Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία του
Η σημερινή φιλοξενούμενη της στήλης μας είναι εθισμένη να λέει ιστορίες, βγάζει μάτι πως είναι δέσμια, αιχμάλωτη του αφηγείσθαι. Η σκοπιά αλλάζει κάθε φορά: ο τόνος και η διάθεση. Αλλοτε φοράει τη μάσκα της χρονογράφου («Τα Νέα», «Athens Voice», «Γυναίκα μετρίου αναστήματος» Πατάκης, 2013) και αποδομεί επικαιρότητα, στερεότυπα, βεβαιότητες, μέσα από μια σπαρταριστή χορογραφία ιδιωτικού και δημόσιου βλέμματος, άλλοτε της θεατρικής συγγραφέως («Καρφίτσες στα γόνατα», Ροδακιό, 2015), διασταυρώνοντας το παράλογο με τη νοσταλγία, την παρωδία με το ανομολόγητο, άλλοτε τη μάσκα της μεταφράστριας (τελευταία: «Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου;» του Joann Star, Πόλις, 2018), οικειώνοντας περίτεχνα ξένες λέξεις και ζωές. Πρόσφατα, όμως, μέσα από το τελευταίο υβριδικό και το αταξινόμητο αφήγημά της, η Ρούλα Γεωργακοπούλου επιβεβαίωσε αυτό που έκρυβε τόσο αποκαλυπτικά όλα αυτά τα χρόνια: τη λογοτεχνική φλέβα της γραφής της.
Η συγγραφέας, αναμοχλεύοντας οικογενειακά λευκώματα, μύχια ημερολόγια και ψυχαναλυτικά καθρεφτίσματα, μιλάει, με επίκεντρο τη μητρική φιγούρα, ανάλαφρα, ευφάνταστα και συγκινητικά, άλλοτε συνειρμικά κι άλλοτε αρχιτεκτονημένα, για τη σκοτεινιά της ύπαρξης και το βάρος της μνήμης, εντέλει για το πένθος του χρόνου που αποχωρεί.
Οσον αφορά τα βιβλία που στοιβάζει μπροστά μας, όπως στη σκάλα-βιβλιοθήκη της φωτογραφίας (του εξαίρετου συναδέλφου και φίλου Μάριου Βαλασόπουλου) στο πέρασμα του χρόνου, αναγνωστικού και μη, απλώς επικυρώνει με θαυμαστή ακρίβεια αυτά που διάβασε, έπαθε, ξέχασε, άρα ξαναδιάβασε, ξαναέπαθε, ξαναξέχασε και ούτω καθ’εξής.
Επιμέλεια: Μισέλ Φαϊς
Δεν ανήκω στους ανθρώπους που καθορίστηκαν από βιβλία. Θα ήταν πιο σωστό να έλεγα ότι «χτυπήθηκα» από ορισμένα βιβλία σε ηλικίες πολύ πρόσφορες. Προτιμούσα να διαβάζω τις εφημερίδες των γονιών μου, να λεηλατώ το βιβλιοπωλείο του παππού μου και τη βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου (Annexe de Calamata) που μας έδωσε καταφύγιο και μας άνοιξε τα μάτια την εποχή που γύρω μας μαινόταν η χούντα.
Ετσι, ήρθα από πολύ νωρίς σε επαφή με διαβάσματα κάπως παράξενα, όπως μια αρχική ανάγνωση του Καμί, αλλά κυρίως την Τερέζ Ντεκερού του Φρανσουά Μοριάκ και το Climats του Αντρέ Μορουά που με εισήγαγαν στην περιπέτεια του φύλου και με γοήτευσαν με τη σχεδόν συνωνυμία των συγγραφέων τους, πράγμα που έβαλα σκοπό της ζωής μου να ξεδιαλύνω όταν μεγαλώσω.
Αυτό που πάνω απ’ όλα χρωστάω στις φινετσάτες μαντεμουαζέλ εκείνης της περιόδου ήταν η πρώιμη γνωριμία μου με τον Ιονέσκο και το παράλογο γενικότερον, που μ’ έβγαλε από την αποπροσωποποίηση και μ’ έκανε άνθρωπο με ονοματεπώνυμο και δαχτυλικό αποτύπωμα.
Φυσικά, όπως πολλοί προέφηβοι της γενιάς μου, αφέθηκα κι εγώ στη σαγήνη του Μεγάλου Μωλν του Αλέν Φουρνιέ ταυτόχρονα περίπου με την Ερόικα του Κοσμά Πολίτη και όση Τζέιν Οστεν κυκλοφορούσε τότε μεταφρασμένη, με αποτέλεσμα να εκδιωχθώ από μια κατασκήνωση κορασίδων με την κατηγορία ότι διάβαζα πορνογραφία!
Εν τω μεταξύ, ο έξω κόσμος μου έβαζε κάθε μέρα στην τσέπη μου κι από ένα σοκολατάκι. Πότε μια ατάκα του Σακελλάριου ή του Τσιφόρου που έβλεπα στο σινεμά, πότε έναν στίχο του Ακη Πάνου που έπιανε τ’ αυτί μου από το ραδιόφωνο και πότε ένα χρονογράφημα του Φρέντυ Γερμανού, που διάβαζα στην εφημερίδα. Ειδικά αυτά τα τελευταία, τα έτρωγα μόνη μου και δεν έδινα ούτε ψίχουλο στις αδελφές μου με τις οποίες μοιραζόμουνα τα πάντα, ιδίως όμως τα διαβάσματά μας.
Oι δυο αρχιερείς της λογοτεχνικής μας μύησης, ο Φώτης και ο Αντώνης, βιβλιοθηκάριοι τότε της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καλαμάτας, μολονότι ήμασταν κορίτσια, μας άνοιξαν «το ιερό» με τα βιβλία που είχαν κρύψει από τους λογοκριτές της χούντας κι εκεί ξεκίνησε το μεγάλο πανηγύρι!
Ο Ρίτσος ήταν ο πιο μεγάλος παιδικός μου ενθουσιασμός, αλλά και οι Λέξεις του Σαρτρ, Το τρίτο στεφάνι, το Εκτός των τειχών του Βασίλη Βασιλικού κι ένας Καρυωτάκης μαζί με το Τοτέμ και Ταμπού του Φρόιντ που μου ήρθαν ταχυδρομικώς σε συστημένο δεματάκι από έναν θείο μου ο οποίος διαισθάνθηκε ότι θα τα χρειαστώ.
Υστερα ήρθε η χειμερία νάρκη της εφηβείας κι όλα αυτά αποκοιμήθηκαν, μέχρι που ξύπνησα πανέτοιμη για το κυρίως γεύμα. Λίγο πριν μας πάρει από μπροστά μας το πιάτο, γεμάτο ακόμα, η υποχρεωτική ένταξη σε κομματικές νεολαίες πρόλαβα να τυλιχτώ ολόκληρη από τη Μαντάμ Μποβαρί και την Αισθηματική αγωγή του Φλομπέρ, όσον Χένρυ Τζέιμς άντεχε η τσέπη μου να αγοράσω, την Περσινή αρραβωνιαστικιά της Ζατέλη, την Κασσάνδρα και τον Λύκο, τα Alcools του Απολινέρ κυρίως, το μόνο ίσως βιβλίο στο οποίο επιστρέφω όταν τα πράγματα σκουραίνουν, μαζί με την Ιλιάδα (εκδόσεις Οξφόρδης) κατασημειωμένη από τα φοιτητικά χρόνια, τότε που υπό την επήρεια του αείμνηστου Αριστόξενου Σκιαδά κόντευα να μιλάω ομηριστί ακόμα και στο σπίτι μου.
Μ’ αυτά και μ’ άλλα πολλά ήμουν πλέον έτοιμη να κολυμπήσω στο σύμπαν του Ιψεν, να πακετάρω μαζί με τη Νόρα τα πράγματά της, να βακχέψω (το κατά δύναμιν) με τις Βάκχες του Ευριπίδη και του Χειμωνά, τις Μέρες του Σεφέρη, το Λίκνισμα του Μπέκετ, που μ’ έκανε να πεταχτώ στον δρόμο με κίνδυνο να με κόψει κάνα αυτοκίνητο, ένα βιβλιαράκι με την Αλληλογραφία του Μέγιερχολντ που έχασα και όποιος μου το ’χει βουτήξει να το κρατήσει, αλλά να μου πει ότι ακόμα ζει. Α, ναι, και την Ασυνείδητη εικόνα του σώματος της Φρανσουάζ Ντολτό που κι αυτή τη δάνεισα, μακάρι να είναι καλά και να με θυμάται.
Τελευταίο βιβλίο της Ρ. Γεωργακοπούλου είναι το «Δέντρα, πολλά δέντρα» (Πόλις, 2018).
