Τα σύνορα της ισότητας

metanastes-ploio.jpg

Μετανάστες σε πλοίο Η μεταναστευτική κρίση που ζει η Ευρώπη αποκαλύπτει ένα σοβαρό ελάττωμα

Στις μέρες μας, όλα τα σχέδια μετασχηματισμού της κοινωνίας, αναδιανομής του εισοδήματος ή υπεράσπισης της εργασίας και των δικαιωμάτων, αν φιλοδοξούν να υπηρετήσουν τους στόχους της ισότητας και της δικαιοσύνης, οφείλουν να αναμετρηθούν με το ζήτημα των μεταναστών.

Στο ζήτημα αυτό αναφέρεται το ακόλουθο άρθρο του Αμερικανού οικονομολόγου Κένεθ Ρόγκοφ. Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ο Ρόγκοφ έχει διατελέσει επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στα χρόνια 2001-2003.

Η μεταναστευτική κρίση που ζει η Ευρώπη αποκαλύπτει ένα σοβαρό ελάττωμα, αν όχι μια πελώρια υποκρισία, στην τωρινή συζήτηση για την οικονομική ανισότητα. Ενας αληθινός προοδευτικός δεν θα υποστήριζε την ιδέα των ίσων ευκαιριών για όλους τους κατοίκους του πλανήτη και όχι μόνον για εκείνους που είχαν την τύχη να γεννηθούν και να μεγαλώσουν σε πλούσιες χώρες;

Πολλοί διανοούμενοι στις αναπτυγμένες οικονομίες υπερασπίζονται το δικαίωμα στις ίσες ευκαιρίες.

Αυτό το δικαίωμα όμως σταματάει στα σύνορα. Και μολονότι μια μεγαλύτερη αναδιανομή του πλούτου στο εσωτερικό κάθε χώρας θεωρείται απολύτως αναγκαία, τα πρόσωπα που ζουν σε αναδυόμενες ή αναπτυσσόμενες χώρες αφήνονται απ΄ έξω.

Αν οι τωρινές ανησυχίες σχετικά με την ανισότητα εκφράζονταν αποκλειστικά με πολιτικούς όρους, αυτή η αναδίπλωση στους εαυτούς μας θα ήταν κατανοητή.

Ο Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, Κένεθ Ρόγκοφ Ο Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, Κένεθ Ρόγκοφ |

Σε τελική ανάλυση, οι πολίτες των φτωχών χωρών δεν μπορούν να ψηφίζουν στις πλούσιες χώρες. Η ρητορική όμως της συζήτησης για την ανισότητα στις πλούσιες χώρες προδίδει μιαν ηθική βεβαιότητα, η οποία παραγνωρίζει καιροσκοπικά τα δισεκατομμύρια πρόσωπα που, σε άλλες χώρες του κόσμου, ζουν σε πολύ χειρότερες συνθήκες. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, ακόμη και έπειτα από μια περίοδο στασιμότητας, η μεσαία τάξη στις πλούσιες χώρες, αν ειδωθεί σε μια παγκόσμια προοπτική, παραμένει σε κάθε περίπτωση μια ανώτερη τάξη.

Μόνον γύρω στο 15% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε αναπτυγμένες οικονομίες. Κι ωστόσο, οι αναπτυγμένες χώρες είναι σήμερα υπεύθυνες για πάνω από το 40% της παγκόσμιας κατανάλωσης και της εξάντλησης των πόρων.

Το να αυξήσουμε τη φορολόγηση του πλούτου είναι αναμφίβολα ένας τρόπος για να μειώσουμε την ανισότητα στο εσωτερικό μιας χώρας, αλλά δεν επιλύει το πρόβλημα της βαθιάς φτώχειας στον αναπτυσσόμενο κόσμο.

Ούτε βέβαια το επιλύει και το να επικαλούμαστε μιαν ηθική υπεροχή για να δικαιολογούμε το γεγονός ότι ένα πρόσωπο που γεννήθηκε στη Δύση καρπώνεται τόσα πολλά πλεονεκτήματα.

Αναμφίβολα, η ύπαρξη στέρεων πολιτικών και κοινωνικών θεσμών είναι το θεμέλιο μιας διατηρούμενης σε υψηλά επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης. Αυτοί οι θεσμοί αντιπροσωπεύουν μάλιστα θεμελιώδες συστατικό των καλών αναπτυξιακών επιδόσεων.

Ωστόσο, η μακρά ιστορία αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης από μέρους της Ευρώπης καθιστά δύσκολο να φανταστούμε πώς θα εξελίσσονταν οι ασιατικοί και οι αφρικανικοί θεσμοί σε ένα παράλληλο σύμπαν, στο οποίο οι Ευρωπαίοι θα έφταναν μόνο για να εμπορευτούν και όχι για να κατακτήσουν.

Πολλά πολιτικά ζητήματα εμφανίζονται παραμορφωμένα όταν τα παρατηρούμε με ένα φακό που εστιάζει μόνο στην εσωτερική ανισότητα μιας χώρας και παραγνωρίζει την παγκόσμια ανισότητα.

Ο μαρξιστικός ισχυρισμός του Τομά Πικετί ότι ο καπιταλισμός αποτυγχάνει επειδή η εθνική ανισότητα μεγαλώνει στην πραγματικότητα λέει το αντίθετο. Οταν αποδώσουμε την ίδια βαρύτητα σε όλους τους πολίτες του κόσμου, τα πράγματα εμφανίζονται κάτω από ένα διαφορετικό φως.

Οι ίδιες δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης που συνέβαλαν στην καθήλωση των μισθών της μεσαίας τάξης στις πλούσιες χώρες, αλλού απάλλαξαν από τη φτώχεια εκατομμύρια ανθρώπους.

Η παγκόσμια ανισότητα μειώθηκε τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, πράγμα που σημαίνει ότι ο καπιταλισμός είχε εξαιρετική επιτυχία.

Μπορεί να μείωσε το εισοδηματικό επίπεδο που απολαμβάνουν οι εργαζόμενοι στις αναπτυγμένες χώρες χάρη στο γεγονός ότι γεννήθηκαν εκεί, αλλά έκανε περισσότερα για να βοηθήσει τους εργαζόμενους με μέσο εισόδημα που συγκεντρώνονται στην Ασία και στις αναδυόμενες αγορές.

Το να επιτρέψουμε μια πιο ελεύθερη κυκλοφορία των ανθρώπων πέρα από τα σύνορα θα εξισορροπούσε τις ευκαιρίες με τρόπο πιο γρήγορο από όσο το εμπόριο, αλλά μια παρόμοια υπόθεση προσκρούει σε αντιστάσεις.

Τα αντιμεταναστευτικά πολιτικά κόμματα έχουν αποκτήσει ισχυρά ερείσματα σε χώρες όπως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Βέβαια, τα εκατομμύρια των απελπισμένων που ζουν σε πολεμικές ζώνες και σε αποτυχημένες χώρες δεν έχουν άλλη επιλογή από το να ζητήσουν άσυλο σε μια πλούσια χώρα, ανεξάρτητα από τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται.

Οι πόλεμοι στη Συρία, την Ερυθραία, τη Λιβύη και το Μάλι έχουν παίξει πελώριο ρόλο στην τωρινή έκρηξη προσφύγων που προσπαθούν να φτάσουν στην Ευρώπη.

Οι οικονομικές πιέσεις αντιπροσωπεύουν μιαν άλλη ισχυρή ώθηση προς τη μετανάστευση. Οι εργαζόμενοι των φτωχών χωρών αποδέχονται πρόθυμα την ευκαιρία να εργαστούν σε μιαν αναπτυγμένη χώρα ακόμη και με μισθούς πείνας.

Δυστυχώς, η συζήτηση που διεξάγεται στις πλούσιες χώρες, τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά, στρέφεται κυρίως γύρω από το πώς θα κρατηθούν οι άλλοι έξω από τα σύνορά μας, μια λύση που θα μπορούσε να είναι πρακτική, αλλά που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από ηθική άποψη.

Εξάλλου, η μεταναστευτική κίνηση πρόκειται να αυξηθεί αν η υπερθέρμανση του πλανήτη εξελιχθεί σύμφωνα με τις προβλέψεις των ειδικών επιστημόνων.

Οταν οι περιοχές με ισημερινό κλίμα θα γίνουν υπερβολικά θερμές και άνυδρες, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να στηρίξουν τη γεωργία, στον Βορρά του κόσμου η αύξηση της θερμοκρασίας θα καταστήσει αντίθετα πιο παραγωγική την καλλιέργεια της γης.

Οι κλιματικές αλλαγές θα μπορούσαν επομένως να αυξήσουν τη μετανάστευση προς τις πλουσιότερες χώρες, οδηγώντας τη σε επίπεδα που μπροστά τους θα ωχριούσαν εκείνα της τωρινής μεταναστευτικής κρίσης, ιδίως αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι φτωχές χώρες και οι αναδυόμενες αγορές βρίσκονται οι περισσότερες κοντά στον ισημερινό και σε πιο ευάλωτες κλιματικές ζώνες.

Καθώς η ικανότητα υποδοχής και η ανεκτικότητα των πλούσιων χωρών απέναντι στη μετανάστευση είναι ήδη περιορισμένες, είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι μπορούμε να φτάσουμε με ειρηνικό τρόπο σε μια νέα ισορροπία της ανακατανομής του παγκόσμιου πληθυσμού.

Υπάρχει επομένως ο κίνδυνος να επιταθεί και να εκτροχιαστεί η οργή απέναντι στις αναπτυγμένες οικονομίες, που είναι υπεύθυνες για ένα δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό της μόλυνσης του περιβάλλοντος και της κατανάλωσης παγκόσμιων πρώτων υλών.

Ενόσω ο κόσμος γίνεται πιο πλούσιος, η ανισότητα θα προβάλλει αναπόφευκτα ως ένα πρόβλημα πολύ ευρύτερο από εκείνο της φτώχειας, μια υπόθεση που είχα ήδη διατυπώσει πριν από μια δεκαετία περίπου.

Δυστυχώς όμως η συζήτηση για την ανισότητα επικεντρώνεται σε τόσο μεγάλο βαθμό στην εθνική ανισότητα ώστε συσκοτίζεται το πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα της παγκόσμιας ανισότητας.

Αυτό είναι αληθινά μεγάλο σφάλμα, επειδή οι πλούσιες χώρες θα μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά με πολλούς τρόπους, για παράδειγμα παρέχοντας ιατρική βοήθεια και δωρεάν σχολική εκπαίδευση μέσω της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, περισσότερη αναπτυξιακή βοήθεια, μείωση του χρέους, πρόσβαση στην αγορά και μεγαλύτερη συμβολή στην παγκόσμια ασφάλεια.

Η άφιξη απελπισμένων ανθρώπων στις ακτές της Ευρώπης πάνω σε πλοιάρια είναι ένα σύμπτωμα της ανικανότητας των πλούσιων χωρών να δράσουν με παρόμοιο τρόπο.