Γράμματα από ναζί «φίλο»

fais-agartzidis.jpg

H απλή και καθαρή παράσταση της Νάντιας Φώσκολου και οι θαυμάσιες ερμηνείες των Αλμπέρτο Φάις και Δημήτρη Αγαρτζίδη συντελούν σε ένα από τα διαμαντάκια της σεζόν | Kelly Foscolou

Σπεύδω να γράψω κι εγώ για μια από τις ευχάριστες φετινές εκπλήξεις, για ένα από τα μικρά εκείνα διαμάντια που βρίσκονται σκορπισμένα στη χαοτική σκηνή μας και που συλλέγει κάποιος τυχερός, στις πιο μακρινές βόλτες του. Μιλώ για τον «Παραλήπτη άγνωστο», τη διασκευή του προπολεμικού επιστολικού μυθιστορήματος της Κάθριν Κρέσμαν Τέιλορ, που ανέβηκε στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, με τη διασκευή και σκηνοθετική μεταφορά της Νάντιας Φώσκολου.

Πρόκειται βέβαια για μία ακόμη –αν και ποτέ δεν είναι αρκετή– υπενθύμιση της κοινοτοπίας του Κακού, αυτή τη φορά μεταφερμένη ανάμεσα σε δύο γκαρδιακούς φίλους και συνεργάτες αμερικανικής υπηκοότητας και γερμανικής καταγωγής. Οι οποίοι θα χωριστούν στον νέο και παλιό κόσμο, όταν ο ένας εκ των δύο αποφασίσει να επιστρέψει στην προπολεμική Γερμανία των Κρυστάλλων, της ανόδου του εθνικοσοσιαλισμού και του μαζικού υπνωτισμού του πλήθους κάτω από το πορτρέτο του φίρερ.

Αυτοί οι δύο φίλοι λοιπόν ανταλλάσσουν επιστολές. Στην αρχή γεμάτες εγκαρδιότητα, με γνώμονα την αμοιβαία εμπιστοσύνη, τη σχεδόν αδελφική τους φιλία, τη συνεργασία τους, αλλά και τη μακροθυμία που φαίνεται πως καλύπτει την παλιά τους σχέση. Σταδιακά ωστόσο και καθώς επωάζεται στη Γερμανία το αυγό του φιδιού, η σχέση αυτή πρόκειται να δοκιμαστεί και να οπλιστεί με τις αιχμές μιας αρχικά υπόγειας σύγκρουσης. Καθώς ο εκπατρισθείς φίλος ασπάζεται τις αρχές και αξίες του Γ’ Ράιχ, η στάση του θα τον φέρει σε σύγκρουση όχι μόνο με τον παλιό του φίλο αλλά και με τον παλιό εαυτό του. Ακόμα περισσότερο τώρα, που γι’ αυτόν τον «νέο πια Γερμανό» εκείνος που έμεινε πίσω, είναι πια εκτός από Γερμανός και «Εβραίος», που αποκτά, όπως και πολλοί «άλλοι», μια σύνθετη και συνθετική ταυτότητα διακριτή από την παλιά αλληλεγγύη και ανθρωπιά.

Κι όλα αυτά μέσω επιστολών. Ολόκληρο το σασπένς (και η σύντομη ιστορία μας έχει πολύ από αυτό), η προϊστορία, η δραματική εξέλιξη και το συνταρακτικό φινάλε συντάσσονται μέσω της απλής αλληλογραφίας δύο πρώην συντρόφων και αδελφών. Με μία όμως μεγάλη διαφορά: Σε ύπουλους καιρούς το μέσον μπορεί να γίνει κυριολεκτικά το μήνυμα. Θέλω να πω ότι είναι πια η ίδια η αλληλογραφία των δύο ανδρών που αποκτά από κάποια στιγμή και μετά τον χαρακτήρα του μηνύματος: αυτή είναι που αγκαλιάζει, που χαίρεται, που διατυπώνει απόψεις. Αυτή η ίδια που ανησυχεί, παρακαλεί, εκλιπαρεί, τρομάζει, μένει άναυδη με τον παραλογισμό. Κι αυτή που απειλεί, που διαλύει και που, τελικά, εξοντώνει. Στη δοκιμασία μιας τρελής εποχής όλα μπορούν να γίνουν επικίνδυνα. Ενα γράμμα, μια φράση, ακόμη κι ένας πίνακας. Μπορεί άραγε να σκοτώσει ένας Σεζάν; Μπορούν να σπιλώσουν οι ιμπρεσιονιστές μια υπόληψη; Ή να στιγματίσει ο Πικάσο έναν εθνικόφρονα; Η απάντηση του «Παραλήπτη άγνωστου» είναι πως ναι, μπορεί. Αρκεί να βρισκόμαστε στην εποχή «της ταυτότητας».

Απλότητα και καθαρότητα στη σκηνοθετική ματιά, ουσία και εξαιρετική οικονομία μέσων και χρόνου από τη Νάντια Φώσκολου. Και δύο θαυμάσιες ερμηνείες. Οι Αλμπέρτο Φάις και Δημήτρης Αγαρτζίδης είναι από τις αποκαλύψεις της χρονιάς. Μαζί και χωριστά ο καθένας, σαν δίδυμο που έχει χάσει τη σωματική επαφή, αλλά συμμετέχει σε μια ανώτερη πνευματική δυάδα, σε μια διαλεκτική σχέση, μια πάλη μεταξύ δύο κόσμων, νέου και παλιού, δίκαιου και άδικου, ορθού και παράλογου. Στη σκηνογραφία της Μικαέλας Λιακατά παρεμβάλλονται βιντεο-προβολές που μετατρέπουν τον χώρο σε κινούμενη δίνη χρωμάτων και εντυπώσεων. Κι όλα αυτά σε έναν μικρό χώρο και σε στενό χρονικό περιθώριο. Σε μία ώρα μέσα, το πολύ, είμαστε ικανοί να παρακολουθήσουμε την άνοδο και την πτώση όχι μόνο μιας αντρικής φιλίας, αλλά και μιας ολόκληρης ιδεολογίας μισαλλοδοξίας και άρνησης. Κι αυτό από μόνο του, ειδικά στους καιρούς που ζούμε, έχει ανεκτίμητη σημασία.

 

«Αρτό / Βαν Γκογκ», Θέατρο Σημείο

Μεταξύ διάλεξης και εφιάλτη

Ιωάννης Παπαζήσης |

Δεν το κρύβω ότι προσωπικά θα είχα ενδοιασμούς για το πόσους αληθινά ενδιαφέρει η παλιά εκείνη ομιλία του Αρτό για τον Βαν Γκογκ (μισή στον μύθο, μισή στην πραγματικότητα) με τίτλο «Ενας αυτόχειρας της κοινωνίας», που μεταφέρει και επαναπραγματεύεται με σπουδή και άνεση η Ιόλη Ανδρεάδη στο «Σημείο». Από ό,τι ωστόσο φαίνεται από την επιτυχία της παράστασης και το κοινό που συρρέει πίσω από το Πάντειο, οι ενδοιασμοί θα ήταν περιττοί. Φαίνεται πως κάθε τέτοια «πιθανή συνάντηση» προσωπικοτήτων –και το έργο δραματουργικά ανήκει σε αυτή την κατηγορία– τραβάει τον κόσμο, ίσως γιατί μεταφέρει ένα σύμπαν μυθικό, όπου η μια ιδιοφυΐα συναντά την άλλη και όπου το πνεύμα βρίσκει τη δικαίωση στον χώρο της πιο αληθινής και παντοτινής αξίας.

Πάντως εδώ η ιδιαιτερότητα είναι πως ο ένας καταραμένος ποιητής στηρίζει και μελετά τον άλλο, πως η μια λοξή προσωπικότητα αναλαμβάνει απέναντι στους καιρούς τη δικαίωση μιας άλλης, λοξότερής της. Και τελικά δεν γνωρίζεις αν είναι ο Αρτό που μιλά για τον Βαν Γκογκ ή το ανάποδο, αν είναι ο ζωγράφος που δίνει την αφορμή για να απλωθεί μπροστά μας, να αυτο-αναλυθεί, να εξεγερθεί και να θριαμβεύσει ο άγιος και μάρτυρας μιας σκοτεινής τέχνης.

Αυτό που θέλει βέβαια να κάνει ο Αρτό με τη διάλεξή του είναι να δικαιωθεί και ο ίδιος. Να δείξει πως δεν είναι ο ποιητής που εξέρχεται της κοινωνίας, αλλά η κοινωνία που τον περιθωριοποιεί, που απομακρύνει τον εξέχοντα και που αντί να θεωρεί κέντρο τον προφήτη της νέας εποχής μεταφέρει στην άκρη και στεγανοποιεί τα κηρύγματά του με τους όρους της τρέλας, της ιδιοτροπίας και της «λοξότητας».

Σε κάθε περίπτωση, είναι ίσως αυτός ο λόγος που ο Ιωάννης Παπαζήσης θέλει και μένει στο μετέωρο, μεταξύ κανονικότητας και τρέλας, φωτός και σκοταδιού, μεταξύ μιας κανονικής τέλος πάντων διάλεξης περί τέχνης και μιας άλλης, κατάδυσης σε προσωπικούς εφιάλτες. Μεταξύ Αρτό και Βαν Γκογκ η παράσταση στο Σημείο είναι μια πρόταση που περισσότερο δείχνει και σημαίνει, παρά οδηγεί κάπου. Ακολουθώντας τον θεατράνθρωπο θέλει να δημιουργήσει μια εντύπωση επουλωτική και καθαρτική. Είναι ζήτημα αν το πετυχαίνει. Πετυχαίνει ωστόσο τουλάχιστον αυτό: να μας φέρει κοντά στη δύναμη ενός περίεργου βλέμματος, εύπλαστου και εύθραυστου, ακριβού και σπάνιου. Και μέσω αυτού στην αποκάλυψη ενός τρόπου του να κοιτάς, ώστε τα πράγματα, όπως στον Βαν Γκογκ του Αρτό και στον Αρτό του Βαν Γκογκ, να μοιάζουν νέα: εντελώς νέα και για πάντα νέα.