Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης στο θερμοκήπιο των ρόλων

xatzipanagiotis.jpg

Χρήστος Χατζηπαναγιώτης Βασίλης Μαθιουδάκης

Το αυτοκίνητο έτρεχε στην Εθνική Αθηνών-Καλαμάτας, στις 3 πριν από τα ξημερώματα, μια Κυριακή βράδυ. Κάνουμε μια παύση από τις εξομολογήσεις και τα γέλια και λέει ο Χρήστος: «Θα σου βάλω ένα τραγούδι που το λένε στο χωριό της μάνας μου μόνο γυναίκες». Ηταν το «Ανάθεμα τον αίτιο». Τον φέρνω στο μυαλό μου κάθε φορά που το ακούω και σκέφτομαι πως φίλος είναι αυτός που σου μαθαίνει ένα παλιό τραγούδι.

Χρήστος Χατζηπαναγιώτης Βασίλης Μαθιουδάκης

● Πάμε να τα πάρουμε από την αρχή για να δούμε πού θα φτάσουμε. Διπλή λεσβιακή καταγωγή: η μητέρα από το Πλωμάρι, ο πατέρας από την Αγιάσο…

Χ.Χ. Απ’ Αγιάσο τσι Πλωμάρ’ μήτε γ’ναίκα, μήτε μ’λάρ…

● Γεννήθηκες στη Μυτιλήνη;

Και μεγάλωσα εκεί.

● Μέχρι πόσο;

Μέχρι δεκατεσσάρων χρόνων, Γ' Γυμνασίου τότε, του εξαταξίου.

● Ησυχο παιδί ή διάολος;

Διάολος, αλλά με πολύ καταναγκασμό από το σπίτι. Προσπαθούσαν μάταια να με κάνουν ήσυχο.

● Επεφτε ξύλο;

Είχα έναν πατέρα δάσκαλο παλαιού τύπου. Ξέρω ότι καταχέριζε γενικώς, και μου κάνει εντύπωση όταν συναντώ μαθητές του τώρα και μου λένε: «Εχω φάει ξύλο από τον πατέρα σου… αλλά τι δάσκαλος ήταν αυτός! Εμαθα γράμματα!»

● Πώς και φεύγετε από τη Λέσβο;

Επρεπε να έρθουμε στην Αθήνα γιατί ήμουν καλός μαθητής κι εδώ ήμασταν κοντά στα φροντιστήρια.

● Για πού ετοιμαζόσουν;

Για το Φυσικομαθηματικό. Πήγα και σε πολύ καλό σχολείο, στο Πρώτο της Πλάκας. Ηρθα με απολυτήριο 19 & 9/11 από τη Μυτιλήνη. Φυτό εντελώς. Εδώ άρχισα να ξεφεύγω λίγο λίγο…

● Τότε ξεκίνησες το θέατρο;

Από πολύ πριν ήταν το θέατρο. Πρώτη φορά είδα θέατρο στο χωριό του πατέρα μου, στο Αναγνωστήριο της Αγιάσου, που είναι ίσως ο πιο (όπως αναφέρεται στο «Θέατρο» του Σιδέρη) παλιός ερασιτεχνικός θίασος της Ελλάδας. Ετος ιδρύσεως 1896. Η Μυτιλήνη ακόμα υπό τουρκικό ζυγό. Εκεί έζησε και έδρασε ο παππούς μου, ο Χριστόφας Χατζηπαναγιώτης. Ηταν δάσκαλος κι αυτός, Ριζαρείτης, και ασχολήθηκε πολύ με το θέατρο. Υπάρχουν φωτογραφίες του παππού μου με θιάσους που ξεχειμώνιαζαν στην Αγιάσο. Ηταν μια πόλη που είχε θέατρο, κάτι σπάνιο για κείνη την εποχή. Εχω φωτογραφία από την παράσταση «Το κουρέλι» του Νικοντέμι, με τον θίασο Στρατηγού, την οικογένεια Στρατηγού.

● Ξέρεις, και η Μαρία Πολυδούρη το είχε παίξει στο θέατρο...

Μου έστειλε ένας φίλος και μαθητής του παππού μου μια φωτογραφία από τη «Σκλάβα» αγνώστου συγγραφέα. Μάλλον από κει έχω ένα γονίδιο, αν και δεν τον γνώρισα πολύ. Αλλά εκεί είδα πρώτη φορά θέατρο. Γύρω στα 5-6 μου, «Την αυλή των θαυμάτων» του Καμπανέλλη. Η πρώτη παράσταση που θυμάμαι είναι αυτή.

● Στην Αθήνα, λοιπόν, ξεθαρρεύει το καλό παιδί;

Ξεθαρρεύει, αρχίζει να αλητεύει, να μην ασχολείται με τις εισαγωγικές. Με θυμάμαι πάνω από μια σελίδα μαθηματικών μπορεί και 5 ώρες. Το αποτέλεσμα ήταν να μην περάσω στις εξετάσεις. Προς μεγάλη απογοήτευση του πατέρα μου και της μάνας μου. Θυμάμαι όταν βγήκαν τα αποτελέσματα και δεν είχα περάσει στο Φυσικομαθηματικό έπεσε θρήνος στο σπίτι. Σαν να χάσαμε άνθρωπο. Αμέσως μετά πέρασα στη Σχολή Γραφικών Τεχνών. Ηρθε ο πατέρας μου και μου είπε: «Θα έχεις πολύ καλές επαγγελματικές προοπτικές. Θέλεις να την τελειώσεις και μετά να σε στείλουμε στο εξωτερικό για μεταπτυχιακά;» Ε, άλλο που δεν ήθελα… Μόνο που δεν την τελείωσα ποτέ. Και αποκαλύφθηκε με πολύ δραματικό τρόπο: ένα βράδυ οι γονείς μου, με κάτι φίλους τους, βγήκαν συμπτωματικά με μια καθηγήτριά μου από τη Γραφικών Τεχνών. Τους σύστησαν λοιπόν (στη Σχολή ήμασταν περίπου 15 παιδιά), «Α, τον Χρήστο τον Χατζηπαναγιώτη τι τον έχετε;» λέει η καθηγήτρια, «Είναι γιος μας»… «Και τι κάνει; Εχουμε να τον δούμε τέσσερις μήνες». Εγώ σηκωνόμουν το πρωί και πήγαινα βόλτες. Αυτό που θυμάμαι ήταν ότι γύρισε η μάνα μου σπίτι μες στα κλάματα: «Τι έγινε, παιδί μου, με ποιους αλήτες έχεις μπλέξει;» και τέτοια.

● Και στο θέατρο πότε πας;

Εκείνη την εποχή, της μεγάλης σύγκρουσης με το σπίτι μου, έφυγα για τρεις μήνες στο Παρίσι, βρήκα έναν φίλο που με φιλοξένησε και είχα μάλιστα σκοπό να μείνω και να σπουδάσω εκεί. Γρήγορα κατάλαβα ότι αφού θέλω να κάνω θέατρο, καλό θα ήταν να το κάνω στη μητρική μου γλώσσα.

● Το είχες πάρει πλέον απόφαση…

Απλώς άρχισα να μην το λέω πια, γιατί έβαζαν οι δικοί μου τους άλλους δασκάλους να με συμβουλεύουν, «αφού είσαι καλός μαθητής, να πας στο Πανεπιστήμιο να σπουδάσεις και το θέατρο να το έχεις χόμπι». Ωσπου, τους λέω: «Τέλος, θα κάνω θέατρο. Αν θέλετε να το ανεχτείτε, θα μείνω σπίτι. Αν δεν θέλετε, θα φύγω. Θα βρω έναν τρόπο να ζήσω. Θα δουλέψω». Ηδη δούλευα, γιατί τα πρώτα χρήματα τα έβγαλα κάνοντας μαθήματα σε παιδάκια λόγω του ότι ήμουν καλός δάσκαλος. Και συμβιβάστηκαν. Κι έτσι άρχισα να σπουδάζω στο Λαϊκό Πειραματικό του Λεωνίδα Τριβιζά, που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι τότε. Είχε κάνει σπουδαίες παραστάσεις.

● Οπως το «Ρωμαίικο Πανόραμα».

Αμέσως μετά το «Ρωμαίικο Πανόραμα» μπήκα κι εγώ στη Σχολή του. Και η πρώτη παράσταση που έπαιξα στο Λαϊκό Πειραματικό ήταν ένα έργο του Μπρεχτ που δεν πολυπαίζεται, «Στην ζούγκλα των πόλεων».

● Στη Σχολή του Τριβιζά ολοκλήρωσες τις σπουδές σου;

Δεν κάθισα όλο το τρίχρονο. Στο δεύτερο έτος πήγα σε οντισιόν του Ευαγγελάτου για την Επίδαυρο. «Ρήσος» του Ευριπίδη. Εψαχνε παιδιά για τον χορό και με πήρε. Δούλεψα και θυμάμαι ότι στην παράσταση έπαιζε και ο Κώστας Τσιάνος, δάσκαλός μου στη Σχολή, και μου πρότεινε να πάω στο Θεσσαλικό όπου θα έκανε την πρώτη του σκηνοθεσία στους «Προστάτες» του Ευθυμιάδη. Σε ένα καλοκαίρι έπαιξα και στην Επίδαυρο και στο Θεσσαλικό, κι όταν επέστρεψα ο Τριβιζάς μού είπε: «Παιδί μου, ξέρεις ότι δεν θέλω να δουλεύετε έξω», κι αναγκάστηκα να φύγω.

● Και η συνέχεια;

Τέλειωσα τη Σχολή του Θεοδοσιάδη.

● Η πρώτη όμως, η βασική «μυρωδιά» σου από το θέατρο έρχεται από τον Φασουλή, σωστά;

Ναι, από τους πρώτους ανθρώπους που συνάντησα εκείνη την περίοδο, όταν ήμουν στο Θεσσαλικό. Τη μουσική την είχε γράψει ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και μου λέει: «Ψάχνουν παιδιά στο Ελεύθερο Θέατρο που να τραγουδάνε, θέλεις να πας να σε ακούσουν;»

● Ηταν στο «Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα»; Τότε σε γνωρίζω...

Ναι, τότε, το 1980-81.

● Η οποία παράσταση πήγε άπατη, παρ' όλο που ήταν εξαιρετική. Εκείνο το φθινόπωρο πολιτικά ο κόσμος ήταν μουδιασμένος. Μετά βγαίνει ο Ανδρέας, γράφεται το «Αλλαγή κι απάνω τούρλα» και σπάνε τα ταμεία.

Σπάνε τα ταμεία και σπάει το «Βέμπο». Τώρα μου θύμισες ότι στο «Γιατί χαίρεται ο κόσμος» τραγουδούσα το «Χαράματα η ώρα τρεις θα 'ρθω να σε ξυπνήσω». Ημουν από μέσα, δεν φαινόμουν. Στη σκηνή ήταν ο Μιμάκος ο Χρυσομάλλης, ο αγαπημένος μου. Μεγάλη συγκίνηση.

● Μέχρι πότε κάθεσαι στην Ελεύθερη Σκηνή;

Κάθισα 2-3 χρόνια μαζί τους. Ξέρεις, ήταν οι θεοί μου τότε όλοι τους. Μεγάλα ινδάλματα για μένα. Τους θαύμαζα απεριόριστα. Κι ακόμα τους θαυμάζω. Αλλά τότε, εγώ βρισκόμουν σε μεγάλη σύγχυση, αλλού πατούσα κι αλλού βρισκόμουν. Εψαχνα να βρω το στίγμα μου. Πάντως, ήταν χρόνια πολύ όμορφα, με πράγματα που κέρδισα και τα κουβαλάω ακόμα.

Χρήστος Χατζηπαναγιώτης Βασίλης Μαθιουδάκης

● Κουβαλάς και σχέσεις;

Και σχέσεις, βεβαίως. Η Ξένια Καλογεροπούλου μού στάθηκε σαν μαμά μου. Επαιξα και στον «Οδυσσεβάχ» τότε. Μετά, στον «Εμπορο της Βενετίας» με τον Διαμαντόπουλο, αυτό το θηρίο. Είχα την τύχη να παίξω με πολύ σπουδαίους ηθοποιούς και σε πολύ σπουδαίες παραστάσεις, με σκηνοθέτες που ήταν για μένα πρόσωπα μυθικά: ο Βουτσινάς, ο Βολανάκης, ο Φασουλής, ο Ντασσέν. Και να μην ξεχάσω και τη Μάγια Λυμπεροπούλου. Πήγαινα σε όλα τα σεμινάρια που έκανε.

● Πώς ήταν σαν δασκάλα;

Είχε έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο: ή τον άντεχες ή σε σκότωνε. Θυμάμαι ότι σε ένα σεμινάριο έφτανα μέχρι την πόρτα κάθε μέρα κι έφευγα. Αλλά την επόμενη σεζόν ξαναπήγα γιατί κατάλαβα ότι υπάρχει μεγάλος πλούτος εκεί. Ετσι δούλεψα μαζί της σε έναν Σέξπιρ, στην Πάτρα, στο «Αγάπης αγώνας άγονος», στον πιο σημαντικό ίσως ρόλο μου εκείνης της δεκαετίας. Υστερα συνάντησα τον Τάσο Μπαντή. Είχα τη μεγάλη τύχη να δουλέψω μαζί του, σε ιδιαίτερα μαθήματα ας πούμε, ένα τρίμηνο.

● Οπου μου έχεις πει ότι σου μαθαίνει τι σημαίνει «δομώ έναν ρόλο».

Ναι. Στον Τάσο οφείλω όλη την περαιτέρω σκέψη και πράξη μου στο θέατρο. Κωδικοποίησα ό,τι είχα μάθει από όλους τους μεγάλους που είχα συναντήσει και μέχρι τότε ήταν σκόρπιες πληροφορίες. Μου έλεγε: «Χρήστο, αν καταφέρουμε από αυτή τη δουλειά να καταλάβεις τι θα πει χτίζω έναν ρόλο και να μπορείς να δουλεύεις και μόνος σου, παράλληλα με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη, αυτό θα είναι μεγάλο κέρδος για σένα». Και ήταν πράγματι.

● Σαν να ήταν μια κόλλα ο Τάσος Μπαντής και κόλλησε όλο το παζλ…

Ωραίο αυτό που λες… Θυμάμαι, έλεγα μια φράση του Σέξπιρ και με έκοβε: «Συγγνώμη, γιατί το λες έτσι;» Κι εγώ τον ρωτούσα: «Αυτό δεν θέλει να πει το δεύτερο επίπεδο;» Κι αυτός μου απαντούσε: «Χρήστο, δεν υπάρχουν δεύτερα επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο καλείσαι να παίξεις σαν ηθοποιός. Αν παίξεις καλά το πρώτο επίπεδο, θ’ ανακαλύψει ο θεατής και το δεύτερο και το τρίτο και το τέταρτο». Ηταν μεγάλο σχολείο για μένα ο Τάσος. Ενα αστέρι πολύ ευλογημένο.

● Και φτάνουμε πια στη στιγμή που σκάτε μύτη στο «Αποθήκη»…

Στην «Αποθήκη» της Γεωργούλη. Ζούσε ακόμα τότε... Πήγαμε και τη συναντήσαμε και της είπαμε πως θέλουμε το θέατρο. Βρήκαμε επιχειρηματία, τον Τάσο Παπανδρέου, που για πρώτη φορά ασχολήθηκε με τις θεατρικές επιχειρήσεις…

● Και ανεβάζετε τον Αϊ-Βασίλη;

Ναι, ο «Αϊ-Βασίλης ήταν σκέτη λέρα» της Μπαλασκό. Ενα έργο που δεν το πίστευε κανένας. Το είχε φέρει ο Βουτσινάς λίγο πριν, τη δεκαετία του ’80, και το είχε προτείνει στην Ελεύθερη Σκηνή. Το έργο αυτό είχε σκίσει στη Γαλλία. Είχε γίνει αστικός μύθος. Οι Γάλλοι επί δέκα χρόνια μίλαγαν με ατάκες του έργου. Μετά κάναμε κι άλλη μια τρέλα: το «Αναμείνατε στο ακουστικό σας», το οποίο επίσης πήγε δύο χρόνια. Αυτό ήταν μια ιδέα από ένα κινηματογραφικό έργο που τη θεατρική μεταφορά του την έκανε ο Θοδωρής Πετρόπουλος.

● Τότε ξεκινάει και η συνεργασία με τον Θοδωρή;

Τότε ξεκινάει, κι έχει ήδη μπει και στα σκαριά η ιστορία με τα «Εγκλήματα». Λόγω της επιτυχίας στην «Αποθήκη», μας έκαναν διάφορες προτάσεις τα κανάλια. Εμείς είπαμε, λοιπόν, ότι αφού μαζευτήκαμε και περνάγαμε τόσο ωραία, να κάνουμε κάτι στην τηλεόραση όλοι μαζί. Για το σενάριο απευθυνθήκαμε στον Θοδωρή. Τον συναντήσαμε. Εδειξε να ενδιαφέρεται. Μας γνώρισε, τον γνωρίσαμε κι εμείς, κι έγραψε τη σειρά πάνω μας.

● Είναι περίπου η εποχή που γνωρίζεσαι με τη Βίκυ;

Με τη Βίκυ γνωρίστηκα το ’92. Το Πάσχα εκείνης της χρονιάς. Γίναμε φίλοι πολύ. Τρόμαξα στην αρχή, δεν σ' το κρύβω. Ολη αυτή η ενέργεια μ’ έκανε κάπως επιφυλακτικό, μέχρι που κάποια στιγμή αποφασίσαμε να ζήσουμε μαζί. Με τράβηξε η Βίκυ προς το Περιστέρι.

● Και η Βίκυ παρακολουθεί την πορεία σου και ταυτοχρόνως αποφασίζει να δώσει εξετάσεις…

Και της κάνω μαθήματα και μπαίνει στη Σχολή του Κιμούλη. Κι αρχίζει να σπουδάζει – μάλιστα τέλειωσε με άριστα. Ε, βγαίνει κι αυτή στη δουλειά, γύρω στο 2000…

● Και γινόσαστε θεατρικό ζευγάρι…

(γέλια) Πες το κι έτσι… Ε, ναι, αρχίζουμε να παίζουμε μαζί. Παίζουμε στο «Εμπορικόν», γιατί μετά τη διάλυση της ομάδας της «Αποθήκης» ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του. Εγώ συνέχισα να δουλεύω με τον Θοδωρή Πετρόπουλο που είναι ο καλός μου άγγελος.

● Και για τη Βίκυ, φαντάζομαι.

Γι’ αυτήν ακόμη πιο πολύ.

● Η ταινία του Λάκη Παπαστάθη πότε έρχεται;

«Το ταξίδι στη Μυτιλήνη» εννοείς. Τον Λάκη, με τον οποίο δεν γνωριζόμασταν, τον εκτιμούσα βαθιά και φαίνεται ότι κι αυτός μ’ αγαπούσε. Ερχόταν πάντα κι έβλεπε τις παραστάσεις… Το 2010, ήμουν σε καλοκαιρινή περιοδεία, είχαμε πρεμιέρα το βράδυ και παίρνω ένα μήνυμα στο κινητό μου από τον Λάκη, ο οποίος μου έλεγε ότι θα έκανε μια ταινία και ήθελε να παίξω έναν ρόλο. Δεν το σκέφτηκα βεβαίως, ούτε ήξερα τι ρόλος ήταν αυτός. Το ότι θα συναντιόμουν μαζί του ήταν για μένα δώρο από μόνο του.

● Εκεί μιλάς τη διάλεκτο τη λεσβιακή…

Τη μητρική μου γλώσσα… Μου βγήκε εύκολα. Εγώ, ξέρεις, με το που πάω στη Μυτιλήνη, σε μια-δυο μέρες, μπορώ να αρχίσω να μιλάω τη διάλεκτο, που είναι πολύ βαριά και πολύ ιδιαίτερη, αλλά εκεί μεγάλωσα. Τα παιδικά μας χρόνια είναι όλη μας η περιουσία.

Στην παράσταση του Καμπανέλλη «Αυτός και το παντελόνι του» έχω την αίσθηση μιας καβαφικής χροιάς. Ο χρόνος περνάει κι έρχεται μια στιγμή και κάθεται μια σταγόνα σε ένα τάσι και αυτό είναι το απόσταγμα των στιγμών της πικρίας, των εμπειριών, του πλούτου, της ένδειας, τα πάντα. Με ένα καταπληκτικό έναυσμα. Προσπαθεί να μπαλώσει το παντελόνι του. Τα τραύματά του.

● Κατέβηκε στις 3 Ιουνίου. Θα το ανεβάσετε και πάλι;

Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να επαναληφθεί τον Σεπτέμβριο.

● Πες μου για την περιοδεία που ετοιμάζετε με τον Θέμη Μαμουλίδη.

Κάνουμε πρόβες για την «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη. Στις 25 Ιουνίου έχουμε πρεμιέρα στην Πετρούπολη. Είναι η πρώτη φορά που παίζω σε τραγωδία. Κάνω τον παιδαγωγό. Πολύ μου αρέσει, γιατί συνεργάζομαι με τον Θέμη και με ανθρώπους που αγαπώ και εκτιμώ πολύ. Τον Νίκο Κουρή, τη Λένα Παπαληγούρα, τον Γιάννη Νταλιάνη, τον Νίκο Αρβανίτη. Ελπίζω να γίνει ωραία παράσταση.

● Και πάμε να ανακοινώσουμε τη χειμωνιάτικη συνεργασία σου με τον Νίκο Μαστοράκη…

Με τον Νίκο γνωριζόμαστε από το 1976. Πάντα λέγαμε πότε θα βρεθούμε και ήρθε η ώρα. Είναι μια πρόταση δικιά του, ένα έργο του Φεϊντό για το θέατρο «Αλίκη». Είμαστε πολύ χαρούμενοι κι εγώ και η Βίκυ που θα δουλέψουμε μαζί του.

● Εχεις μια σχέση αμοιβαίας αγάπης με τη Δανάη, την κόρη της Βίκυς. Ηθελα να σε ρωτήσω, πώς τα βλέπεις αυτά τα παιδιά; Είναι πιο κατασταλαγμένα, είναι φρέσκα;

Θηρία είναι. Είδα τη Δανάη, και δεν το λέω επειδή είναι παιδί μου, να παίζει στο θέατρο έναν μονόλογο, την «Ουρανία». Είναι 25 χρόνων. Εγώ δεν θα μπορούσα να το κάνω ποτέ αυτό στα 25 μου. Πήγα, κι έμεινα άφωνος. Η νέα γενιά έχει πολλή δύναμη και ορμή και γνώση και σε πάρα πολλά πράγματα είναι πολύ μπροστά.

● Σε δύο χρόνια κλείνεις 40 χρόνια στο θέατρο. Πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου σε μια δεκαετία, θέλεις να συνεχίζεις να παίζεις;

Ελπίζω να υπάρχω σε μια δεκαετία. Ας ξεκινήσουμε από κει. Γιατί, ξέρεις, η ζωή είναι μια κλωστούλα. Ελπίζω να υπάρχω, να είμαι καλά, να μπορώ να απολαμβάνω αυτά που μου προσφέρονται, αυτά που μου προσφέρει αυτή η ηλικία, γιατί κάθε ηλικία σού προσφέρει τα δικά της. Αλλες είναι οι χαρές στα 20, στα 30 και στα 40, κι άλλες στα 60 και στα 80. Ελπίζω να είμαι καλά στα μυαλά μου. Αυτό είναι κάτι που πολύ το σκέφτομαι. Δηλαδή δεν αντέχω τους ανθρώπους που χάνουν το μυαλό τους. Με ταράζει πολύ ότι μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο. Οπως έλεγε και ο Ροθ, που πέθανε τις προάλλες, «τα γηρατειά δεν είναι θάνατος, είναι σφαγή». Λοιπόν, θέλω αυτή τη σφαγή να τη ζήσω ήρεμα.

● Αναίμακτα…

Ας είμαστε καλά. Να έχω τους φίλους μου…

● Και λίγο χώμα να πιάνεις και να φυτεύεις. Για να βάζεις τα φυτά σου.

Ξέρεις τι χαρά παίρνω; Το ότι κατεβαίνω τώρα στο κτήμα και βλέπω όλα αυτά τα δέντρα, τα δεντράκια που φύτεψα πριν από τέσσερα-πέντε χρόνια ν’ αρχίζουν να βγάζουν καρπούς, τα κεράσια, τα βερίκοκα! Φέτος που είχα την ευκαιρία να ζήσω και δύο μήνες εκεί τον χειμώνα, επειδή δεν είχα κάθε μέρα θέατρο, ξαναγεννήθηκα. Εζησα όλη την άνοιξη τη στιγμή που αρχίζουν και σκάνε τα πρώτα φυλλαράκια. Μετά εμφανίζονται τα λουλούδια, ανθίζουν τα δέντρα. Μετά οι καρποί που είναι μικροί και δένουν. Πρασινίζουν, κοκκινίζουν. Ολη αυτή τη διαδικασία την έζησα κι ήταν ένα αριστούργημα.

Οι «Ψηφίδες της πόλης» είναι μια βόλτα δύο φίλων, του συγγραφέα Χρήστου Αγγελάκου και του φωτογράφου Βασίλη Μαθιουδάκη, σε πρόσωπα που τους εμπνέουν και στις προσωπικές τους στιγμές στο αθηναϊκό περιβάλλον. Μια προσπάθεια να δοθεί πρόσωπο στην απρόσωπη πόλη. Η βόλτα γίνεται μ’ ένα παλιό τζιπάκι, που τα παράθυρά του ανοίγουν με χερούλια και δεν έχει κλιματισμό. Ζέστη στη ζέστη, κρύο στο κρύο, οι πιο άβολες προϋποθέσεις φτιάχνουν το καλύτερο ταξίδι. Φτάνει ο δρόμος να είναι καλός.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας