Η εποχή της λήθης

Kυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας το βιβλίο του Βρετανού ιστορικού Τόνι Τζαντ «Σκέψεις για τον εικοστό αιώνα» (Αλεξάνδρεια 2017).

Τόνι Τζαντ
Συνομιλώντας με τον Τίμοθι Σνάιντερ, ο Τζαντ (1948-2010) επισκοπεί την πνευματική και κοινωνικοπολιτική ιστορία του εικοστού αιώνα, φωτίζοντας παράλληλα τη δική του βιωματική και διανοητική διαδρομή.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από ένα άλλο βιβλίο του Τόνι Τζαντ με τίτλο Reappraisals. Reflections on the Forgotten Twentieth Century (William Heinemann 2008).


Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τον κόσμο από τον οποίο μόλις βγήκαμε, χρειάζεται να θυμίζουμε στους εαυτούς μας τη δύναμη των ιδεών και την πελώρια επίδραση που η μαρξιστική ιδεολογία ιδιαίτερα ασκούσε στη φαντασία του εικοστού αιώνα. Πολλά από τα πιο ενδιαφέροντα μυαλά της εποχής προσελκύστηκαν από αυτήν, έστω και για σύντομη περίοδο, εξαιτίας της σαγήνης που ασκούσε ή επειδή η κατάρρευση του φιλελευθερισμού και η άνοδος του φασισμού δεν προσέφεραν έγκυρες εναλλακτικές λύσεις. Τόσοι άλλοι, μεταξύ των οποίων ακόμη και εκείνοι που διόλου δεν δελεάστηκαν από την πλάνη της Επανάστασης, αφιέρωσαν μεγάλο μέρος της ύπαρξής τους στην αντίκρουση του μαρξισμού.

Πήραν πολύ στα σοβαρά την πρόκληση που αντιπροσώπευε ο μαρξισμός και τις περισσότερες φορές τον κατανόησαν καλύτερα από τους οπαδούς του.

Επειδή σήμερα αυτό το πάθος φαίνεται να έχει σβήσει, και επομένως οι αντιδράσεις που αυτό γεννούσε είναι περιττές, οι σχολιαστές τείνουν να μηδενίζουν τους ιδεολογικούς «πολιτιστικούς πολέμους» του εικοστού αιώνα, με τις θεωρητικές προκλήσεις και ανταπαντήσεις τους, θεωρώντας τους ακατανόητους. Ο κομμουνισμός αντιμετώπισε τον καπιταλισμό (ή τον φιλελευθερισμό) και έχασε τόσο στο πεδίο των ιδεών όσο και στη μάχη, και γι’ αυτό ξεπεράστηκε. Εγκαταλείποντας όμως τις επαγγελίες που διαψεύστηκαν και τους πεπλανημένους προφήτες του παρελθόντος, υποτιμήσαμε –ή απλώς λησμονήσαμε– πάρα πολύ γρήγορα τη σαγήνη που ασκούσαν.

Σε τελική ανάλυση, για ποιο λόγο τόσα φωτεινά μυαλά (για να μη μιλήσουμε για τα εκατομμύρια των εκλογέων και των ακτιβιστών) σαγηνεύτηκαν από αυτές τις επαγγελίες και από αυτούς τους προφήτες; Εξαιτίας των φρικαλεοτήτων και των φόβων εκείνου του καιρού; Ισως. Οι περιστάσεις όμως του εικοστού αιώνα ήταν αληθινά τόσο σπάνιες, μοναδικές και ανεπανάληπτες, ώστε να έχουμε τη βεβαιότητα ότι, όποιοι και αν ήταν οι λόγοι που ώθησαν πολλούς ανθρώπους προς τις μεγαλειώδεις αφηγήσεις της επανάστασης και της αλλαγής, δεν θα επαναληφθούν;

Μπορούμε αληθινά να είμαστε βέβαιοι ότι αυτό που απέμεινε από την ειρήνη, τη δημοκρατία και την ελεύθερη αγορά θα διαρκέσει πολύ; Σήμερα τείνουμε να σκεφτόμαστε τον εικοστό αιώνα σαν μια εποχή πολιτικών εξτρεμισμών, τραγικών λαθών και εσφαλμένων αποφάσεων, σαν μια εποχή αυταπατών από την οποία ευτυχώς έχουμε βγει. Μήπως όμως η αυταπάτη συνεχίζεται και σήμερα;

Στη νέα λατρεία μας για τον ιδιωτικό τομέα και την αγορά μήπως έχουμε απλώς μεταθέσει την πίστη της προηγούμενης γενιάς στη «δημόσια ιδιοκτησία», στο «κράτος» ή στον «οικονομικό σχεδιασμό»;

Σε τελική ανάλυση, δεν υπάρχει τίποτα πιο ιδεολογικό από τον ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο όλες οι υποθέσεις και οι πολιτικές, ιδιωτικές και δημόσιες, οφείλουν να βασίζονται στην οικονομική παγκοσμιοποίηση, στους αναπόφευκτους νόμους της και στις ακόρεστες επιταγές της. Στην πραγματικότητα, αυτή η λατρεία για την οικονομική αναγκαιότητα και τους σιδερένιους νόμους της ήταν και μια κεντρική θεωρητική θέση του μαρξισμού.

Στη μετάβαση από τον εικοστό στον εικοστό πρώτο αιώνα, μήπως αντικαταστήσαμε το σύστημα πεποιθήσεων του δέκατου ένατου αιώνα με ένα άλλο; […] Από τις σύγχρονες αυταπάτες, όμως, η πιο επικίνδυνη είναι εκείνη πάνω στην οποία βασίζονται όλες οι άλλες.

Είναι η ιδέα σύμφωνα με την οποία ζούμε σε μια πρωτόγνωρη εποχή: αυτό που συμβαίνει τώρα είναι καινούργιο και ανεπίστροφο και το παρελθόν δεν έχει τίποτα να μας διδάξει. Μια παρόμοια απερισκεψία είναι ίσως πιο εύκολο να διαδοθεί σε μια χώρα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες –που λατρεύει το παρελθόν της αλλά ελάχιστα ενδιαφέρεται για την ιστορία της υπόλοιπης ανθρωπότητας– από όσο στην Ευρώπη, όπου μέχρι πριν από λίγο καιρό ήταν σχεδόν αδύνατο να παραγνωριστεί το τίμημα των παρελθόντων λαθών και οι χειροπιαστές αποδείξεις των συνεπειών τους.

Ακόμη και στην Ευρώπη, όμως, μια νεότερη γενιά πολιτών και πολιτικών αρχίζει να ξεχνάει την ιστορία· από ειρωνεία της τύχης είναι η περίπτωση κυρίως των πρώην κομμουνιστικών χωρών της Κεντρικής Ευρώπης, στις οποίες το «να αναπτύξουμε τον καπιταλισμό» και «να πλουτίσουμε» είναι οι νέοι συλλογικοί στόχοι, ενώ η δημοκρατία θεωρείται δεδομένη και από ορισμένους κύκλους αντιμετωπίζεται ακόμη και ως εμπόδιο.

Ακόμη όμως και ο «καπιταλισμός» έχει μια ιστορία. Η τελευταία φορά που ο καπιταλιστικός κόσμος πέρασε μια περίοδο πρωτόγνωρης επέκτασης και μεγάλης παραγωγής ιδιωτικού πλούτου, στη διάρκεια της «παγκοσμιοποίησης» (πριν από την επινόηση αυτού του όρου) της παγκόσμιας οικονομίας κατά τις δεκαετίες που προηγήθηκαν του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, νόμιζαν ότι βρίσκονται στο κατώφλι μιας μοναδικής εποχής ειρήνης και απεριόριστης ευημερίας.

Οποιος αναζητάει μια μαρτυρία αυτής της εμπιστοσύνης –και του τι απέγινε– μπορεί να διαβάσει τις διδακτικές εισαγωγικές παραγράφους του βιβλίου του Τζον Μέιναρντ Κέινς «Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης»: μιας σύνοψης των αλαζονικών αυταπατών ενός κόσμου στο χείλος της καταστροφής, γραμμένης μετά από τον πόλεμο που θα τερμάτιζε αυτές τις φαντασιώσεις ειρήνης για τα επόμενα πενήντα χρόνια.

Ο Κέινς άλλωστε προνόησε και για τον «διακαή πόθο για ασφάλεια» των Ευρωπαίων μετά από τριάντα χρόνια πολέμου και οικονομικής κατάρρευσης. Χάρη στην κοινωνική προστασία και στα δίκτυα ασφαλείας που ενσωματώθηκαν στα μεταπολεμικά κυβερνητικά τους συστήματα, οι πολίτες των αναπτυγμένων χωρών έχασαν σε μεγάλο βαθμό το βασανιστικό αίσθημα ανασφάλειας και φόβου που είχε κυριαρχήσει στην πολιτική ζωή μεταξύ του 1914 και του 1945. Αυτό μέχρι σήμερα. Υπάρχουν πράγματι λόγοι για να πιστεύουμε ότι τα πράγματα πρόκειται να αλλάξουν.

Ο φόβος προβάλλει ξανά ως ενεργό συστατικό της πολιτικής ζωής των δυτικών Δημοκρατιών. Φόβος της τρομοκρατίας προφανώς, αλλά και, ίσως με μορφή πιο επικίνδυνη, φόβος της ανεξέλεγκτης ταχύτητας της αλλαγής, φόβος μήπως χάσουμε την εργασία μας, μήπως μείνουμε πίσω σε σχέση με τους άλλους σε μια όλο και πιο άνιση κατανομή των πόρων, μήπως χάσουμε τον έλεγχο των περιστάσεων και της ρουτίνας της καθημερινής ζωής. Και κυρίως φόβος ότι ήδη όχι μόνο δεν μπορούμε πλέον να αποφασίζουμε για τη ζωή μας, αλλά ακόμη και εκείνοι οι οποίοι διοικούν έχουν χάσει τον έλεγχο προς όφελος δυνάμεων πέρα από το βεληνεκές τους.

Λίγες δημοκρατικές κυβερνήσεις μπορούν να αντισταθούν στον πειρασμό να εκμεταλλευτούν αυτόν τον φόβο για να αντλήσουν πολιτικά οφέλη. Ορισμένες το έχουν ήδη κάνει. Δεν θα πρέπει, επομένως, να μας προξενεί έκπληξη η επιστροφή ομάδων πίεσης, κομμάτων και πολιτικών προγραμμάτων που βασίζονται στον φόβο: των ξένων, της αλλαγής, των ανοιχτών συνόρων και των ανεμπόδιστων επικοινωνιών, της ελεύθερης έκφρασης ενοχλητικών γνωμών. Η πολιτική της ανασφάλειας είναι μεταδοτική.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας