Πρόσφατη έρευνα της ερευνητικής υπηρεσίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου EPRS καταγράφει το πρόβλημα και παρουσιάζει τις δέκα σημαντικότερες αποφάσεις του ΔΕΕ, που αναγνωρίζουν ότι οι ρήτρες ελβετικού φράγκου μπορεί να θεωρηθούν καταχρηστικοί όροι των δανειακών συμβάσεων και ότι οι τράπεζες παραβιάζουν τις υποχρεώσεις σαφούς ενημέρωσης των δανειοληπτών τόσο με βάση την παλαιότερη οδηγία για την προστασία του καταναλωτή όσο και με βάση τη νεότερη 93/13 για τις δανειακές συμβάσεις. Η Ελλάδα είναι ανάμεσα στις 7 χώρες της Ε.Ε. (Ελλάδα, Κροατία, Ουγγαρία, Αυστρία, Πολωνία, Ρουμανία, Σλοβενία) με την ευρύτερη χρήση των δανείων αυτών. Η έρευνα διαπιστώνει:
«Για ορισμένο χρονικό διάστημα, σε ορισμένα κράτη-μέλη αυτά τα δάνεια έγιναν ο πιο δημοφιλής τύπος δανείου που χορηγήθηκε στους καταναλωτές. Προσδένοντας δάνεια σε σταθερό ξένο νόμισμα, οι τράπεζες θα μπορούσαν να δανείσουν περισσότερα χρήματα στον ίδιο καταναλωτή λόγω των χαμηλότερων επιτοκίων από εκείνα του ίδιου τύπου δανείου που εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα. Ωστόσο, όταν, ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η ισοτιμία μεταξύ του ελβετικού φράγκου και των εθνικών νομισμάτων (ευρώ, ζλότι, φιορίνι, κούνα κ.λπ.) εκτοξεύτηκε στα ύψη, οι καταναλωτές βρέθηκαν παγιδευμένοι.
Συχνά, έπρεπε να αποπληρώσουν έως και το διπλάσιο της αξίας του δανείου που είχαν λάβει και δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από τη δυσμενή σύμβαση πουλώντας απλώς το ακίνητο που είχαν αγοράσει, καθώς αυτό θα κάλυπτε μόνο ένα κλάσμα του χρέους τους. Ενώ ορισμένα κράτη-μέλη εφάρμοσαν μηχανισμούς με στόχο την προστασία των καταναλωτών και τον έλεγχο της κατάστασης, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ), που βασίζεται στη δυναμική ερμηνεία της οδηγίας για τις καταχρηστικές ρήτρες (93/13), έχει αποδειχθεί σημαντικός παράγοντας για την εξασφάλιση αποτελεσματικής προστασίας των καταναλωτών».
Σε γενικές γραμμές, οι αποφάσεις του ΔΕΕ δεν είναι εντελώς ενιαίες και δίνουν αποκλίνουσες ερμηνείες στην οδηγία για τις καταχρηστικές ρήτρες – προδικαστικά ερωτήματα εθνικών δικαστηρίων. Σε μια περίπτωση απεφάνθη ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να αλλάξει τους όρους της δανειακής σύμβασης, σε άλλη ότι αν η τράπεζα είχε γνώση του συναλλαγματικού κινδύνου και την απέκρυψε, θα μπορούσε να θεωρηθεί αθέμιτη πρακτική, σε τρίτη ότι το κράτος μπορούσε να νομοθετήσει. Σε όλες πάντως αναφέρεται ότι οι τράπεζες όφειλαν να προειδοποιήσουν τους πελάτες για τους κινδύνους σε απλή και κατανοητή γλώσσα.
Οπως προκύπτει από την έρευνα, από το 2011 και μετά η Πολωνία, η Κροατία, η Ουγγαρία, τελευταία η Γαλλία, και άλλες χώρες έχουν πάρει μέτρα προστασίας των δανειοληπτών νομοθετώντας.
Στη χώρα μας ο Αρειος Πάγος με την 948/2021 απόφασή του απέρριψε τη συλλογική αγωγή δανειοληπτών εναντίον συγκεκριμένης τράπεζας που είχε μεγάλο όγκο δανείων σε ελβετικό φράγκο. Αυτό όμως δεν ήταν το χειρότερο: το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα να σταλούν νέα προδικαστικά ερωτήματα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, απόφαση που έχει τη σημαντική συνέπεια ότι κλείνει τον δρόμο που σε πολλές άλλες χώρες οδήγησε σε νομοθετικές ρυθμίσεις των κυβερνήσεων υπέρ των δανειοληπτών. Τώρα, ο δρόμος που απομένει είναι η απευθείας προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ετσι στη χώρα μας καμία δημόσια αρχή δεν ασχολήθηκε ούτε ασχολείται με ένα οξύ πρόβλημα που αφορά 200.000 ανθρώπους…
Ο νέος «γρίφος»: από το LIBOR στο SARON
Και ενώ η «οδύσσεια» των δανειοληπτών συνεχίζεται, ένα νέο ζήτημα ανέκυψε: στις 5 Μαρτίου του 2021 οι αρμόδιες βρετανικές αρχές ανακοίνωσαν την παύση όλων των εκδόσεων του CHF LIBOR, του επιτοκιακού δείκτη αναφοράς των δανείων σε ελβετικό φράγκο, στο τέλος του 2021. Η Κομισιόν επιλήφθηκε του ζητήματος και όρισε «υποκατάστατο» του CHF LIBOR, τον άγνωστο έως σήμερα SARON, έναν δείκτη που βασίζεται πάνω στο ελβετικό φράγκο.
Ο σχετικός κανονισμός εξηγεί γιατί η μη ύπαρξη «υποκατάστατου» του υπό κατάργηση LIBOR θα είχε σοβαρές συνέπειες: θα προκαλούσε ανασφάλεια δικαίου, δικαστικές διαμάχες, αδυναμία εκπλήρωσης σε ευρεία κατηγορία συμβάσεων (λογαριασμούς ταμιευτηρίου, ενυπόθηκα και λοιπά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων καταναλωτικής πίστης και των δανείων σε μικρές επιχειρήσεις), ακόμη και χρηματοπιστωτική αστάθεια στην Ε.Ε.! Και ενώ ήταν ανοιχτά τέτοια σημαντικά ζητήματα σχετιζόμενα με τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, καμία ελληνική δημόσια αρχή δεν ασχολήθηκε και –για ακόμη μία φορά– οι συστημικές τράπεζες… απαξίωσαν να ενημερώσουν τους δανειολήπτες τους!
Οι ευρωπαϊκές και ελβετικές νομισματικές αρχές τα βρήκαν σκούρα προσπαθώντας να χτίσουν τον νέο δείκτη SARON, ώστε να μη διαταραχθεί το status των υπαρχουσών συμβάσεων σε CHF LIBOR. Ελπίζουν ότι τα έχουν καταφέρει και ότι η μετάβαση στον νέο δείκτη από 1/1/2022 δεν θα φέρει αναταράξεις.
Οι πολύπαθοι Ελληνες δανειολήπτες, με τη σειρά τους, ελπίζουν να μη διαψευστούν οι… ελπίδες των νομισματικών αρχών, εν αναμονή της… συμπεριφοράς του SARON στις αγορές.
Η Κομισιόν απαντά στην «Εφ. Συν.» για τη μετάβαση στο νέο επιτόκιο βάσης
Θέσαμε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το ερώτημα για το πώς έχει προετοιμαστεί για την κατάργηση του επιτοκίου αναφοράς Libor, συνδεδεμένου με σκάνδαλα χειραγώγησης, αλλά και «συνιστώσας» της αμαρτωλής ιστορίας των δανείων σε ελβετικό φράγκο. Η απάντησή της συνοψίζεται ως εξής:
«Τα επιτόκια αναφοράς, όπως το libor, είναι επιτόκια προσβάσιμα στο κοινό. Αποτελούν τη βάση για μια σειρά από χρηματοοικονομικές συμβάσεις, όπως στεγαστικά δάνεια, τραπεζικές υπεραναλήψεις και άλλες πιο περίπλοκες χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Δυο επιτόκια αναφοράς –τα CHF LIBOR και EONIA– θα πάψουν να ισχύουν στο τέλος του 2021. Δεδομένου ότι θα υπάρχουν ακόμη εκκρεμείς συμβάσεις που αναφέρονται στο CHF LIBOR, η Επιτροπή έχει λάβει μέτρα για να διασφαλίσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, καθώς και να παρέχει βεβαιότητα για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Εχει ορίσει ως επιτόκια αντικατάστασης του λονδρέζικου διατραπεζικού επιτοκίου ελβετικού φράγκου Λονδίνου (CHF LIBOR) από 1/1/2022 το νέο επιτόκιο αναφοράς σε ελβετικό φράγκο SARON.
Η αντικατάσταση θα είναι αυτόματη και οι δανειακές συμβάσεις μπορούν να συνεχιστούν χωρίς την ανάγκη παρέμβασης από τα συμβαλλόμενα μέρη. Ωστόσο, τα μέρη –τράπεζες και δανειολήπτες– μπορούν ακόμα να επιλέξουν επαναδιαπραγμάτευση των δανειακών συμβάσεων. Εφόσον το επιλέξουν δεν ισχύει η νόμιμη, αυτόματη αντικατάσταση του libor από το Saron. Η Επιτροπή ενθαρρύνει τις εθνικές αρχές να συνεργαστούν με τους καταναλωτές, τους επενδυτές και τις επιχειρήσεις για να εξηγήσουν περαιτέρω τις επιπτώσεις της αντικατάστασης». Το γεγονός ότι για όσα υποδεικνύει η Επιτροπή ούτε η κυβέρνηση ούτε οι τράπεζες έχουν πει λέξη στους 70.000 δανειολήπτες για την επικείμενη αλλαγή μόνο ανησυχία μπορεί να τους εμπνέει. Και απόλυτα δικαιολογημένα.
