιτών.
Δεν έχει επίσης καμία σημασία που δεν έχει πετύχει σπουδαίες επιδόσεις. Αυτή είναι η συνταγή. Δεν υπάρχει άλλη. Ματαιοπονεί όποιος ψάχνει κάτι διαφορετικό, είναι επικίνδυνος και πρέπει να απομονωθεί όποιος νομίζει ότι το έχει βρει και θέλει να το δοκιμάσει στην πράξη. Το έχει πει με χαρακτηριστικό τρόπο ο Εντσενσμπέργκερ: «Η άποψη ότι δεν υπάρχει εναλλακτική δεν είναι επιχείρημα, είναι δήλωση συνθηκολόγησης».
Επί της ουσίας οι πιο ακραίοι κύκλοι των δανειστών απαιτούν μια άνευ όρων συνθηκολόγηση. Ακόμη χειρότερα: Θέλουν οι υποταγμένοι να παρουσιάσουν ως δική τους επιλογή τη συνθηκολόγηση και να διατρανώσουν χωρίς περιττές ενστάσεις ότι είναι οι ιδιοκτήτες του προγράμματος.
Γι’ αυτό κρίνουν ως ασύμφορες (για ποιους άραγε;) τις προτάσεις Τσακαλώτου για σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού και επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η ωμότητά τους δεν έχει όριο. Ανησυχούν για το πώς θα χειριστεί η Ελλάδα την ελευθερία που θα αποκτήσει μετά την ολοκλήρωση των μνημονίων. Δεν την εμπιστεύονται.
Επειδή λοιπόν δεν αξίζει να είναι κυρίαρχη αυτή η χώρα της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, πρέπει να τη φασκιώσουμε για να μην ξανακυλήσει στην τρυφηλότητα. Το θέμα είναι πώς θα γίνει αυτό. Η πιστοληπτική γραμμή δεν «τσουλάει». Δεν τη θέλει ούτε η κυβέρνηση ούτε μερίδα των δανειστών.
Η ενισχυμένη επιτήρηση είναι μια λύση, ωστόσο δεν είναι και τόσο ενοχλητική για την κυβέρνηση. Μπορεί να τη διαχειριστεί. Η εκλογή μιας άλλης κυβέρνησης πιο υπάκουης είναι το καλύτερο σενάριο, μόνον που δεν εξαρτάται απ’ αυτούς. Αλλωστε με τους ατίθασους Ελληνες ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Τι μένει λοιπόν;
Η διακίνηση της άποψης μέσω των φιλικών κομμάτων και των δικτύων ενημέρωσης που τα στηρίζουν ότι «δεν υπάρχει καθαρή έξοδος» και ότι «έρχονται νέα μέτρα». Ελπίζουν έτσι πως θα θολώσουν τα νερά και δεν θα επιτρέψουν στην κυβέρνηση να κερδίσει τη μάχη των εντυπώσεων.
Ανάγωγα
Οταν έγραφαν και μιλούσαν με επιθετικότητα κατά του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν σοβαροί και έγκριτοι. Τώρα που ασκούν κριτική στον τυφλό φανατισμό του αντισυριζαϊκού μετώπου και προτείνουν προγραμματικό διάλογο με τον ΣΥΡΙΖΑ εισπράττουν δηλητηριώδη υπονοούμενα από εκπροσώπους του ρεύματος της ΚεντροΑντιαριστεράς. Ο λόγος για τους καθηγητές Νίκο Μουζέλη και Νίκο Μαραντζίδη. Φιλίες δοκιμάζονται.
