Το ιδιωτικό μου λογοτεχνικό φροντιστήριο

tasos_goydelis.jpg

Τάσος Γουδέλης ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Βιβλία στο προσκέφαλο

Βιβλιοφάγος παιδιόθεν, κριτικός κινηματογράφου, συνιδρυτής του πολύτιμου «Δέντρου» (με τον ποιητή Κώστα Μαυρουδή), μινιμαλιστής πεζογράφος εσωτερικών κραδασμών, ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας ανακεφαλαιώνει τα έργα και τις ημέρες του πλάι σε βιβλιοθήκες, σε βιβλία, σε λογοτεχνικούς ήρωες, σε αφηγηματικές περιπέτειες

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Οταν ήμουν μικρός δεν χρειάστηκα ποτέ τις υποδείξεις κάποιου μεγάλου για τις λογοτεχνικές αναγνώσεις μου. Στο πατρικό σπίτι οι «υποχρεώσεις» και οι προκλήσεις ήσαν εκεί, δίπλα μου, πάνω από το κεφάλι μου, στις άφθονες βιβλιοθήκες.

Δεν διάβαζε μόνον ο πατέρας μου, που είχε το απωθημένο του συγγραφέα, αλλά και η αυτοδίδακτη μητέρα μου με τη φοβερή μνήμη. Ακούω πάντα τη φωνή της πίσω από τη σκυμμένη πλάτη της στην κουζίνα να απαγγέλλει ολόκληρη τη «Λίμνη» του Λαμαρτίν.

Aγάπησα τη λογοτεχνία και από τα πολύτιμα βιβλία των εκδόσεων «Δίφρος» του θείου μου Γιάννη Γουδέλη, παρόντα στο σπίτι, όπως και από το σημαντικό περιοδικό του «Καινούρια εποχή», το οποίο φιλοξένησε όλα τα μεγάλα ονόματα της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας.

Το έργο του Καζαντζάκη (που ολοκληρωμένο πρωτοπαρουσίασε ο θείος μου) με έφερε σε επαφή με μια γραφή εντυπωσιακή αλλά για τα μέτρα μου υψηλόφωνη. Δεν με καθήλωσε όπως η γλώσσα των «Γραπτών» του Εμπειρίκου και άλλων του ποιημάτων που μου γνώρισε και πάλι ο «Δίφρος».

Κλασικοί Γάλλοι ποιητές (Μποντλέρ, Ουγκό) αλλά και ο Μπάιρον, ο Γκέτε, ο Χάινε και ο Σίλερ μαζί με τον Ιψεν, τον Τολστόι και τον Γκόρκι, περνούσαν από χέρι σε χέρι στο σπίτι. Ο λυρισμός, «το καταραμένο», ο ρομαντισμός και οι φιλελεύθερες βόρειες σκέψεις δημιουργούσαν ένα πυκνό και ετερόκλητο κοκτέιλ αισθημάτων.

Επεσα στα βαθιά με τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι. Η αθωότητα που… διαφθείρει. Αλλά και την «Αννα Καρένινα» δεν τη διάβασα ορθόδοξα. Με έστρεψε για ένα διάστημα εναντίον των γυναικών.

Με γέμισε αμφιβολίες για την ομορφιά ο έρωτας των δύο ασθενών ηρώων του «Μαγικού βουνού» του Τόμας Μαν (Κάστορπ και Μαντάμ Σoσά). Ομως ταυτόχρονα ο τρωτός και απρόβλεπτος Κάστορπ έγινε το πρότυπο του μυθιστορηματικού ήρωά μου και παραμένει.

Στα διαλείμματα ο Ιούλιος Βερν, η Περλ Μπακ και ο Κρόνιν. Ο τελευταίος μαζί με τον Αξελ Μούντε του «Χρονικού του Σαν Μικέλε» αλλά και τους γιατρούς-περσόνες του Τσέχοφ στα έργα του μου σύστησαν θερμά την Ιατρική, την οποία δυστυχώς… θαύμασα από μακριά λόγω ανεπάρκειας στα φυσικομαθηματικά.

Διάβασα, όπως οι περισσότεροι, ακατάστατα με την εκλεκτική… επιπολαιότητα της ηλικίας. Ο Πιτιγκρίλι διαδεχόταν τον Τερζάκη, ο Κουμανταρέας τον Θεοτοκά, ο Τσβάιχ τον Καραγάτση, ο Λούντβιχ τον Τσίρκα, η Νάκου τον Μυριβήλη, ο Βασιλικός τον Φλομπέρ, ο Πάστερνακ τον Μπαλζάκ κ.λπ. Μακάρι από αυτούς να πήρα τον αφρό…

Στάθμευσα έφηβος στο «Εκε Χόμο» και στο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε αλλά και στο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» του Ουάιλντ, που βοήθησαν την αρχόμενη πίστη μου στην ιδεολογική πολυποικιλία.

Την ίδια εποχή τα συγκεντρωμένα θεατρικά του Τσέχοφ με επηρέασαν πιο πολύ από τα θεατρικά του Ουίλιαμς, του Ανούιγ και του Μίλερ, που κυκλοφορούσαν από τις ίδιες εκδόσεις («Γκόνη»).

Λίγο μετά, στα φοιτητικά μου χρόνια, με ερέθισε ο ποιητικός λιμπεραλισμός του Χένρι Μίλερ (στο απαγορευμένο τότε «Ο τροπικός του Αιγόκερω»), που με έκανε να προσπεράσω τον Χεμινγουέι.

Με συγκράτησε καίρια ο (κακομεταφρασμένος τότε) Φόκνερ. Δεν φανταζόμουν ότι μπορεί να μεσολαβήσει ένας ολόκληρος κόσμος παραστάσεων ανάμεσα σε δύο φράσεις ή δύο κινήσεις.

Την ίδια εποχή έκανα εγκόλπιο τις «Λέξεις» του Σαρτρ. Δεν είχα συναντηθεί άλλοτε με μια τόσο δεξιοτεχνική αυθιστόρηση. Ούτε με τόσο αιφνιδιαστική ποιητική γλώσσα όσο εκείνη του Νίκου Καρούζου στην «Ελαφο των άστρων» ή στο «Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες». Παρότι είχα διαβάσει Σεφέρη και Ελύτη.

Στις τελευταίες του συλλογές ο Λειβαδίτης μού επιβάλλει σήμερα (ή μάλλον με παρασύρει σε) υπερβολικές συγκρίσεις: δηλαδή στο να τον παραλληλίζω με τον Ρίλκε. Γιατί η λυρική και συγκινησιακή του δύναμη, οι οποίες πηγάζουν μέσα από μια βαθιά και περίτεχνη ακροαστική αισθημάτων, με αφοπλίζουν.

Διαβάζοντας τις τελευταίες δεκαετίες το «νουβό ρομάν» (κυρίως τον Κλοντ Σιμόν) δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η συνειρμική γραφή αυτής της Σχολής με έχει διαμορφώσει ως συγγραφέα (παραλείποντας βέβαια, γιατί δεν είναι του παρόντος, την επίδραση που έχω δεχθεί από το ποιητικό σινεμά). Η αφαιρετική και εσωστρεφής πρόζα επίσης του Σά- μιουελ Μπέκετ συνολικά με ακολουθεί κατά πόδας.

Από τις εκδόσεις Πατάκη επίκειται η τελευταία συλλογή διηγημάτων του Τ. Γουδέλη με τίτλο «Απόσταση αναπνοής»

Μέλος της
ΕΝΕΔ