Στην Ελλάδα του 2025, η σεξουαλική αγωγή υπάρχει «επίσημα» στα σχολεία. Στην πράξη, όμως, λίγοι μαθητές μπορούν να θυμηθούν ένα σχετικό μάθημα κι ακόμα λιγότεροι να περιγράψουν τι ακριβώς έμαθαν. Ωστόσο, το υπουργείο Παιδείας και το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής επιμένουν πως «το πλαίσιο υπάρχει». Αυτό συμβαίνει επειδή η σεξουαλική αγωγή έχει επισήμως ενταχθεί στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, ωστόσο η πραγματική της εφαρμογή παραμένει περιορισμένη. Παρότι το υπουργείο Παιδείας έχει ενσωματώσει τη θεματική τόσο στο Δημοτικό όσο και στο Γυμνάσιο, μεγάλο ποσοστό εκπαιδευτικών δεν την υλοποιεί, επιβεβαιώνοντας τη διάσταση ανάμεσα στη θεσμική πρόβλεψη και την εκπαιδευτική πράξη.
Τι προβλέπεται
Η σεξουαλική αγωγή εντάχθηκε από το σχολικό έτος 2021-2022 στο πλαίσιο των «Εργαστηρίων Δεξιοτήτων», μιας θεσμοθετημένης ενότητας που εισήχθη πιλοτικά αρχικά σε 218 σχολεία και στη συνέχεια γενικεύτηκε σε όλη τη χώρα. Τα Εργαστήρια Δεξιοτήτων περιλαμβάνουν τέσσερις θεματικούς κύκλους: «Ευ Ζην», «Περιβάλλον», «Κοινωνική Ενσυναίσθηση και Ευθύνη» και «Δημιουργώ και Καινοτομώ». Η Σεξουαλική και Αναπαραγωγική Υγεία ανήκει στον πρώτο κύκλο, το «Ευ Ζην», και είναι υποχρεωτική θεματική ενότητα, από το 2021, για την Γ’ και Στ΄ Δημοτικού καθώς και για τη Β΄ Γυμνασίου.
Στο δημοτικό σχολείο, όπως προτείνεται στο Αναλυτικό Πρόγραμμα για την Αγωγή Υγείας ήδη από το 2003, η θεματική απευθύνεται σε όλες τις τάξεις, με προσαρμοσμένο περιεχόμενο ανάλογα με την ηλικία. Σύμφωνα πάντα με το Αναλυτικό Πρόγραμμα, στις Α΄ και Β΄ τάξεις οι δραστηριότητες θα έπρεπε να επικεντρώνονται στην αυτογνωσία, στο σώμα και στα συναισθήματα. Στις Γ΄ και Δ΄ τάξεις, οι μαθητές να μαθαίνουν για τις σχέσεις, τη φιλία, τον σεβασμό και τα όρια. Στις Ε΄ και ΣΤ΄ τάξεις, να εισάγονται πιο συγκεκριμένα θέματα όπως η εφηβεία, οι αλλαγές στο σώμα, η συναίνεση και η αναπαραγωγική υγεία.
Στο Γυμνάσιο, το μάθημα εντάσσεται στα Εργαστήρια Δεξιοτήτων. Ωστόσο το περιεχόμενο δεν είναι σαφές και οι εκπαιδευτικοί είναι μετέωροι στο πώς θα το αξιοποιήσουν.
Γιατί δεν γίνεται
Παρά την επίσημη ένταξη στο ωρολόγιο πρόγραμμα, η σεξουαλική αγωγή δεν διδάσκεται συστηματικά. Οι λόγοι είναι πολλαπλοί και σχετίζονται τόσο με το θεσμικό πλαίσιο όσο και με την προετοιμασία των εκπαιδευτικών. Πρώτος παράγοντας είναι το γεγονός ότι η επιλογή των θεματικών και των στόχων παραμένει ένας μεγάλος γρίφος για τους/τις εκπαιδευτικούς. Κάθε εκπαιδευτικός ή σχολική μονάδα μπορεί να επιλέξει ποια ενότητα θα υλοποιήσει, γεγονός που οδηγεί συχνά στον παραμερισμό της σεξουαλικής αγωγής υπέρ άλλων, λιγότερο «ευαίσθητων» θεμάτων.
Δεύτερος λόγος είναι η έλλειψη κατάλληλης επιμόρφωσης. Πολλοί εκπαιδευτικοί δηλώνουν ότι δεν αισθάνονται επαρκώς προετοιμασμένοι για να προσεγγίσουν τη θεματική της σεξουαλικότητας με παιδαγωγικά και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο. Οι περισσότεροι δεν έχουν λάβει εξειδικευμένη εκπαίδευση σε θέματα σεξουαλικής αγωγής, ενώ και τα διαθέσιμα επιμορφωτικά προγράμματα είναι περιορισμένα ή μη υποχρεωτικά.
Ακόμα ένας σημαντικός παράγοντας είναι οι κοινωνικές και πολιτισμικές αντιστάσεις. Η συζήτηση για τη σεξουαλική αγωγή εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις από μερίδα γονέων και τοπικών κοινωνιών, που θεωρούν ότι τα θέματα αυτά δεν πρέπει να διδάσκονται στο σχολείο. Ορισμένοι τα συνδέουν με ζητήματα ηθικής ή με φόβους ότι θα οδηγήσουν σε «πρόωρη ενημέρωση» των παιδιών. Αυτές οι αντιλήψεις δημιουργούν συχνά πίεση στους εκπαιδευτικούς να αποφύγουν τη θεματική για να μην προκληθούν αντιπαραθέσεις.
Επιπλέον, σε αρκετά σχολεία η έλλειψη χρόνου και προγραμματισμού δυσχεραίνει την υλοποίηση των Εργαστηρίων Δεξιοτήτων. Οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν αυξημένες διδακτικές υποχρεώσεις και περιορισμένο ωράριο, γεγονός που τους οδηγεί να επικεντρώνονται στα βασικά μαθήματα, αφήνοντας τις θεματικές δεξιοτήτων στο περιθώριο.
Στο Γυμνάσιο, όπου οι μαθητές βρίσκονται σε κρίσιμη αναπτυξιακή φάση, τα προβλήματα εντείνονται. Η σεξουαλική αγωγή συχνά υποκαθίσταται από αποσπασματικές αναφορές σε μαθήματα βιολογίας ή κοινωνικής και πολιτικής αγωγής, χωρίς να αναπτύσσεται ενιαία ή μεθοδικά. Η έλλειψη εξειδικευμένων υλικών και η απουσία ενιαίας καθοδήγησης αποτελούν πρόσθετα εμπόδια. Δεν υπάρχει συστηματικός έλεγχος ή αξιολόγηση της εφαρμογής των προγραμμάτων σεξουαλικής αγωγής, ενώ οι εκπαιδευτικοί που τα εφαρμόζουν συχνά το κάνουν με δική τους πρωτοβουλία και προσωπικό υλικό.
Η αντίφαση ανάμεσα στη θεσμική κατοχύρωση και την περιορισμένη εφαρμογή δείχνει ότι η σεξουαλική αγωγή στην Ελλάδα παραμένει ένα «υποσχόμενο αλλά ανενεργό μάθημα». Το εκπαιδευτικό σύστημα διαθέτει πλέον το θεσμικό πλαίσιο αλλά όχι ακόμα τις συνθήκες για καθολική υλοποίηση. Η συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η θεσμική ενίσχυση και η κοινωνική αποδοχή αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για να μπορέσει η σεξουαλική αγωγή να λειτουργήσει ουσιαστικά ως μέρος της σχολικής καθημερινότητας.
Τι λένε οι ειδικοί
H Μαργαρίτα Γερούκη, Phd, εκπαιδευτικός, συγγραφέας, μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής για τη Σεξουαλική Εκπαίδευση (Παγκόσμια Ενωση Σεξουαλικής Υγείας), σημειώνει: «Ως χώρα ισχυριζόμαστε ότι έχουμε σεξουαλική εκπαίδευση εδώ και 25 χρόνια. Η πρώτη αναφορά για τη σεξουαλική εκπαίδευση σε σχολικό πλαίσιο έγινε όταν ο Ευάγγελος Παπανούτσος, ως γενικός γραμματέας του ελληνικού υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων ανέφερε σε συνέντευξη το 1964 (“Το Βήμα”, 01/11/1964) ότι “το θέμα της σεξουαλικής διαπαιδαγωγήσεως δεν έχει μέχρι σήμερα τεθεί επίσημα. Δεν υπάρχουν σχέδια, δεν υπάρχει πρόγραμμα, υπάρχει όμως η βεβαιότητα πως το ζήτημα θα απασχολήσει σύντομα και το υπουργείο Παιδείας”. Ωστόσο η αισιόδοξη προσέγγιση του γενικού γραμματέα δεν υποστηρίχθηκε από την εκπαιδευτική πολιτική».
«Το μάθημα εξαγγέλλεται από τις κυβερνήσεις επειδή είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθούμε τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την αγωγή υγείας, αλλά στην πράξη δεν γίνεται, επειδή κανένας εκπαιδευτικός δεν έχει ουσιαστικά επιμορφωθεί, τουλάχιστον με ευθύνη είτε των πανεπιστημίων είτε της Πολιτείας στην οποία υπηρετούμε. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα σχολικά εγχειρίδια ή προγράμματα που να μπορεί ένας εκπαιδευτικός να βασιστεί και να δουλέψει, δεν υπάρχει συγκροτημένο και ολοκληρωμένο πρόγραμμα σπουδών, το οποίο είναι πολύ σημαντικό για μας τους εκπαιδευτικούς γιατί μας δίνει τη στοχοθεσία, και βεβαίως υπάρχουν αμφίσημα μηνύματα από το υπουργείο Παιδείας, το οποίο βάζει μεν τη Σεξουαλική Διαπαιδαγώγηση στο ΦΕΚ από το 2003 και το αφήνει σιγά σιγά να ξεχαστεί», προσθέτει η κ. Γερούκη και εξηγεί:
«Αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχει μια σθεναρή αντίδραση από μερίδα ανθρώπων στην Εκκλησία και επειδή διαχρονικά καμία κυβέρνηση δεν έθεσε το συγκεκριμένο ζήτημα στην επιστημονική και στην εκπαιδευτική κοινότητα. Να συζητηθεί δηλαδή γιατί είναι σημαντική η σεξουαλική εκπαίδευση στα σχολεία, ποιοι είναι οι στόχοι, πόσο επηρεάζεται η υγεία, η οποία είναι μετρήσιμο μέγεθος. Κανένας ποτέ δεν πήρε την ευθύνη να σπάσει αβγά με το άλλο κομμάτι του υπουργείου Παιδείας, το Θρησκευμάτων».
Η Μαρία Πατεράκη, εκπαιδευτικός Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και συντονίστρια προγραμμάτων σεξουαλικής εκπαίδευσης, περιγράφει «τη φοβία πολλών εκπαιδευτικών να πραγματευτούν το συγκεκριμένο αντικείμενο παρόλο που κατανοούν την αναγκαιότητά του». Μας θυμίζει τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν μετά την προβολή της ταινίας «Αγόρια στο ντους» σε Δημοτικό Σχολείο στου Ζωγράφου, η οποία δημιούργησε προβλήματα στην εκπαιδευτικό που την επέλεξε. Η ταινία εστιάζει στο δικαίωμα των παιδιών στον αυτοπροσδιορισμό, είναι εγκεκριμένη από το υπουργείο Παιδείας και βραβευμένη με το βραβείο Καλύτερης Ευρωπαϊκής Ταινίας Μικρού Μήκους για Παιδιά (2021) από το ECFA (Ευρωπαϊκή Ενωση Παιδικού Κινηματογράφου). Ομως η προβολή της είχε αποτέλεσμα να περάσει από πολύμηνη ΕΔΕ –στην οποία και δικαιώθηκε πανηγυρικά– η εκπαιδευτικός, καθώς γονείς μαθητή την κατηγόρησαν πως έδειξε στα παιδιά ταινία που περιείχε «ομοφυλοφιλικές σκηνές μεταξύ ανήλικων αγοριών», προκαλώντας έντονη –ακόμα και σωματική– δυσφορία στον γιο τους.
Μια αντίστοιχη περίπτωση ήταν εκείνη νηπιαγωγών στην Κρήτη, σε βάρος των οποίων ασκήθηκαν μηνύσεις από γονέα επειδή στο πλαίσιο εγκεκριμένου μαθήματος αγωγής υγείας μίλησαν στα παιδιά για την επιστημονική ονομασία των γεννητικών οργάνων. Οι νηπιαγωγοί παραπέμφθηκαν σε δίκη και αθωώθηκαν, με την εισαγγελέα της έδρας να τονίζει στην αγόρευσή της ότι τα προγράμματα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης υποστηρίζουν τα παιδιά σε μια κοινωνία όπου οι κακοποιήσεις αυξάνονται και είναι προς όφελός τους.
Σύμφωνα με την κυρία Πατεράκη, «η σεξουαλική εκπαίδευση είναι ένα πάρα πολύ σοβαρό ζήτημα, το οποίο όμως ευτελίζεται από τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται από μεγάλη μερίδα των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ενα μέρος της κοινωνίας, συντηρητικοί κύκλοι, το αντιλαμβάνονται ως μια προσπάθεια ηθικής επίθεσης στα παιδιά, ενώ σκοπός είναι να βοηθήσουμε τους εφήβους, που δέχονται τόσα πολλά ερεθίσματα, να πάρουν τις σωστές αποφάσεις για να είναι υγιείς. Η εφαρμογή της σεξουαλικής εκπαίδευσης δεν έχει οφέλη μόνο για τα παιδιά, αλλά για ολόκληρη την κοινωνία».
Η εκπαιδευτικός αναφέρεται και στα σχολικά εγχειρίδια που τυπώθηκαν το 2009, αλλά δεν έφτασαν ποτέ στα χέρια των μαθητών: «Τότε υπήρξε ξεκάθαρη παρέμβαση από την Εκκλησία. Στο υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων δεν είναι ξεκάθαροι οι ρόλοι και επιτρέπεται σε κάποιους συντηρητικούς εκκλησιαστικούς κύκλους να παρεμβαίνουν σε κοσμικά ζητήματα που έχουν σχέση με την ασφάλεια των παιδιών μας».
Οταν η Ευρώπη μιλά ανοιχτά
Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η σεξουαλική εκπαίδευση είναι δεδομένη. Στην Αυστρία, τα παιδιά μαθαίνουν από το δημοτικό για το σώμα τους, τις σχέσεις και τα συναισθήματα, μέσα από ένα θεσμικά κατοχυρωμένο πρόγραμμα που καλύπτει βιολογία, υγεία, φιλοσοφία και δεοντολογία. Η θέση του υπουργείου Παιδείας από το 2015 ήταν ότι «η σύγχρονη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση ξεκινά από την πρώιμη παιδική ηλικία, είναι κατάλληλη για την ηλικία του παιδιού και συνεχίζεται ώς την ενηλικίωση». Θετικές εμπειρίες από την εφαρμογή του μαθήματος περιγράφουν και οι γονείς: «Οι πληροφορίες ήταν προσαρμοσμένες στην ηλικία, όχι επιθετικές ή ακατάλληλες, και τα παιδιά δεν ένιωσαν αμηχανία» λένε.
Στη Γαλλία, το μάθημα είναι υποχρεωτικό από το 2001 και από το 2025 αποκτά δικό του τίτλο: «Éducation à la vie affective, relationnelle et sexuelle» (Εκπαίδευση για τη συναισθηματική και σεξουαλική ζωή). Περιλαμβάνει συζητήσεις για τη συναίνεση, τη σεξουαλική ταυτότητα και τον σεβασμό στη διαφορετικότητα.
Στη Λιθουανία και τη Ρουμανία, τα προγράμματα έχουν πιο περιορισμένο χαρακτήρα, όμως παραμένουν θεσμοθετημένα.
Ακόμα και στη Βουλγαρία (όπου το 2024 η Βουλή ψήφισε αλλαγές στον Νόμο για την Προσχολική και Σχολική Εκπαίδευση, οι οποίες απαγορεύουν την «προπαγάνδα, προβολή ή προώθηση ιδεών και απόψεων σχετικών με μη παραδοσιακό σεξουαλικό προσανατολισμό και/ή ταυτότητα φύλου διαφορετική από τη βιολογική») η σεξουαλική εκπαίδευση υπάρχει μέσα από το μάθημα της Βιολογίας και της Αγωγής Υγείας.
Στην Κροατία, το υπουργείο Παιδείας ετοιμάζει πρώτη φορά ενιαίο εθνικό πρόγραμμα, ξεκινώντας πιλοτικά από τη Ριέκα. Το 2026, προγραμματίζεται η επέκταση σε όλη τη χώρα.
Η συνισταμένη όλων αυτών των παραδειγμάτων είναι η κανονικότητα: το μάθημα δεν είναι «ευαίσθητο», αλλά αναγκαίο. Οι μαθητές μαθαίνουν ότι η σεξουαλικότητα δεν είναι μυστήριο ή ντροπή, αλλά κομμάτι της προσωπικής ανάπτυξης και της υγείας.
Μια κοινωνία χωρίς χάρτη
Η απουσία ολοκληρωμένης σεξουαλικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα έχει συνέπειες. Τα στοιχεία δείχνουν αυξημένα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης μεταξύ ανηλίκων, συχνά με δράστες συνομηλίκους. Πολλά παιδιά δεν γνωρίζουν τι σημαίνει συναίνεση, πώς να ζητήσουν βοήθεια, ακόμα και πώς να ονομάσουν τα μέρη του σώματός τους.
Η έλλειψη ενημέρωσης δεν επηρεάζει μόνο την ασφάλεια, αλλά και την ψυχική υγεία. Η εφηβεία γεμίζει άγχη, ενοχές και παραπληροφόρηση από τα social media. Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, οι νέοι που λαμβάνουν έγκαιρη και επιστημονική εκπαίδευση για τη σεξουαλικότητα εμφανίζουν πιο υπεύθυνες συμπεριφορές, μικρότερη έκθεση σε κινδύνους και υγιέστερες σχέσεις.
Η εισαγωγή της σεξουαλικής αγωγής δεν είναι απλώς παιδαγωγικό ζήτημα – είναι πολιτική επιλογή και μάθημα ζωής: εκπαιδεύει τα παιδιά να κατανοούν το σώμα τους, να σέβονται τον εαυτό τους και τους άλλους, να αναγνωρίζουν τα όριά τους και να προστατεύονται.
*Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Marina Kelava (H-Alter.org – Κροατία), Lisa Nimmervoll (Der Standard – Αυστρία), Voxeurop (Γαλλία), Ieva Kniukštienė (Delfi – Λιθουανία), Ștefania Gheorghe (HotNews – Ρουμανία), Desislava Koleva (Mediapool – Βουλγαρία).
