Αγγελικό και μαύρο φως

Ξεκινώντας το Μπερλίν, μπορείς εύκολα να νομίσεις ότι είναι ταξιδιωτικό. Σε παρασύρουν ο τίτλος και οι πρώτες σελίδες, όπου η συγγραφέας και η Κ. πίνουν κοκτέιλ, σ’ ένα σκονισμένο μπαράκι με πορτοκαλί φώτα, στο Γκέρλιτσερ Μπάνχοφ.

Γρήγορα όμως καταλαβαίνεις ότι δεν πρόκειται για ταξιδιωτικό, ενώ «οδοιπορικό» μπορεί να θεωρηθεί μόνο με μια ιδιότυπη έννοια: της περιδιάβασης σε μνήμες, γεγονότα, σκέψεις, συναισθήματα.

Το δηλώνει, άλλωστε, και η εναρκτήρια φράση: «Το Βερολίνο είναι η ιδανική πόλη για να καταδυθείς στον εαυτό σου». Μια κατάδυση εις εαυτόν, λοιπόν, που εκτυλίσσεται στις εκατό σελίδες του βιβλίου.

Σε αυτήν την κατάδυση, το Βερολίνο είναι πανταχού παρόν. Οχι μονάχα σαν καμβάς της αφήγησης (η Α. Σαλταμπάση έζησε εκεί τα τελευταία χρόνια), αλλά με τρόπο πολύ πιο ουσιαστικό.

Η συγκεκριμένη πόλη, με τους τόπους, τις μνήμες, τους ανθρώπους, το παρελθόν της που «το φοράει σαν άρωμα που την έχει ποτίσει», είναι εκείνη που οδηγεί τη συγγραφέα στην προσωπική διερώτηση για θέματα μεγάλα και σπουδαία, όπως το βάρος του παρελθόντος, ο πόνος και η μνήμη, η ενοχή των σημερινών Γερμανών για τις πράξεις των παλαιότερων.

Το Ολοκαύτωμα και οι διαδρομές του αντισημιτισμού, από τότε μέχρι σήμερα, είναι το κεντρικό σημείο που κινεί τη σκέψη και οργανώνει την αφήγηση. Το παρελθόν διαπλέκεται με το παρόν: ο σταθμός του Γκρούνεβαλντ από όπου ξεκινούσαν τρένα γεμάτα Εβραίους, το στρατόπεδο του Ράβενσμπρoυκ, μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη, οι ένοικοι μιας πολυκατοικίας που ψάχνουν να ανασυστήσουν ένα ένα τα ονόματα και τις ζωές των Εβραίων που κατοικούσαν σ’ αυτήν... Επειτα, παρελθόν και παρόν γίνονται κουβάρι με την καθημερινότητα (ο Γερμανός συνδαιτυμόνας που βράζει για την προσβολή όταν μια Ελληνίδα ομοτράπεζη τον αποκαλεί «χερ κομαντάντ» και λίγο μετά «φτύνει τον αντισημιτισμό του») και το υποκειμενικό (ο Ελληνοεβραίος άντρας της Αντζης, ο γιος τους που πάει σε εβραϊκό σχολείο του Βερολίνου, οι συνεδρίες με τον ψυχαναλυτή της).

Η Λίζυ Τσιριμώκου χαρακτήρισε το Μπερλίν «κράμα ημερολογιακής καταγραφής, δημοσιογραφικής έρευνας, αυτομυθοπλασίας, δοκιμίου ή σπουδής σε δεδομένο θέμα».

Ας κρατήσουμε τη λέξη «κράμα»: μας δίνει μια γεύση τούτου του παράξενου αφηγήματος, όπου τα συναισθήματα αναμιγνύονται με σκέψεις και εικόνες, την αναζήτηση και την αγωνία, σε σελίδες ολόκληρες χωρίς παράγραφο.

Πάντως, παρότι τα υλικά με τα οποία φτιάχτηκε το Μπερλίν είναι ετερόκλητα, το τελικό αποτέλεσμα πραγματώνεται σε μια ενιαία αφήγηση.

Ισως τα παραπάνω δημιουργούν την εντύπωση ενός βιβλίου στρυφνού. Κάθε άλλο. Είναι ένα ανάγνωσμα απολαυστικό, με γραφή λιτή και καθαρή. Και, κάπου κάπου, ξεπηδάει κάτι το σκανταλιάρικο.

Οταν, λ.χ., η συγγραφέας αντιμετωπίζει κάποιον εξουσιαστικό Γερμανό συνομιλητή λέγοντάς του: «Είστε ένας δυστυχισμένος δράκος!» Κι αυτός αναστατώνεται, απρόσμενα πολύ, πάει πάνω-κάτω σαν χαμένος, σαν να ήθελε να βγει από το δέρμα του, μονολογεί: «Καταλαβαίνετε τι είπατε, δυστυχισμένους δράκους, δυστυχισμένους δράκους»...

Το Μπερλίν έχει κάτι βαθιά συγκινητικό. Κι αυτό οφείλεται στον τρόπο που μιλάει αυτή που μιλάει. Δεν μιλάει σαν επαγγελματίας ιστορικός, πανεπιστημιακός ή δημοσιογράφος· είναι μια κοπέλα μόνη, η μικρή Αντζη, η αγαπημένη Αντζη που τριγυρνά στους λαβύρινθους της πόλης και της μνήμης και αναμετριέται με τα μεγάλα και τρομερά της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν το κάνει ex cathedra ή επειδή είναι η δουλειά της, αλλά γιατί βγαίνει από μέσα της – και στην άνιση αυτή αναμέτρηση θριαμβεύει. Εδώ έγκειται, για μένα, το αφοπλιστικό και λυτρωτικό του σπουδαίου αυτού βιβλίου.

Το Μπερλίν, μαζί με το σκοτάδι, έχει φως· πολύ φως. Και δεν μου φαίνεται τυχαίο ότι τελειώνει με μια έκρηξη χρωμάτων, λουλουδιών και παιδιών, στο «Νησί των Παγωνιών»: «Ηταν οι ωραιότερες μέρες, ήταν οι δυσκολότερες μέρες, ήταν οι μέρες των μεγάλων αλλαγών, ήταν οι μέρες της μεγάλης απελπισίας, ήταν η χρονιά της ανεμελιάς, ήταν η χρονιά της βαρυθυμίας, άρχιζε μια εποχή και τελείωνε μια άλλη, για όλους και τον καθένα χωριστά». Τέτοιες μέρες, ωραίες και δύσκολες, ζει ο αναγνώστης μέσα από τις σελίδες του Μπερλίν, πραγματοποιώντας τη δική του κατάδυση εις εαυτόν.

ΥΓ. Στο εξώφυλλο, το μνημείο της Γερμανοεβραίας ποιήτριας Νelly Sachs στην Κόπενπλατς. Ενα άδειο τραπέζι με δυο καρέκλες – η μία ριγμένη κάτω: ένα μνημείο που αναπαριστά το εσωτερικό ενός αδειασμένου εβραϊκού σπιτιού, ένα μνημείο της απουσίας. Στο δάπεδο, γύρω γύρω, χαραγμένοι στίχοι της Sachs από το ποίημα «Το σώμα σας καπνός στον αέρα». «Σαν μαχαίρι ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο», λέει ένας από αυτούς – όπως οι διαδρομές των ανθρώπων, όπως η αφήγηση στο Μπερλίν.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ