Ας μου επιτραπεί να αρχίσω με ένα μικρό τμήμα από τα Επιλεγόμενα του τομιδίου Μεταπολεμικά Νεανικά Περιοδικά, που εκδόθηκε το 2015 από τους «Αντίποδες», προλογισμένο από τον παρακαθήμενό μου Σταύρο Ζουμπουλάκη:
«Βιάστηκα, όπως βλέπω τώρα, να υποσχεθώ στον Σταύρο Ζουμπουλάκη και τον Κώστα Σπαθαράκη ότι θα προσπαθούσα να γράψω ένα κείμενο για την Ελεύθερη Γενιά, περιοδικό που εκδιδόταν στα χρόνια 1976-1981 από το Υπουργείο Παιδείας και διανεμόταν δωρεάν στους μαθητές των Γυμνασίων και Λυκείων. Βιάστηκα, γιατί το 1976 δεν ήμουν 15 ή 17 χρονών, είχα ήδη τέσσερα παιδιά και δεν έχανα τον ύπνο μου περιμένοντας το επόμενο τεύχος της Ελεύθερης Γενιάς. Ό,τι λοιπόν κι αν έγραφα, θα ήταν ψυχρό. Ωστόσο η Ελεύθερη Γενιά ήταν μια αξιομνημόνευτη προσπάθεια που δεν βρήκε θερμή ανταπόκριση. Απευθυνόταν στις Μαθητικές Κοινότητες, εκείνες όμως τις τιμόνιζαν άλλοι καπεταναίοι. Οι περισσότεροι μαθητές του Λυκείου είχαν δασκαλευτεί καλά: το περιοδικό ήταν αντιδραστικό. Ο Γιώργος Ιωάννου, από τους στυλοβάτες της Ελεύθερης Γενιάς, έπνεε μένεα· λυπόμουν κι εγώ βλέποντας στους διαδρόμους του σχολείου ντάνες αδιάθετων περιοδικών και θυμώνω τώρα με τον εαυτό μου που μερίμνησε να σώσει μόνο μια σειρά. Άψογη εκτύπωση, εξαιρετικά εξώφυλλα, σελίδες αλληλογραφίας και μαθητικών συνεργασιών, διηγήματα –όχι όμως μυθιστορήματα–, ποίηση, δοκίμια καλά διαλεγμένα, αφιερώματα σωστά συγκροτημένα, όμως δεν ήταν μόνο πάρωρη αλλά έπαιζε και εκτός έδρας. Καθώς φυλλομετρώ πάλι τα τεύχη της, σκέφτομαι πως το αναγνωστικό κοινό που θα της ταίριαζε ήταν ίσως οι πρωτοετείς και δευτεροετείς φοιτητές των θεωρητικών σχολών, όσοι ενδιαφέρονταν για τα γράμματα και τις τέχνες. Για να συνοψίσω, φαινομενικά αντιφάσκοντας, η Ελεύθερη Γενιά θα ωφελούσε όχι λίγο αν διαβαζόταν, όμως δεν ήταν ερωτεύσιμη».
Θα προσπαθήσω τώρα να είμαι ακριβέστερος με τα στοιχεία ταυτότητας του περιοδικού και ζητώ συγγνώμη για την κάποια σχολαστικότητα.
Η Ελεύθερη Γενιά, λοιπόν, που αρχίζει να εκδίδεται τον Φεβρουάριο του 1976 –ένα μήνα δηλαδή αργότερα αφότου ο Γεώργιος Ράλλης αναλαμβάνει το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων–, είναι μηνιαίο περιοδικό για τις Μαθητικές Κοινότητες που εκδίδεται από τον Ο.Ε.Δ.Β. και διανέμεται δωρεάν στους μαθητές της Μέσης Εκπαιδεύσεως.
Διευθύνεται από επιτροπή της οποίας Πρόεδρος είναι ο Κ. Ν. Παπανικολάου, Γεν. Επιθεωρητής Μ. Ε., και μέλη ο Επιθεωρητής Μαθηματικών Δ. Αγγελάτος, ο θεολόγος Α. Χριστόπουλος, ο φυσικός Γεώργιος Μαθάς και ο φιλόλογος Σοφοκλής Δημητρακόπουλος.
Από το τρίτο τεύχος προστίθεται στην επιτροπή ο φιλόλογος Γεώργιος –έτσι!– Ιωάννου, αλλά στο αμέσως επόμενο, προφανώς τη απαιτήσει του, διορθώνονται τα πράγματα και γίνεται Γιώργος Ιωάννου. Την καλλιτεχνική επιμέλεια έχει η Ν. Δ. Αρχοντίδου.
Επαναλαμβάνω ότι το πρώτο τεύχος εκδίδεται τον Φεβρουάριο του 1976, ενώ το 40ο τον Μάιο του 1980. Ακολούθησε το τεύχος 41-42-43 για τους μήνες Οκτώβριο-Νοέμβριο-Δεκέμβριο 1980 και το τεύχος 44 για τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1981. Είναι το τελευταίο, τουλάχιστον στη δική μου βιβλιοθήκη.
Στο 40ο υπάρχει μια δυσοίωνη προαναγγελία: «Η Ελεύθερη Γενιά από του χρόνου για συνδρομητές. Οδηγίες στο επόμενο τεύχος». Κάτι σαν S.O.S. μάταιο. Το περιοδικό ήταν ήδη διαβεβλημένο και αφέθηκε να βουλιάξει. (Το ίδιο, φυσικά, άδοξο και άδικο τέλος είχαν τα Χελιδόνια, περιοδικό για τους μαθητές του Δημοτικού, που αριθμεί πολύ λιγότερα τεύχη).
Οι σελίδες της Ελεύθερης Γενιάς ήταν 48 και σ’ αυτές πρέπει να προστεθούν οι 4 των εξωφύλλων. Έκδοση ιδιαίτερα φροντισμένη, με εξαιρετική εικονογράφηση στα εξώφυλλα και τις έσω σελίδες.
Στο περιοδικό αυτό, λοιπόν, ο Γιώργος Ιωάννου θητεύει, νομίζω με ολική απόσπαση, από τον Απρίλιο του 1976 έως τον Ιούνιο του 1979, δηλαδή τριάντα «συντακτικούς», ας τους πούμε έτσι, μήνες. Εικάζω ότι μαζί με τον Πρόεδρο Κ. Ν. Παπανικολάου, που με διάφορα ψευδώνυμα δημοσιεύει ουκ ολίγα κείμενα στην Ελεύθερη Γενιά, ο Γιώργος Ιωάννου συνεπωμίζεται το μεγαλύτερο βάρος της συγκρότησης κάθε τεύχους.
Η υπογραφή του εμφανίζεται για πρώτη φορά στο τεύχος 5 του Ιουνίου 1976, όπου δημοσιεύεται το τρισέλιδο διήγημά του «Το παλιό σχολείο».
Δεν μπορώ ν’ αποφανθώ με απόλυτη βεβαιότητα ότι το κείμενο «Το κυνήγι του θησαυρού», στο ίδιο τεύχος και με την υπογραφή «Η Διεύθυνση», ανήκει στον ίδιο. Η σχέση πάντως αυτού του κειμένου με το διήγημα «Το παλιό σχολείο» είναι στενή: και τα δύο απευθύνονται κυρίως στους τελειόφοιτους, που είναι υποχρεωμένοι πια να διαλέξουν τον δρόμο τον οποίο θα ακολουθήσουν δια βίου.
Υποκύπτω στον πειρασμό, τώρα που η φιλολογία ελάχιστα διακονείται από άνδρες, να διαβάσω το τέλος του διηγήματος. Ο Γ. Ιωάννου, τελειόφοιτος του εξαταξίου Γυμνασίου, παρακολούθησε μια παράδοση στη Νομική μαζί με κάποιον συμμαθητή του, ο οποίος, γοητευμένος από την ακρόαση, επέλεξε τελικά αυτή τη Σχολή. Αντίθετα ο Γ. Ιωάννου βρήκε το μάθημα «ιδιαίτερα ανιαρό», αισθάνθηκε πάντως την ανάγκη να ζητήσει κάποια συμβουλή.
Διαβάζω: «Δειλά δειλά ζήτησα ακρόαση από τον Γυμνασιάρχη. Ήταν φιλόλογος και διακρινόταν για τον ζωηρό θεατρικό τρόπο με τον οποίο μιλούσε. Του είπα τα βάσανά μου, τη φοβερή ψυχική ταλαιπωρία μου. Του είπα ότι ήθελα να πάω στη φιλολογία, αλλά με είχαν τρομοκρατήσει, και έτσι άρχισα να σκέφτομαι τη γεωπονία, μα ένιωθα μέσα μου ένα φοβερό διχασμό. Με άκουσε με προσοχή. Ύστερα, σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και είπε δραματικά: “Για όνομα του Θεού, παιδί μου, θ’ αφήσεις το γάμο να πας για τα πουρνάρια;” Αυτό ήταν, δεν ήθελα άλλο τίποτε. Στρώθηκα το καλοκαιράκι στη μελέτη και το φθινόπωρο ήμουν πρωτοετής φοιτητής της φιλολογίας. Παρόλες τις δυσκολίες και τις κακοπάθειες, ποτέ μου δεν ξανακοίταξα πίσω».
Δεν ξέρω αν το διήγημα έπεισε κάποιο ταλαντευόμενο τελειόφοιτο αγόρι, ωστόσο μου θύμισε τη φοβερή πολιορκία της συχωρεμένης της μάνας μου, που, απόντος στα Γρεβενά του Γυμνασιάρχη πατέρα μου, πρόσπεσε στον εν Χαλκίδι δικό μου Γυμνασιάρχη, να με πείσει να εγγραφώ στη Νομική. Θεός σχωρέσ’ τους όλους – και τον πατέρα μου που, ωσάν τον Γυμνασιάρχη του Γ. Ι., μ’ έσπρωξε προς τον έρωτά μου.
Από το τεύχος 7 του Νοεμβρίου 1976, καθιερώνεται «το ταχυδρομείο μας», με άλλα λόγια στήλες αλληλογραφίας με μαθητές που στέλνουν στο περιοδικό συνεργασίες για δημοσίευση. Ο Ιωάννου προτάσσει ένα κείμενο δυόμισι στηλών, όπου εξηγεί πώς θα επικοινωνούν οι μαθητές με την Ελεύθερη Γενιά.
Αντιγράφω την προτελευταία παράγραφο: «Και πάνω απ’ όλα: Διαβάζετε κείμενα ποιότητας ασταμάτητα, με μανία. Ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, απλές και βασικές μελέτες. Μην παραμελείτε την ελληνική λογοτεχνία. Είναι σπουδαία. Απ’ αυτήν άλλωστε θα καταρτίσετε το γλωσσικό σας πλούτο. Και θα καταλάβετε τη νεοελληνική ψυχή. Και αγαπήστε τους αρχαίους κλασικούς. Είναι, πραγματικά, ό,τι ανώτερο στο χώρο του πνεύματος. Αν δεν τους καταλαβαίνετε στο πρωτότυπο –πράγμα πιθανότατο– ορμήστε στις μεταφράσεις. Προσέχετε όμως να είναι σωστές και καλόγουστες».
Στα παιδικά και νεανικά περιοδικά, όσα είχαν στήλες συνεργασίας αναγνωστών, η αλληλογραφία του Αρχισυντάκτη με το αναγνωστικό του κοινό ήταν εκ των ων ουκ άνευ. Θα θυμίσω την Διάπλασιν των Παίδων του Ξενόπουλου, και από τα περιοδικά της δικής μου παιδικής και εφηβικής ηλικίας μνημονεύω ευγνωμόνως την Παιδόπολιν – Σπίτι του Παιδιού με Αρχισυντάκτη τον Άγγελο Μεταξά, που ασκούσε με παραδειγματική υπομονή και παιδαγωγικό ζήλο ακατάβλητο το θεάρεστο έργο της κριτικής των συνεργασιών σε δυο και τρεις σελίδες του περιοδικού. Συστηματικότερες και εκτενέστερες ήταν οι κρίσεις της Μαθητικής Διάπλασης, προφανώς γιατί είχε πολύ λιγότερους αναγνώστες, κρίσεις θετικές ή αρνητικές αλλά πάντοτε τεκμηριωμένες.
Με τον ίδιο περίπου τρόπο αντιμετωπίζει κι ο Γιώργος Ιωάννου τους αναγνώστες της Ελεύθερης Γενιάς που φιλοδοξούν να φιλοξενηθούν στις σελίδες της.
Ο Ιωάννου έχει το πλεονέκτημα, εκτός από την ιδιότητα του συγγραφέα σε όλα σχεδόν τα είδη του λόγου, να είναι και σχολικός φιλόλογος, να έχει αναπνεύσει τον αέρα της σχολικής αίθουσας. Συνεπώς, όπως έκρινε τις εκθέσεις και τις όποιες απόψεις των μαθητών του κατά τη διδασκαλία των αρχαίων και νέων ελληνικών, έτσι και από «το ταχυδρομείο μας», συνοπτικότερα φυσικά, επιχειρεί τώρα να διορθώσει τα βήματα παιδιών από όλα τα σχολεία της Ελλάδας.
Θα φανεί ίσως υπερβολή, αλλά θεωρώ σημαντικότερη και διδακτικότερη από τη δημοσίευση των δικών του κειμένων στην Ελεύθερη Γενιά αυτήν την εκούσια ειλωτεία του στις σελίδες της αλληλογραφίας.
Μεταφέρω εδώ μερικά δείγματα των κρίσεών του:
«Μαθήτρια Μαρ. Ρεπούσκου, Σπάτα: Σ’ ευχαριστούμε για τη συνεργασία, όμως το θέμα του κλόουν, που παρά τα βάσανά του οφείλει να διασκεδάζει το κοινό είναι πολύ μεταχειρισμένο. Παίρνε τις εμπνεύσεις σου από τον περίγυρό σου» (τχ. 7).
«Μαθητή Χαρ. Βλάχο, Αθήνα: Τα ποιήματά σου, αν και μεστά από νόημα, πεζοφέρνουν. Ίσως η δόση διδακτισμού και συλλογιστικής είναι υπερβολική και δίνεται πολύ άμεσα» (τχ. 10).
«Μαθήτρια Μ. Σκαρπαθίου, Χαλκίδα: Τα κείμενά σου δείχνουν υψηλή μύηση στην ποιητική λειτουργία, όμως –κι αυτό ας θεωρηθεί μόνο ως διαπίστωση– είναι εξαιρετικώς ερμητικά. Ζούμε άραγε σε εποχή που πρέπει να αποκλείουμε τόσο τους άλλους;» (τχ. 17).
Παρέκβαση: η Μαργαρίτα Σκαρπαθίου ήταν αυτή που ξεκίνησε τους Νεανικούς Ορίζοντες του Λυκείου Θηλέων Χαλκίδος, ατίθαση και ανυπότακτη. Αργότερα υπήρξε βασική συνεργάτιδα του φυλλαδίου της Χαλκίδας Τα Νεφούρια, με κείμενα και υποβλητικά ή σατιρικά σχέδια. Ο Ιωάννου διείδε τις δυνατότητές της.
«Μαθητή Π. Μπαζό, Αθήνα: Είσαι επηρεασμένος και μάλιστα θετικά από την ποίηση του Κ. Καβάφη. Χρειάζεται όμως ακόμη πολλή πειθαρχία. Τα ποιήματά σου να τα δουλεύεις πολύ, αυτό έκαμνε και ο Καβάφης» (τχ. 18).
Αντιγράφω ακόμη δύο –και εκτενέστερες– κρίσεις, που εκφράζουν, πιστεύω, τις αντιλήψεις όχι μόνο του Γιώργου Ιωάννου αλλά και των περισσοτέρων συνεργατών της Διαγωνίου για την ποίηση:
«Μαθητή Β. Μαραγκό, Αθήνα: Το να συναντώ κείμενα μαθητών, οι οποίοι προσπαθούν να εκφραστούν ποιητικά με τον α΄ ή β΄ τρόπο, όπως εσύ εδώ υπερρεαλιστικά, αυτό μου προξενεί χαρά. Όμως έχω να σου παρατηρήσω τα εξής: Μια γνήσια αυτόματη γραφή, που ξεπηδάει πραγματικά μέσα από το υποσυνείδητο, παρουσιάζει κάποια ενότητα, αυτά που τυραννούν το υποκείμενο βγαίνουν και ξαναβγαίνουν. Πρόσεξε, λ.χ. το έργο του Εμπειρίκου. Σε σένα δεν το βλέπω αυτό. Και δεύτερο, καλή η μαθητεία στον υπερρεαλισμό, αλλά είναι πια κάτι το προ πολλού ξεπερασμένο. Η ποίηση έχει προχωρήσει, αφού χαράχτηκε βαθιά από το μεγάλο αυτό κίνημα» (τχ. 21). Στο ίδιο τεύχος:
«Μαθητή Θ. Τσοπανάκη, Πειραιά: Τα ποιήματά σου, τα κείμενά σου μάλλον, δεν είναι νομίζω ώριμα –πρέπει ακόμα να διαβάσεις και νιώσεις– όμως οι χώροι όπου τα τοποθετείς, τα πράγματα που απαριθμείς, κι απόπου βγάζεις τη συγκίνηση –τα πράγματα και όχι οι αφηρημένες έννοιες– είναι κάτι που οφείλω να εξάρω. Μακάρι να μπορούν πολλά παιδιά να κοιτάξουν έτσι τον περίγυρό τους.
Παραθέτω μερικούς στίχους σου:
Τα μπλε του ελβιέλα άνοιξαν.
Ωστόσο περπατούσε
στα μαυριδερά υγρά σοκάκια της συνοικίας
με συντροφιά τις κατάκλειστες πόρτες.
Η καρδιά του προσπαθούσε να ζεσταθεί
στο λερό μπουφάν του…
Ήταν μόνος
ήταν δεκαεξάχρονος και μόνος».
Τελείωσα με τα δείγματα των απαντήσεων του Ιωάννου. Τελειώνω και την ελλιπέστατη ομιλία μου με την ευχή κάποιος πολύ μικρότερός μου στα χρόνια και καλός γνώστης του έργου του Γιώργου Ιωάννου να μελετήσει συστηματικά τα τεύχη της Ελεύθερης Γενιάς και να καταγράψει όλα του τα κείμενα –πρώτες, ενδεχομένως, δημοσιεύσεις ή αναδημοσιεύσεις–, να ξεψαχνίσει «το ταχυδρομείο μας» και να ανθολογήσει δεκαπλάσιες από τις δικές μου κρίσεις των συνεργασιών.
Επιπροσθέτως, να καταρτίσει ένα μικρό ανθολόγιο από τα δημοσιευμένα στο περιοδικό –και άρα εγκεκριμένα από τον Ιωάννου– ποιήματα και πεζά των μαθητών, ως τεκμήριο, συν τοις άλλοις, και της έγνοιας του κριτή για τα παιδιά που αγαπούσαν τη λογοτεχνία.
Όχι πολύ σχετική αλλά αναγκαία προσθήκη: ο Γιώργος Ιωάννου αρκετά νωρίς με παρότρυνε να κολυμπήσω σε βαθύτερα νερά της παπαδιαμαντικής θάλασσας. Του χρωστάω αυτή την παρώθηση.
*Ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος είναι φιλόλογος
