Κάποτε, ένας νέος ποιητής ρώτησε τον φτασμένο ομότεχνό του τι να κάνει για να προσφέρει στην ποίηση. «Να διαβάζεις, να διαβάζεις συνέχεια» τον συμβούλεψε ο πρεσβύτερος. «Και τι θα κερδίσει η ποίηση απ’ αυτό;» ξαναρώτησε ο νεοσσός. «Το ότι, όσο διαβάζεις, δεν θα γράφεις», ήρθε αποστομωτική η απάντηση.
Γνωστός εκδοτικός οίκος, μόλις του δίνουν κείμενα ποιητικά ή πεζά για έκδοση, δίνει να συμπληρώσουν οι ενδιαφερόμενοι μία φόρμα, όπου, ανάμεσα σε άλλα ζητούμενα, περιλαμβάνει και την ερώτηση: «Τι θα προσφέρει στον αναγνώστη η ανάγνωση του βιβλίου σας; Γιατί νομίζετε ότι πρέπει να βγει;».
Δεν χρειάζονται πάντα προϋποθέσεις. Στην ποίηση ή στην πεζογραφία, το «καλό» αργά ή γρήγορα ξεχωρίζει, τα άλλα μένουν πίσω. «Οι τυχεροί θα επιζήσουν και οι γυμνασμένοι».
Αμέτρητες συλλογές, νέων και λιγότερων νέων ποιητών, μας κατακλύζουν κάθε μέρα∙ ούτε να τις παρακολουθήσουμε όλες μπορούμε, ούτε καν να είμαστε ευγενείς, ευχαριστώντας για την προσφορά. Η ύπαρξη e-mail διευκολύνει κάποτε την επικοινωνία.
Σαν απάντηση σ’ αυτή την «τύψη» παρουσιάζω σήμερα τρεις ποιητικές συλλογές, νεανικής φρεσκάδας, ώριμης θέασης και θυμοσοφικής διάθεσης που οι συγγραφείς τους και ποίηση πολλή έχουν διαβάσει και προβληματιστεί έχουν για τη σκοπιμότητα της ενασχόλησής τους με αυτήν. Πρόκειται για τους: Αγη Μπράτσο: Αναπάντητες, Κέδρος, 2016, σ. 78∙ Ελένη Ντούξη: Μείον δεκάξι, εκδόσεις Μελάνι, 2016, σ. 42∙ Χρίστο Παπαδόπουλο: Η γλώσσα της φυγής, Μικρή άρκτος, 2016, σ. 48.
Οι Αναπάντητες είναι το έβδομο κατά σειράν ποιητικό βιβλίο του Αγη Μπράτσου. Προηγούμενα: Prima Vista, Ζωηρή θέα, Σαν μουσική, Σκληρή αφή, Πρώτο φως, Τόσα λόγια. Περιέχει πέντε ποιητικές συνθέσεις («Προς Θερμοπύλες», «Αναπάντητες», «XXX Movies», «Ζωή σε τιμή γνωριμίας», «Νεκρή φύση»), αφιερωμένες σε πρόσωπα οικεία και αγαπητά. Συχνά, ως μότο, αλλά και μέσα στους στίχους, δηλωμένες ή υπόρρητες διακειμενικές οφειλές, από τον Σικελιανό, τον Παλαμά και τον Παπαδιαμάντη μέχρι τον Πεσόα, τον Βιτγκενστάιν και τον Μπάνβιλ.
Ο χρόνος, η ιστορία, το «φαιδρόν» της αιωνιότητας, η διάρκεια του πάθους, το σώμα και το μυαλό, το πνεύμα και το άπιαστο και μετέωρο της ψυχής, οι ιδέες και οι συλλογικές διεκδικήσεις. Ο Μπράτσος συνεξετάζει αλλά δεν «μπερδεύει τη ζωή με την τέχνη». Διαλέγεται με τον «άλλο», με την κοινωνία, αλλά και με τη φύση, τα δέντρα, ακόμα και με τα πράγματα, τις μάρκες αυτοκινήτων.
«Κάθε δυσκολία είναι ρεαλισμός. / Δεν κρύβει φανταστικούς λωτούς. […]/Αλλά τι να κάνει κανείς τους λωτούς; / Υπάρχουμε. Κυρίως αντέχουμε. / Οχι μόνο τα πάντα, μα και το τίποτα / που λίγο πολύ μας αναλογεί.».
Ποίηση ώριμη, κατασταλαγμένη, ύφος θυμοσοφικό, κάποτε υπονομευτικά ειρωνικό.
Από σπουδές Θεολογίας αλλά και κλασικής κιθάρας προέρχεται η πρωτοεμφανιζόμενη Ελένη Ντούξη. Στο Μείον δεκάξι, η από τους Αγίους Σαράντα προερχόμενη ποιήτρια, που ζει στην Αθήνα από το 1993, ανακαλεί ταλαιπωρίες ενός λαού, πολλών ανθρώπων, της ίδιας μας της ανθρώπινης υπόστασης. Μιλά για τη μοίρα εκείνων που εκπατρίστηκαν και ξεκληρίστηκαν. Μιλά όμως και για τον έρωτα, τα χρώματα, τα σπασμένα γυαλιά. Πόσο ποιητική μία ομόφυλη συνεύρεση αλλόφυλων γυναικών με τίτλο «Εγώ κι εκείνη».
Ο έρωτας και η μοναξιά, σε μιαν αέναη αναζήτηση ταυτότητας, με πολύ σκοτάδι, κρύο, θάνατο, φόβο, σιωπή και εγκατάλειψη από τα οποία πασχίζει να ξεμυτίσει το φως είναι οι βιωματικές (;) αποσκευές της νεαρής ποιήτριας.
Ο υπερρεαλιστικός λόγος της πληγώνει, αν και κάπου στο βάθος αναζητά και επιδιώκει την κάθαρση, όπως εικάζουμε από το καταληκτικό ποίημα «Βιογραφία»: «Γεννήθηκα στους μείον δεκάξι / εκεί όπου ακόμη και τ’ αγάλματα / στο παραμικρό ρίγος / γίνονται θρύψαλα./ Ο χρόνος αναβόσβηνε / τους κύκλους του φορώντας / δαχτυλίδια / κι εγώ με τη φυγόκεντρο δύναμη / του τίποτα ξεστράτισα / και πίνω ακόμη γάλα / που μεγαλώνει γερά παιδιά».
Ο Χρίστος Παπαδόπουλος, «της φυγής και του ονείρου», ξεκίνησε ως στιχουργός το 1993∙ και στη λογοτεχνία έτσι μπήκε, από το πλάι, με το βιβλίο cd Το φτερό του δράκου (13 μουσικά παραμύθια) που εκδόθηκε το 2010. Ακολούθησε Το παραμύθι της τετράγωνης λογικής, ένα αλληγορικό παραμύθι για όλους (2013) και τώρα, η για περίπου είκοσι χρόνια ετοιμαζόμενη, ή αναπαυόμενη στο συρτάρι, ποιητική του συλλογή, Η γλώσσα της φυγής, με το ατμοσφαιρικό εξώφυλλο του Ανδρέα Γεωργιάδη «Διασχίζοντας τον Νείλο».
Σε χρόνο παρελθόντα της μνήμης, ενεστώτα της φυγής και μέλλοντα της αναζήτησης, ο ποιητής αισθάνεται, σκέπτεται, θυμάται, νοσταλγεί. Εμφανή παντού τα σημάδια της γλώσσας. «Ο συνάνθρωπος / γραμμένος σε γλώσσα μεικτή / μαθηματικών συμβόλων / και φωνημάτων./ +άνθρωπος!/ Δεν είναι λοιπόν, / παρά ο σταυρός / που κουβαλάει ο καθένας μας / στους τόπους των μαρτυρίων του».
Το πρώτο που ξεχωρίζει ο αναγνώστης σ’ αυτήν την εσωτερική κατάθεση είναι η αφηγηματική της ευφορία. Πολλά από τα ποιήματα θα μπορούσαν να αναπτυχθούν σε ενδιαφέροντα αφηγήματα. Αναφέρω ενδεικτικά: «Γλυκύ μου έαρ», «Διωγμός», «Περασμένα μεσάνυχτα», «Εσώρουχα».
Το ποίημα «Η ασθένεια των ρημάτων» ανακάλεσε στον νου, χωνεμένο και συμπυκνωμένο, το: «Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος έρχομαι» του Σταύρου Βαβούρη. Είναι αυτή η γοητευτική αλληλεγγύη των ποιητών και των εποχών.
Το ταξίδι από την Τροία ώς την Ιθάκη, από τη Θεσσαλονίκη ώς την Αθήνα και από κει ώς το Κάιρο, η ζωή και η μοίρα του ποιητή. «Ολα τα εισιτήρια / μετ’ επιστροφής». «Περπατάω / χωρίς να ξέρω. / Πηγαίνω μήπως / ή επιστρέφω;». Οι τόποι, οι άνθρωποι, τα συναισθήματα, ο χρόνος πανταχού παρών και αυθύπαρκτος, η φυγή και ο νόστος, ο έρωτας και ο θάνατος, πραγματικός ή μεταφορικός, όλα συντελούν στο ποιητικό αποτέλεσμα.
