ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ηλίας Κολοβός*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Το παρελθόν στο παρόν» είναι ένα ευανάγνωστο βιβλίο που κυκλοφόρησε σε επιμέλεια του κοινωνικού ανθρωπολόγου Αρη Αναγνωστόπουλου και του αρχαιολόγου Νίκου Παπαδημητρίου, συγκεντρώνοντας εξαιρετικά ευσύνοπτα κείμενα Ελλήνων ιστορικών, αρχαιολόγων και ανθρωπολόγων προς το ευρύ κοινό.

Οι συγγραφείς πραγματεύονται τους τρόπους με τους οποίους το παρελθόν εισβάλλει στη ζωή μας σήμερα, διαμορφώνοντάς την ώς ένα βαθμό, αλλά και αναδιαμορφώνοντας και το ίδιο παρελθόν από την άλλη πλευρά.

Κολλημένοι με το παρελθόν;

Με αυτή την έννοια η Ιστορία, σε αντίθεση με ό,τι θεωρείται συχνά, γράφεται και ξαναγράφεται συνεχώς στο παρόν, ακόμα και από όσους καταγγέλλουν την «παραχάραξή» της. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιστήμη της ιστορίας και της αρχαιολογίας δεν έχει τον τρόπο να καταλήγει σε σχετικά πάντοτε ασφαλή συμπεράσματα για το παρελθόν. Αλλά ποιος ακούει τους ειδικούς ιστορικούς και αρχαιολόγους;

Σε αυτό το βιβλίο πάντως οι ειδικοί είναι διαθέσιμοι, με καλογραμμένα κείμενα, να συζητήσουν για την ιστορία και την αρχαιολογία στο παρόν, χωρίς αφ’ υψηλού διάθεση και με μια κριτική προσέγγιση.

Χρησιμοποιώ την έκφραση «κολλημένοι με το παρελθόν» σε μια ελεύθερη απόδοση του τίτλου ενός βιβλίου του David Lowenthal (Possessed by the Past, 1996).

Δεν είμαστε οι μόνοι και ανάδελφοι στην Ελλάδα που είμαστε κολλημένοι με το παρελθόν, με την ειδικότερη αρχαιοπληξία μας.

Οι ιστορικοί έχουν μελετήσει σήμερα διεθνώς τα «καθεστώτα ιστορικότητας» ή αλλιώς την «ιστορικότητα της Ιστορίας», τους τρόπους με τους οποίους η εποχή μας, ή οι εποχές μας καλύτερα, αντιμετωπίζουν το παρελθόν.

Στο «Παρελθόν στο Παρόν» ο Αντώνης Λιάκος και η Χριστίνα Κουλούρη ξετυλίγουν το κουβάρι των πολλαπλών «καθεστώτων μνήμης», συζητώντας για τη μνήμη των ηγεμονικών αφηγημάτων, για την Ιστορία και την αντι-μνήμη, π.χ. τη μνήμη των αριστερών οικογενειών μετά τον Εμφύλιο, τη διχασμένη μνήμη ή την τραυματική μνήμη.

Ποιος θυμάται; Οσοι διάβασαν την πρόσφατη μετάφραση στα ελληνικά του βιβλίου του Jan Assmann («Η πολιτισμική μνήμη: γραφή, ανάμνηση και πολιτική ταυτότητα στους πρώιμους ανώτερους πολιτισμούς», μτφρ. Δ. Παναγιωτόπουλος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2017) θα πιάσουν εδώ το νήμα της εξέλιξης της συλλογικής μνήμης σε Ιστορία.

Η συζήτηση για τη μνήμη και την Ιστορία, που ξετυλίγεται εύστοχα στο βιβλίο, είναι αποτέλεσμα του αιτήματος εκδημοκρατισμού των κοινωνιών.

Και αποτελεί μια ένδειξη ζωντάνιας των σύγχρονων κοινωνιών να αντιπαρατίθεται δημόσια για αυτά τα ζητήματα.

Στην Ελλάδα το σχολείο συνεχίζει να οργανώνει μια φαντασιακή αντίληψη για το «έθνος» στο παρελθόν, αλλά και για τον εαυτό του, μέσω του μύθου του «κρυφού σχολειού» (που παρεπιμπτόντως έχει οδηγήσει και στη συγκρότηση ενός ελληνικού «τουρισμού μνήμης» στην Ελλάδα).

Μαζί με το σχολείο το νέο Μουσείο της Ακρόπολης, για παράδειγμα, μέσω της αποκάθαρσης της ιστορίας του Παρθενώνα από τη συνέχειά του ως χριστιανικού ναού και μουσουλμανικού τεμένους, «φουσκώνει» ένα ήδη συμβολικά υπερδιογκωμένο παρελθόν, ώστε το «έθνος» να συνεχίσει να απολαμβάνει τις «δάφνες των αρχαίων προγόνων» του (οργανωμένο σε «αρχαιόφιλα» και «αρχαιοπρεπή» σώματα, όπως επισημαίνει έξοχα ο Δημήτρης Πλάντζος, φέρνοντας στον νου μας την κακόγουστη «επινόηση του παρελθόντος» με στόχο τη «φυλετική υπεροχή» από την εθνικόφρονα Χρυσή Αυγή).

Ο Νίκος Μπελαβίλας εξηγεί στο κείμενό του τις συνέπειες της ιδεολογικής αποκάθαρσης των μνημείων, π.χ. της Ροτόντας της Θεσσαλονίκης, και τη σύγχρονη προσπάθεια επιστροφής της ιστορίας τους μέσω της προσθήκης των παραμελημένων ιστορικών τους παρελθόντων.

Εξάλλου, όπως εξηγεί η Δάφνη Βουδούρη, η εξέλιξη της σύγχρονης νομοθεσίας για τις αρχαιότητες, με την επιρροή των διεθνών συμβάσεων για την πολιτιστική κληρονομικά, εισάγει μια πιο ισότιμη μεταχείριση των παρελθόντων.

Και είναι ευχής έργον πράγματι που τουλάχιστον τρία ελληνικά μουσεία έχουν επιχειρήσει μια ανανέωση από τη συμβατική επίδειξη της «αρχαιοπληξίας».

Ο Νικόλαος Καλτσάς εξηγεί πώς το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο επανέκθεσε πρόσφατα τη συλλογή του με ευανάγνωστο τρόπο, η Αναστασία Τούρτα πώς το Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης επιχείρησε να εκθέσει τη δύσκολη περίοδο του Βυζαντίου, με το βάρος της χριστιανικής παράδοσης πάνω του, και ο Αγγελος Δεληβορριάς πώς το Μουσείο Μπενάκη επιχείρησε να αναδείξει τον νεότερο ελληνικό πολιτισμό ισότιμα με την αρχαιότητα.

Παρά τις όποιες αντιρρήσεις και τα πιο τολμηρά βήματα που πρέπει να γίνουν στο μέλλον, δεν πρέπει να υποτιμούμε καθόλου κατά την ταπεινή μου γνώμη τη σημασία των εγχειρημάτων αυτών, και άλλων, και μάλιστα στις μέρες της κρίσης σήμερα σε μια Ελλάδα που επανέρχεται σε εθνικόφρονα αφηγήματα.

Τα σύγχρονα μουσεία μέσα από τον εκπαιδευτικό τους ρόλο, που παρουσιάζει η Ολγα Σακαλή, έχουν μεγάλη δυνατότητα να βοηθήσουν παιδιά και μεγάλους να διαβάσουν με κριτικό τρόπο το παρελθόν και να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους μαζί του.

Εξάλλου και η σύγχρονη αρχαιολογική ανασκαφή, όπως εξηγεί ο Πέτρος Θέμελης, μπορεί να γίνει, με κανόνες βέβαια, συμμετοχική διαδικασία για το ευρύτερο κοινό.

Το κοινό επιπλέον παρεμβαίνει ενίοτε δυναμικά μέσα από κινήματα πολιτών και αντιπαραθετικά στη διαδικασία της μνημειοποίησης του δημόσιου χώρου, όπως επισημαίνει με χαρακτηριστικά παραδείγματα ο Γιάννης Χαμηλάκης (και συχνότερα βέβαια, να επισημάνουμε, μέσω της προσπάθειας καταπάτησης των κανόνων της προστασίας των αρχαιοτήτων).

Η παρέμβαση αυτή, καθώς και η σύγχρονη κρίση, εισάγει στο παιχνίδι της ιστορίας και της αρχαιολογίας και την ώς τώρα «πτωχή συγγενή» κοινωνική και πολιτισμική ανθρωπολογία, όπως αναλύει με προσοχή η Ελεάνα Γιαλούρη: « Μια αίσθηση ερείπωσης σφραγίζει το αστικό τοπίο» σήμερα επισημαίνει η Γιαλούρη.

Να ξεκολλήσουμε λοιπόν από το παρελθόν ή, με άλλα λόγια, να συζητήσουμε για αυτό χωρίς να το θεωρούμε «αδιάψευστο μάρτυρα της Ιστορίας»;

Ή να μείνουμε νοσταλγικά εκεί, στην ενίοτε «επινοημένη παράδοση»; Ο Αρης Αναγνωστόπουλος και ο Νίκος Παπαδημητρίου, μαζί με τον Τάσο Σακελλαρόπουλο και την Ελένη Στεφάνου, με τα εισαγωγικά κείμενα που υπογράφουν σε κάθε ενότητα, μας καλούν με αυτό τον τόμο να θέσουμε τέτοιου είδους ερωτήματα στον δημόσιο διάλογο.

*Καθηγητής Ιστορίας Πανεπιστημίου Κρήτης