ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κωνσταντίνος Βρεττός
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την περίοδο των εορτών, ο κόσμος βρίσκει πιο εύκολα τον δρόμο προς το σινεμά. Μέρες που ξεκινούν με ήλιο και κλείνουν στις αίθουσες. Αλλά μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας, σε λίγα χρόνια, ίσως να μην επιτρέπει μια τέτοια επιλογή… Ετσι κι αλλιώς, το κλίμα που επικρατεί στον καλλιτεχνικό χώρο μόνο γιορτινό δεν είναι.

Τοπόσημα της πόλης και της σινεφίλ συνείδησης

Το σενάριο να κοπούν από τη ρίζα οι κεντρικές κινηματογραφικές αρτηρίες της πόλης φαντάζει πλέον μακρινό, αλλά σε μια χώρα που δεν διστάζει να θυσιάσει υπέρ των «επενδύσεων» ή των επιχειρηματικών συμφερόντων ακόμα και πολύτιμα αρχαία ευρήματα, κανένα θέμα δεν θεωρείται λήξαν και, ως εκ τούτου, δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η Εβδομη Τέχνη, δυστυχώς, έχει πληγεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια και αποτελεί πλέον πολυτέλεια για αρκετό κόσμο, γεγονός που αποτυπώνεται και στις εισπράξεις των εισιτηρίων.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ «ΑΣΤΟΡ» – «ΙΝΤΕΑΛ» – «ΑΕΛΛΩ»

Ωστόσο, ένα καντηλάκι της κινηματογραφικής απόδρασης και εμπειρίας συνεχίζει να λάμπει, φωτίζοντας τις ανήσυχες ψυχές που ψάχνουν να βρουν διέξοδο στα σινεμά. Από την οδό Πανεπιστημίου και το «Ιντεάλ», το οποίο άνοιξε για πρώτη φορά τις πύλες του το 1921, στη στοά Κοραή, και το «Αστορ», το οποίο «ξαναγεννήθηκε» το 2015 υπό τη νέα διεύθυνση της εταιρείας διανομής Weird Wave. Μαζί και με το «Αελλώ» στην οδό Πατησίων, οι τρεις αυτοί κινηματογράφοι υπήρξαν τοπόσημα της πόλης, αλλά αποτελούν και επίσημα πλέον είδος προς εξαφάνιση.

Τοπόσημα της πόλης και της σινεφίλ συνείδησης

Το Μέγαρο Σλήμαν, στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου – Χαρ. Τρικούπη και Φειδίου, όπου στεγάζεται ο κινηματογράφος «Ιντεάλ», σχεδιάστηκε από τον Γερμανό αρχιτέκτονα Ερνστ Τσίλλερ, έπειτα από παραγγελία του Ερρίκου Σλήμαν, και ανεγέρθηκε τη δεκαετία 1880-1890. Μετά τον θάνατο του Σλήμαν, το ακίνητο περιήλθε στην ιδιοκτησία της κόρης του και, το 1939, μεταβιβάστηκε στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Εθνικής Κτηματικής και της Τράπεζας της Ελλάδος. Το «Ιντεάλ» άνοιξε για πρώτη φορά τις πύλες του το 1921, ως κινηματοθέατρο, με 2.000 θέσεις, πλατεία και μεγάλο εξώστη.

Τοπόσημα της πόλης και της σινεφίλ συνείδησης

Το 1933, κόντεψε να καεί ολοσχερώς. Μια δεύτερη πυρκαγιά, τον Ιούνιο του 1990, κατέστρεψε όλη την επένδυση που είχε κάνει μία χρονιά νωρίτερα ο Αλέξανδρος Σπέντζος, που διαχειριζόταν (μέχρι και σήμερα) τον χώρο ως σινεμά. Το σινεμά ξαναφτιάχτηκε και ανακαινίστηκε: 750 τεράστιες αναπαυτικές θέσεις, τοιχογραφίες του ζωγράφου Αγγελου Αντωνόπουλου, πρωτοποριακό τότε σύστημα ήχου Dolby SR κ.λπ. Την περίοδο της οικονομικής κρίσης, ολόκληρο το συγκρότημα άρχισε όμως να παρακμάζει και, το 2014, έκλεισε και το ομώνυμο εστιατόριο – ήταν κι αυτό σημείο αναφοράς του αθηναϊκού κέντρου. Σε αντίθεση με την πρόσοψη του κτιρίου, όπως και με τη χρήση του εστιατορίου, το σινεμά που στεγάζεται στο ισόγειο δεν είναι διατηρητέο.

Τοπόσημα της πόλης και της σινεφίλ συνείδησης

Την ιστορία του «Αστορ» είχε επισημάνει, ήδη από το 2015, η αγαπημένη μας συνάδελφος Χαρά Τζαναβάρα: «Το “Αστορ” έχει ενδιαφέρουσα προϊστορία. Στον ίδιο χώρο προϋπήρχε ένα χαμηλό κτίριο, στο οποίο από το 1908 έως το 1920 στεγάστηκε το περίφημο “Παλλάς”, που ήταν ο πρώτος χειμερινός κινηματογράφος της Αθήνας.

»Κατεδαφίστηκε στον Μεσοπόλεμο, για να κατασκευαστεί το μέγαρο Εφεσίου, στα υπόγεια του οποίου, το 1940, λειτούργησε το “Σινέ Νιους”, που πρόβαλλε διεθνή επίκαιρα, όπως μας πληροφορεί ο Δημήτρης Φύσσας στο έργο του “Τα σινεμά της Αθήνας – Ιστορίες αστικού τοπίου”, στο οποίο αποτυπώνει με συστηματικό τρόπο την ταυτότητα των 550 κινηματογραφικών αιθουσών που λειτούργησαν στην πρωτεύουσα από το 1896 ώς το 2013.

»Ο κινηματογράφος οφείλει τη γνωστή ώς τις ημέρες μας ονομασία του στον εκκεντρικό πολυεκατομμυριούχο Τζον Τζέικοπ Αστορ (1763-1845), ο οποίος ήταν ο δημιουργός του πρώτου εμπορικού τραστ στις ΗΠΑ. Παρά την αμερικανικής επιρροής ονομασία του, ο νέος κινηματογράφος λειτουργούσε υπό την αιγίδα της βρετανικής πρεσβείας, που στεγαζόταν στους πάνω ορόφους του κτιρίου, και για χρόνια πρόβαλλε μόνον ταινίες της λονδρέζικης εταιρείας “Eagle Lion”.

Τοπόσημα της πόλης και της σινεφίλ συνείδησης

»Ως “Σινέ Αστορ” εγκαινιάστηκε στις 24 Οκτωβρίου του 1947, με την προβολή της ιστορικής ταινίας “Μεγάλες προσδοκίες”, σε σκηνοθεσία του Ντέιβιντ Λιν, που βασίζεται στο γνωστό έργο του Κάρολου Ντίκενς. Ηταν υποψήφια για πέντε Οσκαρ και κέρδισε τελικώς δύο.

»Πολύ γρήγορα -και υπό τη διεύθυνση του επιχειρηματία Δ.Π. Σκούρα- απέκτησε μεγαλύτερο ρεπερτόριο και εντάχθηκε στις αίθουσες ταινιών πρώτης προβολής. Σε αυτό συνέβαλε η πολυτελής εξωτερική και κυρίως εσωτερική διακόσμηση, ενώ οι κινηματογραφικοί χώροι επεκτάθηκαν και έφτασαν να διαθέτουν 800 θέσεις, μαζί με τον εξώστη. Μάλιστα, ήταν η πρώτη αίθουσα που εγκαινίασε τις αριθμημένες θέσεις.

»Τα επιχειρηματικά προβλήματα είχαν ξεκινήσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ο κινηματογράφος έκλεισε το 1986 και λίγο αργότερα μετατράπηκε σε θέατρο που φιλοξένησε κατά καιρούς τους θιάσους του Νίκου Ρίζου και του Θύμιου Καρακατσάνη. Το 1990, επιστρέφει στις κινηματογραφικές προβολές, για να κλείσει λίγα χρόνια μετά και να ανοίξει πάλι το 2000, αυτή τη φορά ως αίθουσα με τρισδιάστατη εικόνα, αλλά μόνο για μια πενταετία».

Ο κινηματογράφος «Αστορ» δεν είναι διατηρητέος ως προς τη χρήση, βρίσκεται όμως εντός διατηρητέου κτιρίου, συνεπώς «όποια αλλαγή είναι υπό την αίρεση του υπουργείου Πολιτισμού», όπως είχε τονίσει πρόσφατα ο δήμαρχος Αθηναίων, Κώστας Μπακογιάννης.

Οσο για το «Αελλώ», έχει κηρυχθεί διατηρητέο νεότερο μνημείο, βάσει ΦΕΚ του ’95. Η χρήση της ταράτσας είναι επίσης διατηρητέα, ως θερινού κινηματογράφου, βάσει ΦΕΚ του ’97.

Και οι τρεις χώροι όπου στεγάζονται οι ιστορικοί κινηματογράφοι είναι ακίνητα που ανήκουν στην ιδιοκτησία του Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης e-ΕΦΚΑ (υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων). Η διοίκηση έχει αποφασίσει την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του φορέα, χωρίς όμως να έρθει, όπως φαίνεται, σε συνεννόηση με τους επαγγελματίες που στεγάζονται στους χώρους: Ούτε με την οικογένεια Σπέντζου ούτε με τον Ανδρέα Κονταράκη, ιδιοκτήτη του «Αστορ» και διανομέα κινηματογραφικών ταινιών της εταιρείας Weird Wave.

Βέβαια, τον περασμένο Νοέμβριο και μετά τον ντόρο που έγινε για την τύχη των σινεμά, το υπουργείο Εργασίας είχε ανακοινώσει:

«Σχετικά με τον κινηματογράφο Αελλώ, στην Πατησίων, δεν υφίσταται κανένα θέμα αλλαγής χρήσης του. Στόχος είναι η σύμβαση μίσθωσης να ανανεωθεί και η χρήση του ακινήτου να μην αλλάξει.

Αναφορικά με τον κινηματογράφο Αστορ, στην οδό Σταδίου, ήδη υλοποιείται ο σχεδιασμός του φορέα, προκειμένου η αίθουσα κινηματογράφου να μην αλλάξει χρήση, το υπόλοιπο κτήριο να αξιοποιηθεί από επενδυτή και να λειτουργήσει και ένα κατάστημα στο ισόγειο. Οι πρώτες μελέτες που ήδη έχουν υλοποιήσει οι αρμόδιες διευθύνσεις του e-ΕΦΚΑ δείχνουν πως κάτι τέτοιο είναι εφικτό.

Τέλος, αναφορικά με τον κινηματογράφο Ιντεάλ, εντοπίστηκαν στατικά προβλήματα σε ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα επί της Οδού Πανεπιστημίου 46. Την κατάσταση του κτιρίου επιδείνωσε η πρόσφατη πτώση τοίχου στην πίσω πλευρά του κινηματογράφου, όπου γειτνιάζει με το κτίριο του Ελληνικού Ωδείου, επί της Οδού Φειδίου, η οποία ανέδειξε και μια σειρά από κτιριακές επεμβάσεις που έχουν γίνει και οι οποίες χρήζουν αντιμετώπισης. Τόσο για τη συνολική αποκατάσταση του κτιριακού συγκροτήματος όσο και για την εκμετάλλευσή του, βρίσκεται ανοικτή διαδικασία εξεύρεσης επενδυτή…».

Είναι ανακουφιστικές αυτές οι διαβεβαιώσεις; Κρατάμε μικρό καλάθι.

Είναι ιστορικοί κινηματογράφοι, στους οποίους θα βρει κανείς εκείνες τις ταινίες που δεν μοιάζουν με μια απλή βόλτα στο σινεμά. Πρωτοεμφανιζόμενοι σκηνοθέτες, ευρωπαϊκός κινηματογράφος και έργα επιλεγμένα από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ διεθνώς έχουν δημιουργήσει εκεί σινεφίλ συνειδήσεις.

Και μπορεί το σινεφίλ κοινό να βρίσκει στις αίθουσες ένα περιβάλλον ελευθερίας και μια γλυκιά αίσθηση του «ανήκειν», αλλά στην κυνική πραγματικότητα και στα χαρτιά, οι παραπάνω χώροι αποτελούν απλώς ακίνητα που ανήκουν στην ιδιοκτησία του Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης e-ΕΦΚΑ (υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων).

Στα μέρη που μπορεί να έχεις δει ταινίες που σου άλλαξαν την ζωή, κάποιοι άλλοι ορέγονται μια εύπεπτη διασκέδαση, γεμάτη ξενοδοχειακές μονάδες και τουριστικά πολυκαταστήματα. Αραγε τι αντικρίζει πλέον κανείς όταν διασχίζει την οδό Σταδίου, στην οποία «Αττικόν» και «Απόλλων» παραμένουν κλειστοί εδώ και δέκα χρόνια;

Οι κινηματογράφοι «Εμπασσυ», στην Πατριάρχου Ιωακείμ, «Πτι Παλαί», στο Παγκράτι, και «Οσκαρ», στην Αχαρνών, χάθηκαν στη λήθη και παραμένουν ζωντανοί μόνο στις ψυχές των ανθρώπων. Οπως και τα ακόμα παλιότερα σινεμά της Σταδίου, ο «Εσπερος» και το «Σπλέντιτ», που έχουν πάψει να λειτουργούν από δεκαετίες.

Το Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας μπορεί να ενέκρινε ομόφωνα ψήφισμα της παράταξης «Ανοιχτή Πόλη» να κηρυχθούν διατηρητέοι οι ιστορικοί κινηματογράφοι «Ιντεάλ», «Αστορ» και «Αελλώ». Εκείνοι που οραματίστηκαν λουκέτα στα σινεμά όμως πόσο υψηλά ιστάμενοι είναι άραγε στα καλλιτεχνικά δρώμενα της χώρας;

«Ολόκληρη Αθήνα, να μην έχει κεντρικούς σινεμάδες;!.»

Ρωτήσαμε για το θέμα δύο σκηνοθέτες, τον Λευτέρη Χαρίτο και τον Γιάννη Οικονομίδη, έναν ηθοποιό ταυτισμένο (και) με σπουδαίες στιγμές του ελληνικού σινεμά, τον Δημήτρη Καταλειφό, τη δημιουργό της ελληνικής πλατφόρμας streaming ταινιών Cinobo, Δάφνη Μπεχτσή, τον άνθρωπο που συντηρεί με αγάπη τη διάσημη σινεφιλική του σελίδα στο facebook «O Χρήστος δεν μένει πια εδώ», Χρήστο Πολίτη, και την απόφοιτη της Σχολής Κινηματογράφου του Αριστοτέλειου Αλεξάνδρα Ρίμπα και μαντέψτε: όλοι με τον τρόπο τους διατύπωσαν την ίδια άποψη.

«Εχουμε δύο ώρες για να αλλάξουμε τις ζωές των ανθρώπων», έλεγε ο σπουδαίος Τζον Κασσαβέτης, περιγράφοντας την επίδραση του κινηματογράφου στις ψυχές των ανθρώπων. Αρκετός κόσμος πηγαίνει σινεμά αγοράζοντας εισιτήριο για μια ταινία και συνάμα εξιτήριο από τη δύσκολη πραγματικότητα που ίσως βιώνει.

Αν εν τέλει «Ιντεάλ», «Αστορ» και «Αελλώ» κηρυχθούν διατηρητέοι, η είδηση θα έχει έναν χαρακτήρα δικαίωσης αλλά και νίκης, κόντρα σε έναν διαρκή πόλεμο κατά της Τέχνης. Θα μοιάζει με φιάλη οξυγόνου στην ήδη αρκετά θολή πολιτιστική ατμόσφαιρα του τόπου. Εκείνοι που έσπευσαν να αγοράσουν λουκέτα, ας τα κρατήσουν στα ράφια των πολυτελών τους γραφείων.

Ας δούμε τι λένε άνθρωποι που η ζωή τους είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη (και την επιβίωση) της μεγάλης οθόνης:

Τοπόσημα της πόλης και της σινεφίλ συνείδησης

«Τα σινεμά δεν πρέπει να κλείσουν, γιατί σιγά σιγά, τα τελευταία χρόνια, η Αθήνα αλλάζει και χάνει τον χαρακτήρα της όσον αφορά τα πολιτιστικά της “στέκια”. Μου φαίνεται περιττό να επιχειρηματολογήσω γιατί οι κινηματογράφοι “Ιντεάλ” και “Αστορ”, που στέγασαν τα όνειρα πολλών από εμάς και εξακολουθούν να το κάνουν, θα πρέπει να υπάρχουν. Η έλλειψη των κινηματογράφων “Αττικόν” και “Απόλλων”, τα τελευταία χρόνια, είναι ένα τεράστιο πλήγμα στη ζωή της πόλης. Η πολιτιστική φτώχεια γίνεται όλο και πιο ορατή. Κάθε μεγάλη πρωτεύουσα χρειάζεται ζωντανούς κινηματογράφους και όχι λίγα ακόμα ξενοδοχεία και γραφεία.

»Εξάλλου, μιλάμε για δύο από τους τελευταίους κινηματογράφους της χώρας και όχι μόνο της Αθήνας. Η πόλη χρειάζεται αναβίωση και όχι γκρέμισμα. Ο κινηματογράφος περνάει κρίση και η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου μαζί με τα υπόλοιπα κινηματογραφικά σωματεία της χώρας κρούει τον κώδωνα. Μαζί με την αλλαγή του αστικού τοπίου θα έπρεπε να γίνει και αναβίωση κάποιων αιθουσών που αποτελούν στολίδια της Αθήνας».


Τοπόσημα της πόλης και της σινεφίλ συνείδησης

«Οι κινηματογράφοι δεν πρέπει να κλείσουν, γιατί πολύ απλά δεν πρέπει, δεν πρέπει, δεν πρέπει! Είναι αδιανόητο, είναι μέγα λάθος, είναι ασυγχώρητο. Ολόκληρη Αθήνα, να μην έχει κεντρικούς σινεμάδες;!… Τέλος! Τελειώσαμε! Βγήκανε τα σκοινιά και τα παλούκια πια!»


Τοπόσημα της πόλης και της σινεφίλ συνείδησης

«Η Ελλάδα οδηγείται με ταχύτατους ρυθμούς σε μια αποκλειστικά τουριστική χώρα, όλο και πιο αβίωτη για τους Ελληνες. Αν γκρεμιστούν και οι ελάχιστοι κεντρικοί κινηματογράφοι της πρωτεύουσας που έχουν απομείνει, το πλήγμα στην τέχνη του κινηματογράφου, στον πολιτισμό και τις ανθρώπινες σχέσεις θα είναι ανυπολόγιστο. Οφείλουμε όλοι να το εμποδίσουμε. Η κυβέρνηση επιβάλλεται να κηρύξει όλους τους κεντρικούς κινηματογράφους διατηρητέους».


ΔΑΦΝΗ ΜΠΕΧΤΣΗ ιδρύτρια και managing director της ελληνικής πλατφόρμας Cinobo

Ισως κάποιοι πίστευαν ότι ενδεχόμενο «λουκέτο» στα σινεμά θα ωφελούσε τις streaming πλατφόρμες, φέρνοντας περισσότερους συνδρομητές. Η δημιουργός του Cinobo, Δάφνη Μπεχτσή, απέχει πολύ μακριά από μια τέτοια σκέψη:

«Οι κινηματογράφοι δεν πρέπει να κλείσουν, γιατί τους έχουμε ανάγκη. Ως λάτρεις του σινεμά, ως θεατές που αναζητούμε ποιοτική διασκέδαση, ως εργαζόμενοι στον χώρο του κινηματογράφου και ως δημιουργοί και καλλιτέχνες. Γιατί θα μας λείψουν, αφού προσφέρουν μια εμπειρία αναντικατάστατη. Γιατί ταινίες που δεν χαρακτηρίζονται “εμπορικές” είναι ήδη συχνά αδύνατον να βρουν χώρο προβολής στο υπάρχον κύκλωμα αιθουσών ή βγαίνουν για μία εβδομάδα μόνο, πριν εξαφανιστούν για πάντα. Το κλείσιμο των αιθουσών αυτών θα σήμαινε 8 μήνες x 31 ημέρες x 3 προβολές x 3 αίθουσες = 2.232 προβολές λιγότερες στην αγορά. Κι αυτές οι προβολές προφανώς δεν θα κοπούν από το James Bond ή το Top Gun. Θα κοπούν από την προβολή ανεξάρτητων και καλλιτεχνικών ταινιών. Το κλείσιμο 3 αιθουσών από το υπάρχον κύκλωμα σημαίνει ~30 ανεξάρτητες ταινίες που δεν θα βρουν τον δρόμο τους στις αίθουσες και, εάν δεν υπήρχε το Cinobo, δεν θα έφταναν ποτέ στον Ελληνα θεατή.

Κυρίως, όμως, δεν πρέπει να κλείσουν, γιατί θα είναι ένα ακόμα βήμα προς τη λάθος κατεύθυνση, σε μια εποχή που το σινεμά έχει ανάγκη τη στήριξή μας. Η χειμερινή αίθουσα αντιμετωπίζει τεράστια απειλή. Ο αριθμός εισιτηρίων είναι τραγικά χαμηλός, ως αποτέλεσμα της κρίσης του κορονοϊού και της ακρίβειας, και από την άλλη το κόστος συντήρησης των αιθουσών έχει αυξηθεί υπέρογκα, λόγω του ΕΝΦΙΑ, των δημοτικών τελών και της μεγάλης αύξησης στο κόστος της ενέργειας (ψύξη, θέρμανση, εξαερισμός κοκ.). Δεν πρέπει μονάχα να μπει στοπ στον ΕΦΚΑ, αλλά πρέπει και η πολιτεία να πάρει άμεσα μέτρα, ώστε να προστατεύσει τη λειτουργία των αιθουσών αυτών. Να τις χαρακτηρίσει διατηρητέες και να προστατεύσει τη λειτουργία τους. Γιατί σε αυτές τις αίθουσες παράγεται πολιτισμός».


Τοπόσημα της πόλης και της σινεφίλ συνείδησης

Ο Γκοντάρ έλεγε ότι δεν θα έβλεπε ποτέ μια καλή ταινία για πρώτη φορά στην τηλεόραση. Τα κινηματογραφικά έργα πλάθονται για να προβάλλονται στις αίθουσες. Για να δημιουργούν μια σύμπνοια ανάμεσα σε άγνωστο μεταξύ τους κόσμο. Για να γεννούν στιγμές.

Λέει ο Χρήστος Πολίτης:

«Οι κινηματογράφοι δεν πρέπει να κλείσουν, γιατί πολύ απλά ο ζωτικός χώρος και ο κυρίως ο χρόνος που οι ταινίες βρίσκουν την ελευθερία να επικοινωνήσουν με το κοινό, στον βαθμό και στον τρόπο που τους πρέπει, είναι οι αίθουσες. Σε ένα αθηναϊκό κέντρο όπου το σινεμά αποτελεί είδος υπό εξαφάνιση, με ένα “Αττικόν” – “Απόλλων” να ρημάζει και να είναι μονάχα αποδέκτης υποσχέσεων δημάρχων και μπλαμπλάδων, εδώ και μια δεκαετία, τώρα ο κίνδυνος το “Ιντεάλ” και το “Αστορ” να εξαφανιστούν από τον αιθουσαρχικό χάρτη αποτελεί κίνδυνο-θάνατο για τη διαιώνιση του ίδιου του σινεμά και της απόλαυσής του. Χορτάσαμε καραντίνες και πλατφόρμες, τώρα ξανά -και για πάντα- ευκαιρία για σινεμά, με φτηνότερο ή ακριβότερο εισιτήριο. Αρκεί να υπάρχει αίθουσα διαθέσιμη για το εισιτήριο αυτό, γιατί, όταν μετά κάποιος θα θέλει να πάει σινεμά, δεν θα υπάρχει πια σινεμά. Και από μόνο του αυτό είναι στενάχωρο και πράγμα άγριο. Και, αν το “Αστορ” και το “Ιντεάλ” δεν θα μένουν πια εδώ, αυτό κι αν θα είναι άγριο».


Τοπόσημα της πόλης και της σινεφίλ συνείδησης

Μια γενιά που διψάει για σινεμά θέλει να συνεχίσει να αναζητά το φως της Τέχνης:

«Τα σινεμά δεν πρέπει να κλείσουν γιατί … “αν μπορούσαμε θα πηγαίναμε κάθε βράδυ”, όπως λέει και ένα αγαπημένο μου τραγούδι. Το σινεμά είναι οι άνθρωποί του, οι άνθρωποι που δουλεύουν για αυτό και γύρω από αυτό. Οι άνθρωποι που το αγαπούν βαθιά αλλά και οι άνθρωποι που απλώς το επισκέπτονται για το φως μέσα στο σκοτάδι. Ο Wim Wenders έχει πει, άλλωστε, πως οι ταινίες είναι κάτι που οι άνθρωποι βλέπουν σε όλο τον κόσμο, γιατί υπάρχει μια ανεξήγητη δύναμη/ανάγκη που τους ωθεί προς τα εκεί», λέει η Αλεξάνδρα.

Οι δύο ώρες που πιθανόν να αλλάξουν τις ζωές μας έστω και για 120 λεπτά πρέπει να μείνουν ανέγγιχτες. Μέσα σε μια βαθιά πολιτιστική κρίση που γεννά ερωτηματικά, το σινεμά πρέπει να συνεχίσει να δίνει απαντήσεις, να αγγίζει τις υπαρξιακές μας αναζητήσεις και να χαϊδεύει τις μεγαλύτερες ανησυχίες μας.