Η επίδραση που άσκησε ο Καβάφης στον ποιητή Τάκη Παπατσώνη είναι δεδομένη. Όπως έχει διαπιστώσει ο Δημήτρης Ελευθεράκης, ο Παπατσώνης αποδεικνύει έμπρακτα την πίστη του στο μεγαλείο της τέχνης του μεγαλύτερου ομοτέχνου του, συνθέτοντας μεταξύ των ετών 1929-1933 “καβαφογενή” ποιήματα.[1] Προσωπικά, θεωρώ ως το καλύτερο δείγμα αυτής της επίδρασης το ποίημα «Ικέτιδες» του 1929 (Εκλογή Β΄), όπου η ειρωνεία (απότοκη των ρητορικών ερωτήσεων), ο έντονος διδακτικός τόνος, η προσποιητή αντικειμενικότητα και η ουδετεροποιημένη συγκίνηση, εγγενή χαρακτηριστικά, δηλαδή, της ποίησης του Καβάφη, επιστρατεύονται από τον Παπατσώνη και αξιοποιούνται γόνιμα. Εδώ, όμως, δεν θα με απασχολήσει η ποιητική επίδραση.
Οι σκέψεις-υποθέσεις που θα καταθέσω, στηριγμένες στα αφιερωματικά κείμενα του Παπατσώνη για τον Καβάφη (1924, 1932, 1933, 1953, 1973), καθώς και σε τρία κομβικής σημασίας άρθρα του ποιητή το 1928, σκοπό έχουν να φωτίσουν τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο Παπατσώνης ως κριτικός διαβάζει τον Καβάφη, προσπαθώντας να τον οικειοποιηθεί μέσα από μια ανάγνωση που οριοθετείται σχεδόν αποκλειστικά στον χώρο του χριστιανισμού, με ανάλογες ad hoc παραδοχές.
1. Ο Παπατσώνης εγκαινιάζει την παρουσία του ως κριτικός και δοκιμιογράφος το 1915, στην εφημερίδα Ακρόπολις του Βλάση Γαβριηλίδη (να υπενθυμίσω ότι ως ποιητής έχει συστηθεί ήδη από το 1911 και ως μεταφραστής από το 1910). Η περίπτωση του Καβάφη απασχολεί τον Παπατσώνη αρκετά νωρίς. Από το 1915 έως το 1924, και με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα, ο Παπατσώνης έχει παρουσιάσει στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο μόνο τέσσερα άρθρα.
Το πέμπτο αφορά στον Αλεξανδρινό. Πρόκειται για τη συμμετοχή του στο καβαφικό αφιέρωμα της Νέας Τέχνης, που εξέδιδε ο Μάριος Βαϊάνος, και στο οποίο σαρανταδύο λόγιοι απένειμαν τα εύσημα στην καβαφική ποίηση, σε μια περίοδο κατά την οποία παρατηρείται μια σημαντική ενίσχυση της παρουσίας της στη λογοτεχνική ζωή της πρωτεύουσας.[2] Το σύντομο σημείωμα με το οποίο προϋπαντούσε ευμενώς τον ομότεχνό του ο Παπατσώνης, συμπληρώνεται από μια κριτική που επιβάλλεται να ιδωθεί στα συμφραζόμενα του καβαφισμού.
Το άρθρο του Παπατσώνη, καίτοι μικρό, είναι αρκετά πυκνό με καίριας σημασίας νοήματα να διεισδύουν στην αφαιρετική του γραφή. Αποτελείται από τρία μέρη. Στο εισαγωγικό κομμάτι, μέσα από μια δυνατή αλληγορία παραλληλίζει το καβαφικό έργο με «αρχαιολογικό τόπο», «μουσείο» ή «πάπυρο», θεσπίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο και το δικό του κριτήριο για την πρόσληψη της υπό μελέτη ποίησης.
Ο ίδιος τη στοχάζεται σαν μια επίσκεψη σε ένα παρωχημένο μεν ιστορικά μνημείο, συνεχώς ανανεούμενο δε από την ευαισθησία του περιηγητή και την ικανότητά του μέσα από την κρυπτικότητα του θεώμενου έργου να απομονώσει τις βαθύτερες νοηματικές διασυνδέσεις και να τις τραβήξει στην επιφάνεια. Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζονται ορισμένες πτυχές της καβαφικής ποίησης, χωρίς αμφιβολία οι πιο χαρακτηριστικές. Πρόκειται για μια ποίηση αναδιπλωμένη στην παρακμιακή πλευρά της ιστορίας, προτείνει ο Παπατσώνης, του «“κλειστού χώρου”», κατακλυσμένη από σκεπτικισμό και γι’ αυτό δίχως χαρμόσυνες ειδήσεις. Οι «αναθυμιάσεις» της, συνεχίζει, είναι «λάγνες μαζί και νεφελώδεις, σοφιστικές και τραγικές συνάμα»:
Ενώ οι του κύκλου τού Καβάφη –τους φαντάζομαι καθώς τους γέρους raffinés θαμώνες και παρατηρητές των παλαιστρών, χειρότερους και από τον σύζυγο της Ξανθίππης [δηλ. τον Σωκράτη], που τους ικανοποιούν ασύλληπτες γραμμές, απροσδιόριστα χτυποκάρδια-, όλα διεστραμμένα, όλα πονηρά, με την αποθέωσιν όλα του θανάτου πολύ εγγύς.[3]
Στο τρίτο μέρος ο Παπατσώνης διευκρινίζει για ποιο λόγο αποφάσισε να σταθεί στο πλευρό του Καβάφη, διακρίνοντας ένα ιδεολογικό χάσμα προς τη μέση της δεκαετίας του 1920, το οποίο, παραδόξως, πιστεύει ότι μπορεί να υπερκεράσει η παρακμιακή πτυχή του ποιητή της αιγυπτιακής παροικίας. Ο Παπατσώνης μετέρχεται με νηφαλιότητα την αρνητική όψη της καβαφικής ποίησης, αναδεικνύοντάς την εν γένει ως ένα οριακό σημείο μετάβασης σε μια νέα ιστορική εποχή. Στην έκρυθμη περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής, η καβαφική απαισιοδοξία γίνεται αντιληπτή σαν μια ευκαιρία πνευματικής επανεκκίνησης:
Τώρα καθώς εφθάσαμε, πλησιάζει ο ήλιος και η σελήνη να ανατέλλουν από των δυσμών. Ό,τι συνιστούσε το κάλλος της φύσεως, ο κανόνας, το μέτρο και η ομοιογένεια, έγινε τώρα αφόρητη πηγή ανίας, μελαγχολίας. […] Τώρα οι παληές προλήψεις εξελίχθησαν σε επιστήμες και οι επιστήμες, καθώς του άξιζε, συρθήκαν στους βορβόρους. Τώρα είναι καιρός να βουτηχτούμε ολόκληροι σε ποιήσεις σαν την καβαφική. Να ζωογονηθούμε, βαφτιζόμενοι σ’ έναν γλυκύ θάνατο.[4]
Στο ίδιο τεύχος ο Παπατσώνης, με αφορμή δύο ομιλίες του (της) Άλκη Θρύλου για το έργο του Σολωμού και του Παλαμά, θα δηλώσει την απογοήτευση που τού δημιουργούν και τα δύο, αφού, σύμφωνα με τον ίδιο, αδυνατούσαν να γοητεύσουν την ψυχή του. Το έργο του πρώτου το βρίσκει «ασυμπαθές», γιατί η «αφετηρία [του] είναι στραβή», ενώ του δεύτερου «δεν [τ]ου είναι γνωστό» και δεν «[τον] τράβηξε ποτέ».[5] Αν συνδέσουμε την κριτική αυτή με το καβαφικό άρθρο, τότε φανερώνεται ο κατασταλαγμένος στόχος του ποιητή: να χτίσει το εκλεκτικό λογοτεχνικό του παρελθόν, εκείνο που ανταποκρίνεται στις δικές του μοντερνιστικές διαθέσεις. Ως πρώτος επικρατέστερος εκπρόσωπος αναγορεύεται ο Καβάφης, η ποίηση του οποίου, άλλωστε, ενοχλούσε κάπως τον Παλαμά[6] και τράνταζε τα θεμέλια του κόσμου του, ενώ ταυτόχρονα, ο Παπατσώνης, χτυπώντας τη βαθειά ριζωμένη παλαμοκρατία της εποχής, συντονίζεται με τους διανοούμενους εκείνους που αντιμετώπιζαν τον Καβάφη ως το αντίπαλον δέος του ηγέτη της «γενιάς του 1880».[7]
2. Στη «φθίνουσα» δεκαετία του ’20 ο Παπατσώνης συστηματοποιεί τους καβαφικούς του δεσμούς, αρχής γενομένης με τη μετάφραση στα γαλλικά τριών καβαφικών ποιημάτων («Μακρυά, «Το Διπλανό τραπέζι» και «Επήγα»), ύστερα από αίτημα του Δημήτρη Μητρόπουλου, τα οποία ο μουσικοσυνθέτης προόριζε μαζί με άλλα επτά να παρουσιάσει μελοποιημένα σε γαλλικό κοινό.[8] Ο Καβάφης, μάλιστα, σε επιστολή του προς τον Μάριο Βαϊάνο στις 28 Μαρτίου 1927,[9] θα ζητήσει να μεταφέρει τις ευχαριστίες του στον ένθερμο νεότερο υποστηρικτή του και μεταφραστή του.
Το 1928, στην τρίμηνη περίπου συνεργασία που θα έχει με την εφημερίδα Ελεύθερος Λόγος, και στο άρθρο του με τίτλο «Κριτικές a priori», ο Παπατσώνης ανατρέχει στο μείζον ζήτημα της εποχής περί της ιδέας της «ελληνικότητας» γύρω από την τέχνη. Η πρωταγωνιστική θέση που αποδίδει στον Καβάφη, έναν ποιητή της ελληνικής παροικίας, αποκρυσταλλώνει με ασυνήθιστο, είναι η αλήθεια, τρόπο τις προβαλλόμενες απόψεις του. Ρητά αντιμάχεται την προσπάθεια του Γιάννη Αποστολάκη -ο οποίος, εξάλλου, περιφρονούσε την καβαφική ποίηση-[10] και όλων των κριτικών του συμμάχων να εγκλωβίσουν την έμπνευση του καλλιτέχνη εκ των προτέρων σε σχηματοποιημένες θέσεις, ώστε να αποκτήσει το έργο τέχνης την όψη «τύπου Ελληνικού […] και ει δυνατόν επάνω στο υπόδειγμα του Σολωμού». Τη θεωρητική του σκέψη υποστύλωναν δημιουργοί που είτε το έργο τους είτε η ζωή τους συγχώνευε το τοπικό και το διεθνιστικό πνεύμα. Από την άποψη αυτή, οι δέκα Ινβετσιόνες του Μητρόπουλου σε ποίηση Καβάφη, όπως και το ίδιο το έργο του Αλεξανδρινού –και όχι μόνο αυτοί-[11] λειτουργούσαν υποδειγματικά ως ύψιστα πρότυπα «ελληνικού δημιουργήματος». Ορθά-κοφτά ο Παπατσώνης κατέθετε τη δική του γνώμη:
Ένα αληθινό έργο, που θα βγη, άμα βγη στην Ελλάδα, θα είναι μοιραία βαθειά και εσωτερικό [sic] ελληνικό, αλλοιώς δεν θα είναι έργο άξιο.
Και πάλι, όσες συνταγές να δώσετε και όσους μαθητάς να βρήτε, που να πέρνουν [sic] για επιβλητική πηγή της έμπνευσής τους, χωρίς να το θέλουν, αλλά επειδή τους το λέτε, τον Σολωμό ή το δημοτικό τραγούδι, θα γράφουν έργα ψεύτικα, που όχι ελληνικά, αλλά αλαμπουρνέζικα θα είνε. Είσθε σε θέση, κύριοι κριτικοί, να νοιώσετε γιατί η απλή γραμμή των τραγουδιών του Μητρόπουλου, απάνω στου Καβάφη τα τραγούδια, είνε το πιο ελληνικό στην εσώτατη σημασία της λέξης δημιούργημα που έχει γίνει; Είτε του Καβάφη τα ποιήματα;[12]
Στο άρθρο «Γλωσσικό ξεκαθάρισμα» της 5ης Φεβρουαρίου 1928, πάλι στον Ελεύθερο Λόγο, ο Παπατσώνης επιχειρούσε να διευθετήσει το, φλέγον για την εποχή, ζήτημα της γλώσσας. Χαράζοντας εγκάρσια τα δύο αντίπαλα ιδεολογικά στρατόπεδα του καθαρευουσιανισμού και του δημοτικισμού, καταθέτει τη δική του ενωτική γλωσσική γραμμή, σε μια προσπάθεια, θα λέγαμε, να δικαιολογήσει τη μεικτή γλώσσα των ποιημάτων του, αφού ο Καβάφης, στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα, αποτελεί το έσχατο όριο μιας εξελικτικής γλωσσικής γραμμής, η οποία διασώζει το αρχαιοελληνικό και έπειτα λόγιο παρελθόν (ιδίως της χριστιανικής γραμματείας) μέσα στη σύγχρονη γλώσσα:
Εμείς που γεννηόμαστε στη γωνιά τούτη της γης –δεν μιλώ για να καπηλευθώ ιδέες που δεν αξίζουν τίποτα, μιλώ μονάχα από τις απόψεις του κλίματος και της γλώσσας- και που επομένως μαθαίνοντας την ελληνικιά γλώσσα, που είνε απόρροια της μίας ελληνικιάς γλώσσας, που ξετυλίγεται με χίλια όμορφα στάδια παραλλαγών από τον Όμηρο, μέχρι το 1850, δια μέσου των τραγικών, των λυρικών της αττικής γλώσσης, της αλεξαντρινής παραφθοράς, φτάνει στο αριστούργημα της παρακμής πούνε η γλώσσα της μετάφρασης και των πρωτότυπων των ιερών κειμένων και προχωράει στο Βυζάντιο, στον Παπαδιαμάντη, μέχρι της εκλέπτουτσης [sic] του Χρηστομάνου ή του Καβάφη-, έχουμε, μονάχοι στον κόσμο, το αποκλειστικό προνόμιο να μπαίνουμε στο νόημά της, και στα νοήματα της παληάς ελληνικιάς τέχνης.[13]
Η επόμενη εκδήλωση σεβασμού του Παπατσώνη απέναντι στον Καβάφη θα έρθει μόλις πέντε μέρες μετά, σε ένα άρθρο που αυτή τη φορά είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στον Μητρόπουλο, αλλά παραδόξως στην παπατσωνική γραφή παρεισφρέει η καβαφική έλξη. Με αφορμή ένα ρεσιτάλ του γνωστού συνθέτη, αποφασίζει ως κριτικός να διατρανώσει τη ρηξικέλευθη παρουσία του μουσουργού, αλλά και του Καβάφη, καθώς και οι δύο είναι «συγχρονισμέν[οι] με την πελώρια επανάσταση που συντελείται».[14] Τον Παπατσώνη τον απασχολεί έντονα η ιδέα της νέας πνοής που χρειάζεται επιτακτικά να φυσήξει στο άνυδρο νεοελληνικό καλλιτεχνικό πεδίο. Από τον «υπερεπαναστάτη» J. S. Bach και τους C. Debussy και M. Ravel μέχρι τον Μητρόπουλο και τον Καβάφη, διαβλέπει μια αντιπαράθεση μεταξύ παλιάς και νέας τέχνης.
Το επίμονο εγχείρημα άμβλυνσης των ορίων των καθιερωμένων συμβάσεων γύρω από την ελληνικότητα, με φόντο τον Καβάφη, όπως και η προβολή του τελευταίου ως αφετηρία μιας νεωτερικής ποιητικής, με έμφαση στη συναιρετική γλωσσική παράδοση, είναι καίριας σημασίας ζητήματα για τον Παπατσώνη στην προσπάθειά του να βρει έναν αποτελεσματικό σύμμαχο για την αναζωογόνηση του υψήγορου παραδοσιακού λυρισμού της νεοελληνικής ποίησης των πρώτων δεκαετιών του 20ού αι.. Ταυτόχρονα, όμως, τόσο ο Παπατσώνης όσο και ο “οικουμενικός” Καβάφης βρέθηκαν στο μεταίχμιο δύο διπόλων: ο πρώτος ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση,[15] ενώ ο δεύτερος ανάμεσα στον Έλληνα και τον Ανατολίτη. Για τον νεότερο ποιητή, λοιπόν, η περίπτωση Καβάφη ήταν ένα κορυφαίο παράδειγμα λογοτεχνικής αφομοίωσης των πολιτισμικών οσμώσεων, τις οποίες και ο ίδιος επικροτούσε δεδομένου ότι κινούταν στο πλαίσιο της χριστιανικής οικουμενικότητας.
3. Τον Νοέμβριο του 1932 στο περιοδικό Ο Κύκλος του Απόστολου Μελαχρινού γίνεται ένα από τα πιο εμβληματικά αφιερώματα στον Καβάφη, με τη συμμετοχή πολλών επιφανών κριτικών της εποχής. Ανάμεσα στις μελέτες των Άλκη Θρύλου, Κ. Θ. Δημαρά, Ι. Α. Σαρεγιάννη, Μ. Σπιέρου, Τέλλου Άγρα και Γ. Κ. Κατσίμπαλη, τα σχόλια του Παπατσώνη ξεχωρίζουν για την ιδιοτυπία τους, ενώ την ίδια στιγμή ο ποιητής θεμελιώνει τον τρόπο με τον οποίο από εκεί και ύστερα θα αποδιδόταν στην πρόσληψη της ποίησης του Αλεξανδρινού. Επεκτείνοντας την παλαιότερή του διαπίστωση για την εσωτερικότητα του καβαφικού έργου, από την αρχή της μελέτης του ο Παπατσώνης επέμενε πως
Πρέπει να πάρει την απόφαση, όποιος αγαπάει ψυχικά το έργο του κ. Καβάφη και θέλει να συμβάλη στην ψυχική ερμηνεία του και την διάδοσή του, πως το έργο τούτο καθώς είνε καθαρά εσωτερικό, ψυχικό, του κλειστού χώρου, μία μόνη μέθοδο ανέχεται για ερμηνεία του: την ψυχαναλυτική.[16]
Η δική του, όμως, ερμηνευτική μέθοδος πόρω απείχε από τον «σκανδαλοθηρικό βιογραφισμό του Μαλάνου», παραδείγματος χάρη.[17] Ο Παπατσώνης, με φόντο την ψυχαναλυτική μέθοδο στη λογοτεχνία (που είχε εισηγηθεί ο Freud το 1907 στη μελέτη του «Η φαντασίωση και τα όνειρα στη “Gradiva” του Βίλχελμ Γιένσεν»,[18] ως ένα αντικομφορμιστικό –τότε- τρόπο λογοτεχνικής κριτικής), δεν αναζητούσε να βρει πώς θα διαγνώσει στο έργο του Αλεξανδρινού ασυνείδητα πάθη και ψυχικές διαταραχές, αντιπροσωπευτικές των “αποκλινουσών” σεξουαλικών ορμέμφυτων του ποιητή. Αντιθέτως, την χρησιμοποιούσε ως μια εναλλακτική προσέγγιση[19] του καβαφικού ερωτισμού, ιδωμένου αποκλειστικά και μόνο στην κειμενοκεντρική του διάσταση, με «πεδίο ερεύνης αποκλειστικά ολόκληρη την δημιουργία και με επίμονη αποφυγή κάθε άλλου εξωτερικού στοιχείου».[20] Τον ενδιέφερε να ανιχνεύσει το συναισθηματικό πάθος και να το επανατοποθετήσει σε ένα καινούριο εννοιολογικό περιβάλλον, αυτό του θρησκευτικού έρωτα, όπου κατορθώνεται η ανάσχεση της πρόσληψης της σεξουαλικότητας του ποιητή ως ψυχοπαθολογική, κριτική τάση που από το 1932 και μετά θα κορυφωνόταν. Ο Παπατσώνης αντιλαμβανόταν την ποίηση του Καβάφη ως μια προσωπίδα για την κάλυψη της «μονήρους» ζωής του,[21] και γι’ αυτό η ερμηνεία της υλοποιούταν στο επίπεδο της μεταφυσικής εξιδανίκευσης, η οποία δεν είχε καθόλου ανάγκη τη συνήθη τριχοτόμηση σε ποιήματα «ιστορικά», «φιλοσοφικά», «ηδονικά». Όπως έχει επισημάνει ο Γιάννης Παπαθεοδώρου, ο Παπατσώνης «καταλύοντας [αυτή] την κληρονομημένη διάκριση […] επιχειρεί μια ερμηνεία που καλύπτει την καβαφική ποίηση, όχι μόνο στα επιμέρους, αλλά στο σύνολό της»:[22]
Ίσως έχει αρχίσει να καταφαίνεται ύστερ’ από όσα είπα πόσο μονοειδής είνε η ποίηση του κ. Καβάφη και πόσο ριχή είνε η ιστορία αυτή των διακρίσεων. Ο χρόνος, γνώρισμα της ιστορίας και δύναμη ουσιαστικά αντίθετη της ποιήσεως, είνε καταργημένος σε αυτό το έργο. Συγχορεύουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, μαζί με την μνήμη των απωτάτων σκιών της προδημιουργίας και την έλξη των μελλουσών σκιών του χάους. Και συγχορεύουν με τους ήχους της εξαισίας, της μοναδικής μουσικής, του μόνου κινήτρου του Σύμπαντος, του θρησκευτικού ερωτισμού· αυτός ο ερωτισμός είναι ο «υψών την κεφαλήν του».[23]
Η προσπάθεια του Παπατσώνη να ανιχνεύσει τις μεταφυσικές εξακτινώσεις της καβαφικής τέχνης καθίσταται μια στερεοτυπική πρακτική του κριτικού, μέσω της οποίας η έννοια της περιβόητης «ειρωνείας» διαθλάται και μεταλλάσσεται δραστικά. Τη θέση της αναπληρώνει το «χωρατό μοναστηρίσιο […] [ένα] είδος της σοβαρής να πούμε ευθυμίας, που αποτελεί, βέβαια, είδος διαφορετικό από το μοναστηρίσιο αστείο […] αλλά που δίδει μια εξήγηση της υπάρξεως αυτού του σπάνιου άνθους».[24] Και, βέβαια, είναι αρκετά αξιομνημόνευτο το γεγονός ότι στις σελίδες του ίδιου αφιερώματος ο Νικόλας Κάλας συνυπέγραφε την απουσία της ειρωνείας, αντικαθιστώντας τη με το αίσθημα της κοινωνικής ήττας του Καβάφη («Εκεί όπου πολλοί βλέπουν ειρωνείαν, διακρίνω έναν πόνο για την αδυναμία, γα την αποτυχία, για την κατωτερότητα»), ενώ ταυτόχρονα, μένοντας πιστός στο αμιγώς μαρξιστικό σχήμα σκέψης που ακολουθούσε, συμμεριζόταν μεν τα φιλοχριστιανικά αισθήματα του Καβάφη, τα οποία οριοθετούσε στο χώρο της Ορθοδοξίας («Δίνει πρώτα μεγάλη σημασία στην αισθητική αντίληψη της θρησκείας […] και νομίζω πως αυτό είναι σύμφωνο με τον πλούσιο χαρακτήρα της ορθοδόξου τελετουργικής»),[25] αλλά σαφώς αυτά θεωρούνταν απότοκα της παρακμής της αστικής τάξης όπου και κατέτασσε τον ποιητή.
Το χριστιανικό στοιχείο στην ποίηση του Καβάφη και άλλοι συνεργάτες του αφιερώματος το είχαν επισημάνει (Τέλλος Άγρας, Κ. Θ. Δημαράς), και μάλιστα οι τέσσερις συνολικά κριτικοί εντόπισαν τη θρησκευτική ροπή του ποιητή πολύ πριν την εντρύφηση του Γ. Π. Σαββίδη στο αρχείο του Αλεξανδρινού, όπου μέσω της θησαύρισης τριών ποιημάτων θα κατέληγε στην «ασφαλή», κατά τον ίδιο, τεκμηρίωση ότι όντως ο ποιητής ήταν χριστιανός,[26] και φυσικά αρκετά πρωτύτερα από την εργασία του Κυριάκου Ντελόπουλου,[27] που θα επικύρωνε τη στατιστική πρωτοκαθεδρία του Ιησού, όσον αφορά τη συχνότητα εμφάνισής του ανάμεσα στα ιστορικά πρόσωπα που απαντώνται στο εύρος της καβαφικής ποίησης. Ο Παπατσώνης, ωστόσο, δεν εστίαζε το μικροσκόπιο της κριτικής του μόνο στο θρησκευτικό υπόβαθρο ενός ποιητή με τον οποίο παρουσίαζε εκλεκτικές συγγένειες, αλλά επί της ουσίας παρέδιδε στον μελλοντικό μελετητή του τα εργαλεία αναψηλάφησης της δικής του ποιητικής:
Και ο επίλογος: Ψυχαναλυτική μέθοδος, θρησκευτικότητα, λατινικά. Οι αναγνώστες μου, τους βλέπω πολύ πρόθυμους να κραυγάσουν, πως πρόκειται για τις τρεις κηλίδες που με διακρίνουν. Και μάλιστα θρησκευτικότητα με λατινικά αποτελεί στον εύκολο νου την Εκκλησία της Ρώμης. «Ρήμα καυχήσεώς μου» είνε, αν πω πως και οι τρεις κηλίδες μού ανήκουν. Προκειμένου δε για την έννοια της θρησκευτικότητας πρέπει να επαναλάβω, πως είνε η παράλληλη με την Ερωτική έννοια. Ένας μικρός τοίχος τις χωρίζει.[28]
Αναμφίβολα το συνθετικό αυτό ερμηνευτικό σχήμα εξυπηρετούσε ένα διττό στόχο άμεσα συνδεδεμένο με την εποχή που γράφτηκε το άρθρο: την πλάγια διεκδίκηση του εισιτηρίου για την είσοδο του Παπατσώνη στον χώρο του ελληνικού μοντερνισμού με την επιστράτευση μιας λίαν προβεβλημένης νεωτερικής μεθόδου (την οποία υπόταξε στις αρχές του χριστιανισμού), και την υποστήλωση του θρησκευτικού του οράματος με την εύρεση ενός ισχυρού παλαιότερου ποιητικού αναστήματος, του οποίου παρουσιαζόταν έμμεσα ως άμεσος απόγονος στα χνάρια της τριπλής σύγκλισης ψυχανάλυσης – θρησκευτικότητας – λατινικών. Από την άποψη αυτή, η παράδοξη εισχώρηση του δυτικού δόγματος στον περί Καβάφη λόγο υποδείκνυε τη συνάφεια των «αισθησιακών» ποιημάτων τού τελευταίου με την αποπνευματωμένη διάσταση του έρωτα για το θείο, τη συμβολική επαναπραγμάτευση του καθαγιασμένου έρωτα σε κοσμικά συμφραζόμενα, αφού η τάση αυτή έχει μακρά παράδοση στους κόλπους του Καθολικισμού. Άλλωστε, ο ίδιος ο Παπατσώνης είχε εντρυφήσει στο εξαϋλωμένο πάθος της λατρευτικής ιερουργίας, κάτω από την κατήχηση των μεγάλων μυστικιστών της Δύσης τόσο των νεότερων χρόνων (πρβλ. την επίδραση των Claudel, Eliot, Hӧlderlin, που έχει αναδείξει ο Δημήτρης Ελευθεράκης),[29] όσο και της παλαιότερης εμπροσθοφυλακής, του Δάντη και του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού.[30] Με άλλα λόγια, ο Παπατσώνης, ανακαινίζοντας τα εργαλεία προσέγγισης των στίχων του Καβάφη, προωθούσε τα εγγενή συστατικά της δικής του ποίησης, αν και οι αρχές της φροϋδικής θεωρίας δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν η κατάλληλη μέθοδος για την προσπέλαση του δικού του έργου.
4. Τον επόμενο χρόνο, το 1933, ο Παπατσώνης θα αφιερώσει ένα ακόμη άρθρο στον Καβάφη, με αφορμή τον θάνατό του τον Απρίλιο του 1933. Στο κείμενο αυτό που δημοσιεύεται στο περιοδικό Σήμερα, αριστερίζον έντυπο της εποχής, ο Παπατσώνης προβαίνει σε μια ενδιαφέρουσα παραλληλία, αναζητώντας μια λανθάνουσα χριστιανική αναφορά του Καβάφη στο ποίημά του «Αλέξανδρος Ιανναίος και Αλεξάνδρα». Θεωρεί ότι το ιστορικό περικείμενο των στίχων ενεργοποιούν έναν συμβολισμό. Εκτιμά ότι το πρωταγωνιστικό «ηγεμονικό ζευγάρι» της δυναστείας των Μακκαβαίων στάθηκε η αφορμή της έμπνευσης του Καβάφη, επειδή ακροβατεί σε ένα μεταιχμιακό στάδιο της ιστορικής εξέλιξης: αφενός εγκολπώνεται, σε μια περίοδο παρακμής για το ίδιο, το ένδοξο γένος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το οποίο θέλησε να εκτοπίσει από την εξουσία, επαναστατώντας κατά των επιγόνων του τρομερού στρατηλάτη· αφετέρου προεικονίζει την έλευση του Σωτήρα. Ο εκφυλισμός στον οποίο έχει περιπέσει το βασιλικό δίδυμο χαλυβδώνει, κατά τον κριτικό, το έργο του Χριστού, που ήρθε να πατάξει την «απατηλή ψωροϊκανοποίησή» τους, τη «ματαιόδοξα τρανή» δράση τους με αποτέλεσμα να ευοδώνεται η εξάπλωση του ενάρετου θεϊκού έργου.[31]
Ο Παπατσώνης θεωρεί τον Καβάφη έναν «αστό ποιητή της κατάπτωσης, σε τέλειαν ισορροπία με μια κοινωνία καταρρέουσα»,[32] σε μια εποχή κατά την οποία «οι άνθρωποί της δεν νοιώθουνε το πού βρίσκονται και φουσκώνουν από κόμπο, όργανα, ξόανα και ανδρείκελλα του μοιραίου».[33] Στην έκταση του πυκνού αυτού άρθρου πασχίζει εναγωνίως να αποδεσμεύσει τον Καβάφη από τη δίνη της ιστορικοϋλιστικής κριτικής, που έμελλε να τον καταδικάσει ως βαθιά παρακμιακό, και για το λόγο αυτό, ο κριτικός του λόγος είναι κάπως ανορθόδοξος, από την άποψη ότι προσπαθεί να ισορροπήσει το καβαφικό έργο μεταξύ χριστιανικής συνείδησης και αμφισβήτησης της αστικής τάξης. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, καθώς είναι η περίοδος που ο Παπατσώνης επιχειρεί ένα άνοιγμα στα ιδεολογικά αιτήματα της ευρύτερης Αριστεράς, προσπαθώντας επίμονα να συνταιριάξει τις αρχές του σοσιαλισμού με τη χριστιανική φιλοσοφία. Γι’ αυτό, εξάλλου, δεν υιοθετεί τις επιταγές του σκληροπυρηνικού μαρξισμού, αλλά μια πιο διαλλακτική εκδοχή «ταξικού αριστερισμού», όπως την προωθούσαν ο Gerstein και Anatoly Lunacharsky,[34] τους οποίους ο Παπατσώνης διαβάζει στους Νέους Πρωτοπόρους.
5. Το 1953 ο Παπατσώνης θα συμμετάσχει στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας με αφορμή τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από τον θάνατο του Καβάφη, διορθώνοντας κάπως την παλαιότερη στάση του, όταν και ο ίδιος είχε χρησιμοποιήσει την ψυχαναλυτική μέθοδο ως εργαλείο μελέτης του καβαφικού έργου. Πλέον, αισθάνεται απογοητευμένος από την ψυχαναλυτική κριτική, την οποία αντιμετωπίζει με δυσπιστία, θεωρώντας ότι καταλύει την «άπιαστη κι απερίγραπτα λεπτή σχέση μεταξύ δέχτη και καλλιτεχνήματος», στοχοποιώντας την ως «περιττή κι επικίνδυνη»[35] για την περίπτωση του Καβάφη. Πρόκειται άραγε για αυτοαναίρεση; Με κάθε βεβαιότητα η απάντηση είναι όχι. Όταν το 1932 ο Παπατσώνης επικροτούσε την ψυχανάλυση, είχε κατά νου την κειμενοκεντρική της στοχοθεσία. Σε όλο αυτό το διάστημα των είκοσι χρόνων, όμως, είχε μεσολαβήσει η ανάπτυξη μιας μάλλον αθέμιτης κριτικής υπερβολής γύρω από τον ποιητή. Για να δανειστώ τα λόγια του Παπαθεοδώρου, ο οποίος έχει σχολιάσει εκτενώς το ανεξέλεγκτο κάποτε ψυχαναλυτικό περικείμενο γύρω από την ποίηση του Αλεξανδρινού, πολλά από τα πονήματα αυτά αφοσιώθηκαν στο να φανερώσουν «έστω και διά της βίας, εκείνο που κρύβεται, εκείνο που διαφεύγει, ακόμα και από τον ίδιο τον δημιουργό»,[36] λαμβάνοντας ως προϋπόθεση για τη συγκρότηση του ποιητή Καβάφη τα έκνομα ερωτικά του πάθη. Ο Παπατσώνης επουδενί δεν μπορούσε να συνηγορήσει σε αυτό το λοξοδρομημένο κομμάτι της κριτικής, το οποίο εντέλει αδυνατούσε, όπως έγραφε, να συλλάβει «την ειδική ροή που δημιουργείται την ορισμένη στιγμή που ο ποιητής συνθέτει μόνος του, ή και έξω εαυτού, μπροστά στο χαρτί του το κάθε επιμέρους έργο του». Για τον Παπατσώνη, αυτές οι «κρίσιμες στιγμές» είναι αναπόφευκτα προορισμένες να παραμείνουν άβατες στους μελετητές.
Το μόνο εξωτερικό στοιχείο που είχε ανάγκη η κριτική συνείδησή του ήταν ορισμένες λιγοστές βιογραφικές πληροφορίες. Με φόντο, λοιπόν, την καταγωγή και τον χώρο όπου έζησε ο Καβάφης, επιχειρούσε να σφυρηλατήσει την εκλεκτική συγγένειά του με τον Αλεξανδρινό. Στο παρακάτω απόσπασμα, ο βιολογικός ντετερμινισμός ενισχύει έμμεσα με διττό τρόπο τη σχέση προγόνου και επιγόνου, αφού αρκεί να έχει κανείς στο μυαλό του τη βυζαντινή προέλευση της οικογένειας του Παπατσώνη (όπως ο ίδιος τουλάχιστον ισυριζόταν), όπως και την άρρηκτη σχέση του με τον χριστιανισμό:
Οι Βυζαντινές ρίζες, κληρονομιά που κυλάει στο αίμα του ποιητή, χωρίς να τον σταματήσουν σε μίμηση ή σ’ εξακολούθηση παληών προτύπων, χωρίς να του εμποδίσουν την άνετη εξέλιξη και τον συγχρονισμό, δίνουν εντούτοις την ατμόσφαιρα τη νεοβυζαντινή, την αγέρωχα ανεπηρέαστη από νοθείες και ξένες επιρροές. […] η Αλεξάνδρεια στάθηκε […] σπουδαίο κέντρο σοφίας, όλη η βαθμιαία συσκότιση και πτώση της πλατωνικής φιλοσοφίας, εξελισσόμενης σε νεοπλατωνική, όλες οι πρωτοχριστιανικές θολές μορφές της Εκκλησίας, ηύραν στις χώρες του Νείλου μια κοιτίδα για να ζήσουν και να μαραθούν. Αυτό είναι το διπλό κλίμα που ανασαίνει ο Καβάφης, και, που, χάρις σ’ αυτό, αγνοεί τα πάντα, το ανυψώνει και του αφιερώνει τη ζωή του και την τέχνη του.[37]
6. Όταν, για τελευταία φορά πια, ο Παπατσώνης θα εγκύψει στο «μεγαλείο της τελειότητας του έργου του Καβάφη», ο τίτλος του άρθρου «Υποκειμενικά αντλήματα από τον Καβάφη» διαβεβαίωνε ότι επρόκειτο για έναν άκρως προσωπικό σχολιασμό της ποίησης αυτής. Το σημαντικότερο κομμάτι αυτής της κατάθεσης είναι το σημείο εκείνο όπου ο κριτικός παρακάμπτει την υλική γνωσιολογία της σοφιστικής σχολής από το πλάνο της καβαφικής ποίησης –χωρίς να την απαρνείται ολωσδιόλου-, εστιάζοντας την προσοχή του στη στωικής κοπής αναζήτηση της αρετής. Τον Παπατσώνη τον ελκύει η ατέρμονη προσπάθεια του Αλεξανδρινού να σταθεί στον δρόμο της αγαθότητας:
Βλέπω τον Καβάφη, όταν έρχεται η νύχτα κι’ η ώρα που απομονώνεται κανείς με τον εαυτό του, ν’ ανασκοπεί με δέος την ημέρα του που είχε διαρρεύσει αμαρτωλά και μαζί το πλήθος των ωρών που προηγήθηκαν· τον βλέπω να προσπαθεί σαν ένοχο παιδί, ν’ αγωνίζεται, να υπόσχεται πως θ’ αλλάξει ζωή, να σκύβει κάτω από το βάρος της διάνοιας και να κάνει την προσευχή του με πίστη και κατάνυξη, ίσως και δάκρυα, που θα τα ζήλευαν οι δήθεν αδιάβλητοι και καθαροί, οι φαρισαϊκά υπερφίαλοι. Απ’ αυτή την πλευρά φωτισμένο βλέπω τον Χριστιανισμό, τον βυζαντινό Χριστιανισμό του Καβάφη. Κι’ αυτό το φως, μια ελάχιστη αχτίδα ανακαλύπτεται εδώ κι’ εκεί στο ποιητικό του έργο, αρκετή όμως για να καταστήσει μιαν άποψη σαν τη δική μου, όχι ολότελα αυθαίρετη και αστήριχτη.[38]
Η προσάρτηση του απόδημου ποιητή στα νάματα της Ορθοδοξίας υλοποιούταν, αφού πρώτα είχαν αμβλυνθεί τα όρια τού τι καλύπτει ο όρος χριστιανός. Η συνείδηση της αμαρτωλότητας του ποιητή και η προσπάθεια να την εξαγνίσει αρκούσαν, για τον Παπατσώνη, ώστε να εντάξουν τον Αλεξανδρινό στο ίδιο θρήσκευμα με εκείνον. Επιπρόσθετα, στον αντίποδα της μεταπολεμικής ρευστότητας, η καβαφική ποίηση προτεινόταν ως το απαύγασμα προσήλωσης στη σταθερότητα που προσφέρει ο χριστιανισμός. Από την άποψη αυτή, ο Παπατσώνης εκθείαζε την προσπάθεια τού Σαββίδη να ανιχνεύσει στους καβαφικούς στίχους τα φιλοχριστιανικά αισθήματα του δημιουργού, ενώ διέγραφε (για μια ακόμη φορά) κάθε προηγούμενη απόπειρα κατάταξής τους στις γνωστές κατηγορίες των «ιστορικών», «φιλοσοφικών» και «αισθησιακών» ποιημάτων, πιστεύοντας ακράδαντα ότι μέσα τους ενοικεί «η ψυχή του ποιητή, γυμνή, ντυμένη, μεταμφιεσμένη, με προσωπεία, χωρίς προσωπεία, γυμνόπους ή με κοθόρνους ή με πέδιλα ή φτερά Ερμών».[39] Με τίποτα δεν φαίνεται ότι μπορούσε να προσυπογράψει τη συνύπαρξη ρεαλιστικού περιβάλλοντος, δημιουργικής διάνοιας και ερωτισμού, παρά μόνο αν όλα αυτά αποτελούσαν τις βάσεις της χριστιανικής ιδιοσυγκρασίας του Καβάφη. Αν αναλύσουμε την πρόταση αυτή, θα διαπιστώσουμε πως η θρησκευτικότητα του Αλεξανδρινού υψώνεται σε μούσα του, η οποία κατά τον Παπατσώνη, μεταπλάθεται και διαχέεται εντέχνως με διάφορες μορφές μέσα στο σώμα της ποίησής του.
Αναμφίβολα, ο Παπατσώνης άφησε ένα ιδιαίτερο κριτικό αποτύπωμα, διαμορφωμένο από την προσωπική του αναζήτηση στο εύρος της λογοτεχνίας τού Θεού της Αγάπης. Η θέση του αυτή αποτέλεσε μια παγιωμένη τακτική με την οποία προσπάθησε επανειλημμένα να ανακαλύψει άλλα κρυμμένα νοήματα πίσω από τις λέξεις της καβαφικής ποίησης, να φτάσει στα αισθητηριακά και ψυχικά ερείσματα του ποιητικού στοχασμού τού Καβάφη. Λίγες μέρες πριν από την προαναφερθείσα μελέτη τού 1973, δημοσιεύει ένα αυτοβιογραφικού χαρακτήρα ποίημα στη Νέα Εστία. Παραθέτω τον επίλογο του ποιήματος με τίτλο «Guide bleu»:
Αν είχε πει «Χαιρέτα την την Αλεξάντρεια»
που αφίνεις ο άλλος ποιητής, εμάς η πίκρα
του αποχωρισμού είναι για πλήθος Αλεξάντρειες
που ακροθιγώς τις προσπεράσαμε, και που
στοίχιωσαν μέσα μας, πίκρες ισάριθμες
και μας ποτίζουν την εποχή που μας αδράνησε
το κορμί μας η φθορά, αλλά όχι αλλοίμονο
και τη δύναμη ν’ αναπλάθουμε τις Εικόνες,
να τις κρεμνούμε Εικονίσματα.[40]
Χάρη στην εργασία της Σοφίας Ιακωβίδου,[41] είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε το σχήμα του κύκλου στην κριτική συνείδηση του Παπατσώνη γύρω από τον Αλεξανδρινό. Πέρα από την εμφανή διακειμενική σχέση με το ποίημα «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον», η ίδια έχει εντοπίσει τη συνάφεια του «Guide bleu» με το καβαφικό μελέτημα του Παπατσώνη το 1932. Εκεί, λοιπόν, ο ποιητής επισήμαινε ότι «“Αλεξάνδρεια” σημαίνει “τον φθαρτό κόσμο του καλού που αγάπησα”».[42] Μέσα στην έκταση αυτού του επίγειου Παραδείσου ο Καβάφης στήνεται από τον νεότερο επίγονο ως ένα «Εικόνισμα», έναν ισχυρό πρόγονο. Για τον Παπατσώνη ο Καβάφης υπήρξε «πρωτοποριακός, […] που αφέθηκε στη φωτεινή καθοδήγηση της τέχνης του, σπάζοντας πρότυπα πολύ δύσθραυστα», όπως έγραφε σε μελέτη του το 1944.[43] Ο ίδιος ακολούθησε και εξέλιξε τα διδάγματα του προκατόχου του, εισάγοντας από το 1920 ένα υβριδικό είδος μοντερνισμού, αφού στη συνείδησή του βάραινε σε μεγάλο βαθμό, πέρα από την εκφραστική ανανέωση, η ιδέα της αποκάλυψης του απατηλού χαρακτήρα τής πραγματικότητας και της σύνδεσης με τη μεταφυσική σφαίρα του Θεού. Αυτό που ξεχωρίζει ιδιαίτερα στα σχόλια του Παπατσώνη είναι ότι διά της προσάρτησης του Καβάφη στα νάματα του χριστιανισμού –με τη σταδιακή μετατόπιση από την Καθολική στην Ορθόδοξη όψη του- επιχειρούσε ανομολόγητα να αναδειχθεί ως ο επόμενος αδιάσπαστος κρίκος μιας εναλλακτικής νεοελληνικής ποιητικής παράδοσης (αποκομμένης από την τετριμμένη γενεαλογία των “εθνικών πατέρων”), εναρκτήριο σημείο της οποίας θεωρούσε τον Αλεξανδρινό. Η προώθηση του χριστιανού Καβάφη ήταν ο πλέον κατάλληλος τρόπος για να τοποθετήσει οργανικά τη δική του εικονοκλαστική μορφή δίπλα σε μια ανατρεπτική φυσιογνωμία της νεοελληνικής ποίησης, αφού έτσι μοιράζονταν οι δυο τους μια κοινή μεταφυσική και πολιτισμική παράδοση.
* Ο Β. Μακρυδήμας είναι υποψήφιος διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
[1] Βλ. Δημήτρης Ελευθεράκης, «Τ. Κ. Παπατσώνης, Έλληνας. Η πρόσληψη του Καβάφη και η ειρωνική γλώσσα», στο αφιέρωμα Τ. Κ. Παπατσώνης: 120 χρόνια από τη γέννησή του (1895-2015), Manifesto, Αθήνα 2015, σ. 29.
[2] Το 1924 είναι «μια μεγάλη χρονιά για τον Καβάφη και το έργο του» συμπεραίνει ο Στρατής Τσίρκας στο Σχεδίασμα της εργοβιβλιογραφίας του Αλεξανδρινού ποιητή, βλ. Στρατής Τσίρκας, «Σχεδίασμα χρονογραφίας του βίου του Κ. Π. Καβάφη», Επιθεώρηση Τέχνης (αφιέρωμα Καβάφη), τ. ΙΗ΄, τχ. 108, Δεκέμβριος 1963, σ. 697. Αναντίρρητα, η ολοένα και αυξανόμενη παρουσία του στον αθηναϊκό τύπο (ενδεικτικά παραθέτω: Νέα Τέχνη, Ελεύθερος Λόγος, Ελεύθερον Βήμα) και η πλούσια συνεργασία του με τα έντυπα της Αλεξάνδρειας προμήνυαν ότι η χρονιά αυτή θα ήταν ένας σημαντικός σταθμός στην πορεία προς την αναγνώριση του εξήντα ενός ετών Καβάφη. Οι επιθέσεις των Τίμου Μαλάνου, Γιάννη Ψυχάρη, Σωκράτη Λαγουδάκη και Δημήτρη Ταγκόπουλου (για να μείνουμε στις επιφανέστερες) εμφανίζονται παράλληλα με πλήθος αγγλικών μεταφράσεων, ευνοϊκών κριτικών. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. την επαυξημένη έκδοση του αναλυτικού πονήματος των Δημήτρη Δασκαλόπουλου – Μαρίας Στασινοπούλου, Ο βίος και το έργο του Κ. Π. Καβάφη, Μεταίχμιο, 2013, σσ. 102-09.
[3] Βλ. Παπατζώνης nobilissimus, [άτιτλο], Νέα Τέχνη, φυλ. 7-10, Ιούλιος-Οκτώβριος 1924, φωτοστατική ανατύπωση Ε.Λ.Ι.Α., Αθήνα 1983, σσ. 107-08. Σε όλα τα παραθέματα έχει διατηρηθεί η πρωτότυπη ορθογραφία, πλην της χρήσης του πολυτονικού.[4] Ό.π., η πλαγιογράφηση δική μου.
[5] Τ. Παπατζώνης, «Άλκης Θρύλος, Δ. Σολωμός – Κωστής Παλαμάς, κριτικές ομιλίες», Νέα Τέχνη, φυλ. 7-10, Ιούλιος-Οκτώβριος 1924, φωτοστατική ανατύπωση Ε.Λ.Ι.Α., Αθήνα 1983, σ. 126.[6] Ο Παλαμάς, στο τέλος του ίδιου μήνα με την κυκλοφορία του αφιερώματος της Νέα Τέχνης, διαπίστωνε στον Καβάφη το «ύπουλο ξεκάρφωμα του στίχου», βλ. Κωστής Παλαμάς, «Στο γύρισμα της ρίμας», Άπαντα, τ. 12, Γκοβόστης, Αθήνα, χ.χ., σ. 306. Παρ’ όλο που ήδη από το 1922 σε μια κριτική για τον Ζαχαρία Παπαντωνίου οι αντιλήψεις τού Παλαμά έμοιαζαν να συντάσσονται υπέρ του πεζοτράγουδου και μιας μορφής ποίησης που «μπορεί να υπάρξει και έξω από τον στίχο, υπό τον όρο ότι θα διατηρείται η πολύτροπη ρυθμικότητα και η πολύχορδη μουσική τονικότητα – η πολυτονία, δηλαδή, της φράσης», όπως επισημαίνει η Άννα Κατσιγιάννη («Ο Παλαμάς και η πεζόμορφη ποίηση», στον συλλογικό τόμο Η ελευθέρωση των μορφών. Η ελληνική ποίηση από τον έμμετρο στον ελεύθερο στίχο (1880-1940), επιμ. Νάσος Βαγενάς, ΠΕΚ, Ηράκλειο 1996, σ. 112), το ίδιο δεν ίσχυσε αναφορικά με την ιδιόμορφη μετρική του Αλεξανδρινού, κάτι που αντανακλάται και στην οξυμένη αντιπαλότητα τα επόμενα χρόνια μεταξύ των δύο ποιητών. Για περισσότερες λεπτομέρειες γύρω από την όχι και τόσο ευθύβολη αντιπαράθεση, βλ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «“…ποιητής ωμολογημένης πρωτοτυπίας…”», Το Βήμα, 16.03.2003.
[7] Βλ. Χ. Λ. Καράογλου, Η αθηναϊκή κριτική και ο Καβάφης (1918-1924), University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 33-40.
[8] Βλ. Χάρης Ξανθουδάκης, «Ο Τ. Κ. Παπατσώνης μεταφραστής του Κ. Π. Καβάφη: Συμπεράσματα από το περιθώριο μιας μουσικολογικής έρευνας», Τριμηνιαίο Δελτίο του Εργαστηρίου Ελληνικής Μουσικής, τχ. 4, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2006, σσ. 11-15.
[9] Για την επιστολή, βλ. Κ. Π. Καβάφης, Επιστολές στον Μάριο Βαϊάνο, εισ.-παρ.-σχόλ.-σημ. Ε. Ν. Μόσχος, Εστία, Αθήνα 1979, σ. 58 (επιστολή υπ’ αρ. 27).
[10] Βλ. Γιάννης Μ. Αποστολάκης, Η ποίηση στη ζωή μας, χ.ε., Αθήνα 1923, σσ. 28-29.
[11] Στα ίδια συμφραζόμενα κατηγοριοποιεί την εκτουρκισμένη τέχνη του Φώτη Κόντογλου, τις γαλλικές Στροφές του συμβολιστή Jean Moréas και την «ελληνοβλάχικη» φυσιογνωμία του έργου του Panait Istrati.
[12] Βλ. Τ. Παπατσώνης, «Κριτικές a priori», Ελεύθερος Λόγος, 29.01.1928, η πλαγιογράφηση δική μου.
[13] Τ. Κ. Παπατσώνης, «Γλωσσικό ξεκαθάρισμα, Α΄», Ελεύθερος Λόγος, 05.02.1928.Ο Καβάφης γνώριζε τις υποστηρικτικές ενέργειες του Παπατσώνη. Σε άλλη του επιστολή προς τον Βαϊάνο τού έλεγε πως ήταν «πολύ υπόχρεος στον Παπατσώνη» για όσα έγραφε, βλ. επιστολή 24ης Φεβρουαρίου 1928 (υπ’ αρ. 31), Καβάφης, Επιστολές στον Μάριο Βαϊάνο, ό.π., σ. 62 και σσ. 183-87 για τον σχολιασμό της επιστολής από τον Μόσχο.
[14] Τ. Κ. Παπατσώνης, «Η μουσική των μη μουσικών», Ελεύθερος Λόγος, 10.02.1928.
[15] Όπως έγραφε ο Κώστας Τσιρόπουλος («Τ. Κ. Παπατσώνης, Ένας μοναχικός των κορυφών», Χρονικά Αισθητικής, τ. 15-16, Αθήνα 1976-1977, σ. 8): «Σε εποχή θρησκευτικού και κυρίως ομολογιακού σωβινισμού -που γίνεται οξύτερος όταν η Εκκλησία ζει περίοδο κρίσης- ο ποιητής εμφανίζεται αν όχι ως ενωτικός, τουλάχιστο ως οικουμενικός».
[16] Τ. Κ. Παπατζώνης, «Συμβολή σε κριτική του έργου του κ. Καβάφη», Ο Κύκλος, χρ. Α΄, τ. Β΄, τχ. 3-4 (αφιέρωμα στον Καβάφη), Νοέμβριος 1932, σ. 88.
[17] Βλ. Γιάννης Παπαθεοδώρου, «Η γνώση των ηδονών. Ο ιστορισμός του Καβάφη και η κριτική (1932-1946)», Ποίηση, τχ. 24, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2004, σσ. 217-218. Στο άρθρο αυτό δίνονται κατατοπιστικές λεπτομέρειες γύρω από τις θεωρητικές βάσεις του εν λόγω αφιερώματος, αλλά και της ψυχαναλυτικής κριτικής που δέχθηκε το έργο του Καβάφη.
[18] Για την ελληνική μετάφραση, βλ. Σίγκμουντ Φρόυντ, Ψυχανάλυση και Λογοτεχνία, μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, Επίκουρος, 1994.
[19] Την αποκλίνουσα, από τη συνηθισμένη, άσκηση της ψυχαναλυτικής κριτικής από τον Παπατσώνη σχολιάζει και ο Πέτρος Χαρτοκόλλης, παρατηρώντας πως ο ποιητής παρακάμπτει την ψυχαναλυτική ορολογία και εν τέλει δεν τη χρησιμοποιεί, αφού «προτείνει την ψυχανάλυση ως κριτική μέθοδο για τον επαΐοντα και όχι για τον εαυτό του», βλ. «Ψυχανάλυση και Λογοτεχνία στην Ελλάδα», Νέα Εστία, τ. 116, τχ. 1371, 15 Αυγούστου 1984 [=στου ίδιου, Λογοτεχνία και Ψυχανάλυση. Δέκα ομόκεντρα κείμενα, Θεμέλιο, 1999, σ. 39].
[20] Παπατζώνης, ό.π., σ. 89.
[21] Ο Παπαθεοδώρου (ό.π., σ. 223) επισημαίνει, όσον αφορά το στοιχείο της μοναχικότητας που τόνιζε ο Παπατσώνης, ότι ήταν η πρώτη φορά που μελέτη είχε στοχοθετήσει την «αναγωγή αυτού του περιγραφικού χαρακτηριστικού σε βασικό άξονα μιας θεωρητικής ερμηνείας».
[22] Παπαθεοδώρου, ό.π., σ. 223.
[23] Παπατζώνης, ό.π., σ. 91.
[24] Παπατζώνης, ό.π., σ. 92. Για την κατανόηση της έννοιας που εισάγεται εδώ θα πρέπει να ανατρέξουμε στη χρήση της για την ερμηνεία του κλωντελικού ύφους. Ο Παπατσώνης, λοιπόν, τρία χρόνια αργότερα, χαρακτηρίζει ως «καλογερίστικο χωρατό» ένα σχόλιο του Γάλλου ποιητή πάνω στην έννοια της εβραϊκής θυσίας, δηλαδή του τρόπου λατρείας του Θεού όπως περιγράφεται στην Παλαιά Διαθήκη. Το μετασχόλιο του Παπατσώνη αποδεικνύει ότι ο ίδιος κατανοεί ως «εύθυμη σατιρική διάθεση» τον σκοτεινό και δυσνόητο αστεϊσμό, που διαυγάζεται μόνο υπό το φως της μεταφυσικής μόνωσης και τις στιγμές «περισυλλογής» που αυτή προκαλεί, βλ. Τ. Κ. Παπατσώνης, «Ο Έμπορος περιστεριών του Παύλου Κλωντέλ», Η Καθημερινή, 25.02.1935 [=Ο Τετραπέρατος Κόσμος, Α΄, Ίκαρος, 1966, σ. 115].
[25] Μ. Σπιέρος, «Παρατηρήσεις επάνω στο καβαφικό έργο», Ο Κύκλος, χρ. Α΄, τ. Β΄, τχ. 3-4, Νοέμβριος 1932 [=Νικόλας Κάλας, Κείμενα ποιητικής και αισθητικής, επιμ. Αλέξανδρος Αργυρίου, Πλέθρον, Αθήνα 1982, σσ. 84 και 94 αντίστοιχα].
[26] Βλ. Γ. Π. Σαββίδης, «Ήταν χριστιανός ο Κ. Π. Καβάφης;», Το Βήμα, 28.04.1973. Τα ποιήματα ήταν τα εξής: «Το Μετέπειτα», «Εν των Κοιμητηρίω», «Τρόμος». Και στα τρία φαίνεται να εδραιώνεται η μεταφυσική πίστη στο όνομα του Χριστού που πρωτοστατεί.
[27] Κυριάκος Ντελόπουλος, Καβάφη Ιστορικά και άλλα πρόσωπα, Ε.Λ.Ι.Α., 31980. Αναλυτικά με το «θρησκευτικό πρόβλημα» της καβαφικής ποίησης έχει ασχοληθεί η Diana Haas στη διδακτορική της διατριβή. Σε άρθρο της (που αποτελεί μέρος της διατριβής της) διερευνά τη μετάβαση του ποιητή από τις «πνευματικές απασχολήσεις» της όψιμης καλλιτεχνικής περιόδου του σε «ένα εγκόσμιο πλαίσιο» της μετέπειτα εξέλιξής του. Με άλλα λόγια, η μελετήτρια οριοθετεί την έντονη μεταφυσική έλξη που ασκεί ο χριστιανισμός στον Καβάφη στο πρώιμο στάδιο ανάπτυξης της θεματικής της ποίησής του, ενώ μετέπειτα ο θρησκευτικός προβληματισμός μετασχηματίζεται, όπως παρατηρεί, σε ένα περισσότερο ρεαλιστικό πλαίσιο, βλ. Diana Haas, «“Αι Αρχαί του Χριστιανισμού”: Ένα θεματικό κεφάλαιο του Καβάφη», Χάρτης, τχ. 5/6, Απρίλιος 1983 [=Εισαγωγή στην ποίηση του Καβάφη, επιμ. Μιχάλης Πιερής, ΠΕΚ, 72006, σσ. 365-395].
[28] Παπατζώνης, ό.π., σ. 92 (η πλαγιογράφηση δική μου).
[29] Βλ. Δημήτρης Ελευθεράκης, Τ. Κ. Παπατσώνης. Μια εξέταση της ποιητικής του στη διακειμενική προοπτική της ποίησης των F. Hölderlin, P. Claudel και T. S. Eliot, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Τμήμα Φιλολογίας Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 2007.
[30] Ο Στέφανος Ροζάνης προσθέτει επίσης τους John Donne, Rainer Maria Rilke και Cavalcanti στο πολύπτυχο των διδασκάλων του μυστικισμού, σύμφωνα με τους οποίους ο Παπατσώνης ανοίγει τη δίοδο της Θέωσης, βλ. αναλυτικά Στέφανος Ροζάνης, «Ο τρισυπόστατος μάγος της αγωνίας», στον συλλογικό τόμο Τιμή στα ογδοντάχρονα του Τ. Παπατσώνη, Τετράδια «Ευθύνης», αρ. 1, 21999, σσ. 123-140.
[31] Τ. Κ. Παπατσώνης, «Κ. Π. Καβάφης», Σήμερα, χρ. Α΄, αρ. 5, Μάης 1933, σ. 136.
[32] Ό.π., σ. 139.
[33] Ό.π., σ. 138.
[34] Βλ. Τ. Κ. Παπατσώνης, «Τέχνη και Κομμουνισμός», Σήμερα, χρ. Α΄, αρ. 5, Μάης 1933, σ. 159.
[35] Τ. Κ. Παπατζώνης, «Μετά είκοσιν έτη», Νέα Εστία, τ. 53, τχ. 620 (αφιέρωμα στον Καβάφη), 1 Μαΐου 1953, σ. 562.
[36] Παπαθεοδώρου, ό.π., σ. 240.
[37] Παπατζώνης, ό.π., σ. 563.
[38] Τ. Κ. Παπατσώνης, «Υποκειμενικά αντλήματα από τον Καβάφη», Ευθύνη, τχ. 20, Αύγουστος 1973, σ. 391.
[39] Ό.π., σ. 388.
[40] Τ. Κ. Παπατσώνης, «Guide bleu», Νέα εστία, τ. 94, τχ. 1105, 15 Ιουλίου 1973, σ. 905.
[41] Βλ. Σοφία Ιακωβίδου, «Τ. Παπατσώνη, “Guide bleu”: ένας οδηγός χρωμανάγνωσης του βίου», Φρέαρ, τχ. 22 (αφιέρωμα στον Παπατσώνη), υπό έκδοση.
[42] Παπατσώνης, «Συμβολή σε κριτική του έργου του κ. Καβάφη», ό.π., σ. 89.
[43] Τ. Κ. Παπατζώνης, «Σκιαγραφήματα σαράντα χρόνων παγκόσμιας λογοτεχνίας (1875-1914)», Η Καθημερινή, 22.02.1944.
