Ο Θεός του Πλάτωνα

fais.jpg

Ο Θεός του Πλάτωνα Αν ο θεός του Πλάτωνα είναι ο θεός όπως παρουσιάζεται στον Τίμαιο, τότε όντως είναι αυτός που επιβάλλει τάξη και λογικότητα στο αισθητό σύμπαν | Μ. ΦΑΪΣ

Οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης μάς έχουν συνηθίσει σε άρτιους και επιμελημένους τίτλους. Με το συγκεκριμένο όμως βιβλίο ξεπέρασαν και τις δικές τους υψηλές προδιαγραφές. Η ελληνική έκδοση του μικρού βιβλίου τού Μεν είναι σαφώς καλύτερη από το πρωτότυπο.

Εχει συμπληρωθεί με νέο πρόλογο του συγγραφέα, που περιέχει και στοιχεία αυτοκριτικής, και με ένα δοκίμιο που επεκτείνει την ίδια θεματική στον Αριστοτέλη, έχουν παρατεθεί σε σημειώσεις όλα τα αναφερόμενα αρχαία κείμενα, ενώ η μετάφραση του Παντελή Γκολίτση είναι πραγματικά υποδειγματική.

Με τα δεδομένα αυτά, το ερώτημα είναι αν άξιζε τόσος κόπος για την έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου. Οχι ότι το βιβλίο είναι κακό ή άχρηστο. Ο ενημερωμένος ιδίως αναγνώστης σίγουρα θα ωφεληθεί, αν ακολουθήσει τα επιχειρήματα του συγγραφέα με τα πλατωνικά κείμενα στο χέρι.

Η ένστασή μου βρίσκεται αλλού. Ενα άρθρο, και μάλιστα με πιο αντιπροσωπευτικό τίτλο (λ.χ., «Ο Πλάτων για τον Νου ως αιτία της τάξης»), θα αρκούσε με το παραπάνω για το ερευνητικό περιεχόμενο του βιβλίου.

Γιατί είναι προφανές ότι δεν έχουμε εδώ μια έκθεση της πλατωνικής θεολογίας (είναι χαρακτηριστικό ότι στον επίλογο του βιβλίου δεν αναφέρεται καν η λέξη «θεός»), διότι τότε δεν θα υπήρχε λόγος να γραφεί και το πολύ αδύνατο κεφάλαιο για τους Προσωκρατικούς. Μια σύγκριση με το παλιό βιβλίο του F. Solmsen, Plato’s Theology, Ithaka 1942, το οποίο παραδόξως δεν αξιοποιείται καθόλου από τον Μεν, είναι μάλλον αποκαρδιωτική για τον τρόπο που γίνεται σήμερα η έρευνα στην αρχαία φιλοσοφία.

Στήβεν Μενν. «Ο Πλάτων για τον Θεό ως Νου» Στήβεν Μενν. «Ο Πλάτων για τον Θεό ως Νου». Mετάφραση: Παντελής Γκολίτσης. Επιμέλεια: Θάνος Σαμαρτζής. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015. Σελ. 232 |

Ως προς τη βασική τώρα θέση του βιβλίου. Ο Μεν ξεκινά από τον Αριστοτέλη, ο οποίος σε ένα διάσημο χωρίο του Λ των Μετά τα φυσικά χαρακτηρίζει «θεόν» και «νόησιν νοήσεως» την αρχή της φυσικής τάξης του σύμπαντος (το περίφημο Κινούν Ακίνητο) και θεωρεί ότι μπορεί να δείξει πως η ταύτιση Θεού και Νου είναι το βασικό γνώρισμα και της «θεολογίας» του Πλάτωνα.

Λογικά καταφεύγει στον πλατωνικό διάλογο Τίμαιο, όπου ένας αγαθός Θεός­ Δημιουργός, που χαρακτηρίζεται και ως «νους», προσδίδει τάξη στον υλικό κόσμο, με βάση το νοητό υπόδειγμα των Ιδεών.

Ολα αυτά βεβαίως συμβαίνουν στο πλαίσιο ενός μύθου, ο οποίος, κατά τον Πλάτωνα (που ως γνωστόν έλκεται από τους μύθους), θα πρέπει να διαβαστεί ως μια εύλογη ή αληθοφανής διήγηση. Μύθος λοιπόν ο Τίμαιος, αλλά μύθος εμφανώς βαρυσήμαντος. Τι κρατάμε λοιπόν από τον Τίμαιο για τη φιλοσοφία του Πλάτωνα; – αυτό ήταν πάντοτε το πρόβλημα των ερμηνευτών του διαλόγου.

Ο Μεν κρατάει πολλά και κανείς δεν μπορεί να τον μεμφθεί γι’ αυτό. Αν ο θεός του Πλάτωνα είναι ο θεός όπως παρουσιάζεται στον Τίμαιο, τότε όντως είναι αυτός που επιβάλλει τάξη και λογικότητα στο αισθητό σύμπαν. Δεν είναι μικρό επίτευγμα αυτό, αρκεί βεβαίως κανείς να απαλλαγεί από την εικόνα του χριστιανικού παντοδύναμου θεού. Γιατί ο θεός του Τίμαιου μόνο παντοδύναμος δεν είναι.

Τοποθετείται οντολογικά πολύ κάτω από τις νοητές Ιδέες και το έργο του είναι να αναδιαμορφώσει ένα προϋπάρχον υλικό με βάση ένα νοητό υπόδειγμα. Δεν μπορεί να επέμβει στο Υπόδειγμα, ενώ είναι υποχρεωμένος να σεβαστεί τις προδιαγραφές του υλικού του: με δυο λόγια, δεν μπορεί να κατασκευάσει ούτε μαλακό ατσάλι ούτε βαρύ βαμβάκι. Το προσόν του είναι η εκπληκτική γνώση των μαθηματικών –αυτή όμως είναι ύψιστη γνώση για τον Πλάτωνα.

Η εικόνα αυτή ταιριάζει με τις πολλαπλές αναφορές του θεού ή των θεών στα πλατωνικά κείμενα, αλλά και με την καθιερωμένη αρχαιοελληνική αντίληψη, που θέλει τους θεούς αγαθά έμβια όντα που προνοούν για τους ανθρώπους, τους επιβραβεύουν ή τους τιμωρούν. Τέτοιος είναι ο θεός που επικαλείται ο Σωκράτης στην Απολογία και στον Ευθύφρονα για να αποδείξει την ευσέβειά του, τέτοιοι οι θεοί των εσχατολογικών πλατωνικών μύθων και τέτοιος ο θεός που πρέπει να σεβαστούν οι πολίτες στους Νόμους. Η εικόνα αυτή ωστόσο δεν ικανοποιεί τον Μεν.

Θέλει να αποδώσει στον Πλάτωνα έναν φιλοσοφικό θεό, έναν θεό που αντιστοιχεί περισσότερο σε μια έννοια παρά σε ένα, έστω και τέλειο, ζωντανό ον. Απορρίπτει λοιπόν, όχι πολύ πειστικά, την ερμηνεία του Δημιουργού του Τίμαιου ως έλλογης ψυχής και υποστηρίζει ότι ο πλατωνικός Θεός-Νους είναι μια «αρετή» (η φρόνηση ή η νόηση), μια πλατωνική Ιδέα, η οποία ωστόσο (και μόνο αυτή) έχει τη δυνατότητα να δρα ως ποιητικό αίτιο επί του αισθητού κόσμου.

Αν και ομολογεί ότι δεν γνωρίζει πώς ακριβώς γίνεται αυτό, δεν το θεωρεί αδιανόητο, προβάλλοντας κυρίως τη σημασιολογική ανάλυση της λέξης «νοῦς», που δεν θα έπρεπε να αποδίδεται στα αγγλικά ως mind ή intellect, δηλαδή ως «πνεύμα», αλλά ως reason, δηλαδή ως «λόγος».

Θα έχει πλέον φανεί ότι δεν θεωρώ πως υπάρχει φιλοσοφική θεολογία στον Πλάτωνα. Η πίστη αυτή καθιερώνεται στη μεταγενέστερη πλατωνική παράδοση, με αποκορύφωμα την Πλατωνική Θεολογία του Πρόκλου, δεν επιβεβαιώνεται όμως από τα ίδια τα πλατωνικά κείμενα. Ο Πλάτων αναφέρεται συχνά στη θεότητα, πάντοτε όμως σκιαγραφεί ένα τέλειο ον, με πληρότητα ζωής και δράσης.

Υποθέτω ότι ο Μεν δεν θα πρότεινε την ερευνητική του υπόθεση αν ο Αριστοτέλης δεν είχε χαρακτηρίσει τον δικό του θεό «νόησιν νοήσεως». Στο ίδιο ωστόσο χωρίο, ο Αριστοτέλης δεν διστάζει να αποδώσει στον θεό ζωή, αυτάρκεια, ακόμη και ηδονή. Η διάκριση του θεού των φιλοσόφων από τους θεούς των ποιητών και τους θεούς της πόλης δεν είναι ακόμη ώριμη –ούτε καν στον Αριστοτέλη.