Πολύ περισσότερο από αγωνιστική κινητοποίηση -άλλωστε είναι η πολλοστή στα χρόνια των Μνημονίων-, η σημερινή πανελλαδική πανεργατική απεργία σηματοδοτεί το τέλος της ανοχής των οργανωμένων δυνάμεων των εργαζομένων απέναντι στην κυβέρνηση: δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, εκπαιδευτικοί του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, γιατροί και ναυτικοί, δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι στα μέσα μαζικής μεταφοράς – από τα πρωτοβάθμια σωματεία μέχρι τις ομοσπονδίες.
Ολες οι οργανώσεις καλούν σε συμμετοχή. Πόσο και σε ποιο βαθμό θα ανταποκριθεί η κοινωνία στην πρόσκληση των συνδικαλιστικών οργανώσεων; Αυτό θα το δούμε σήμερα. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό που θα κρίνει η απεργία.
Η συμμετοχή στην απεργία θα είναι το μέτρο της αντίδρασης μιας εξουθενωμένης κοινωνίας· θα είναι το μέτρο της αποτελεσματικότητας των εργαλείων που χρησιμοποιεί η εργατική τάξη: μια απεργία αλλά και οι συνδικαλιστικές ενώσεις όπως τις ξέρουμε αρκούν για να αντιπαλέψουν τον προελαύνοντα νεοφιλελευθερισμό;
Τέλος, η σημερινή απεργία θα είναι το μέτρο του πώς θα αντιδράσει η Αριστερά μετατοπιζόμενη από το πεζοδρόμιο και την οργάνωση των εργατικών αγώνων -όπου τη γνωρίσαμε παραδοσιακά- στη θέση της κυβέρνησης που αντιμετωπίζει απεργούς.
Εκτός από τις διεκδικήσεις των εργαζομένων, η απεργία θέτει μια σειρά ερωτήματα που καλείται να τα απαντήσει η κυβέρνηση. Με πρώτο και κορυφαίο τι ορίζει η ίδια ως «αριστερή διακυβέρνηση».
Ακούμε συχνά κυβερνητικά στελέχη να δηλώνουν πως η διαφορά τους από τους προηγούμενους εφαρμοστές των Μνημονίων έγκειται στο ότι «διαπραγματεύονται σκληρά» και «εφαρμόζουν τα Μνημόνια με πόνο ψυχής».
Ωστόσο, οι πολιτικές κρίνονται από τον ταξικό χαρακτήρα τους και όχι με βάση αγαθές προθέσεις. Και οι πολίτες κρίνουν τα αποτελέσματα των εφαρμοζόμενων πολιτικών στη ζωή τους.
Η πρόσκληση του τμήματος εργατικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ στη σημερινή απεργία δείχνει πως το κυβερνών κόμμα, αφού πέρασε την κρίση τού να είναι δύο κόμματα στη συσκευασία του ενός, τώρα αντιμετωπίζει υπαρξιακή κρίση: αντιμέτωπο με τον βαθύτερο εαυτό του.
Οι πρόσφατες περιπέτειές του, εξάλλου, έχουν αποφέρει ένα δίδαγμα. Μπορεί, άραγε, για πολύ καιρό να υπερασπίζεται αυτούς που -έστω, με βαριά καρδιά και εκβιαζόμενο- πλήττει τόσο σκληρά;
