Οι επέτειοι κάποιους κουράζουν και τις προσπερνάνε αδιάφοροι θαρρώντας ότι έχουν μέσα τους καλά τακτοποιημένα και λυμένα τα ζητήματα που θέτουν. Αλλοι πάλι έχουν το μυαλό τους σε χαρές και πανηγύρια και συνήθως γεμίζουν τη μέρα με κούφια λόγια. Να, όμως, που καμιά φορά έρχεται μια επέτειος που επιβάλλεται και στον μεγαλύτερο αρνητή του σπορ.
Γιατί φωτίζει όχι μόνο το ίδιο το γεγονός, που σβήνει τα κεράκια του, αλλά ολόκληρη τη χώρα, τις αδυναμίες της, τις αρετές της και, κυρίως, τις δυνατότητές της. Γιατί δεν πανηγυρίζει σώνει και καλά κάτι φθαρμένο και ανυπόστατο, αλλά κάτι ακμαίο, ζωντανό, που καμιά ανάγκη από δοξαστικά και ενέσεις υπενθύμισης δεν έχει.
Είναι ακριβώς η περίπτωση του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ξεκίνησε την Πέμπτη η 60ή διοργάνωσή του με αρκετά εορταστικό κλίμα, όχι πάντως τίποτα υπερβολές. Ταιριάζει αυτή η μετριοπάθεια στο φεστιβάλ. Εδώ και αρκετά χρόνια, από το 1992 που έγινε διεθνές (κι ας μη φαίνεται στον τίτλο του), διάγει βίον ανθόσπαρτο, ήρεμο, πολιτισμένο, λαμπρό.
Με μόνα σημάδια… κακοπέρασης τους μαύρους κύκλους στα μάτια των σινεφίλ από την υπερβολική έκθεση στο σκοτάδι των αιθουσών. Εγινε, δηλαδή, φεστιβάλ φεστιβαλένιο, σαν όλα του κόσμου τούτου, αφήνοντας πίσω του ένα παρελθόν με πολλές ένδοξες, βέβαια, και σημαντικές στιγμές, αλλά και με ακόμα περισσότερες δυσάρεστες και μαύρες. Κι ας ήταν ντυμένες στα γαλανόλευκα.
60 χρόνια Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
Με λίγα λόγια, η διεθνοποίηση του φεστιβάλ και ο «περιορισμός» των ελληνικών ταινιών σε δικό τους τμήμα, που σταδιακά έχασε τα επίσημα (και χρηματικά) βραβεία του, έφερε στην κάποτε οργίλη, με σηκωμένη γροθιά και γεμάτη «συντεχνιακή» υπερηφάνεια ελληνική εκδήλωση τους ανοιχτούς ορίζοντες και τον κοσμοπολιτισμό που πάντα ονειρευόταν και ο Παύλος Ζάννας.
Ο εμπνευστής του φεστιβάλ, αυτού που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1960 ως 1η Εβδομάς Ελληνικού Κινηματογράφου. Μην ξεχνάμε ότι για κάμποσα χρόνια υπήρχε και παλιά διεθνές τμήμα, έρχονταν και φοβεροί σταρ (από τον Βολοντέ και τον Τονιάτσι μέχρι τον Ζαν-Κλοντ Καριέρ και τον Αντρέι Βάιντα). Αλλά στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της εποχής, που τόσο μας συγκινεί πάντα να χαζεύουμε, κυριαρχούσε το ντόπιο σταρ σίστεμ (η Βουγιουκλάκη και ο Τζέιμς Πάρις, που έκανε και μεγάλο ντόρο). Μέχρι που ήρθε η χούντα, η καταπίεση, και ο νέος ελληνικός κινηματογράφος σήκωσε κεφάλι.
1967-1973: Τα ένδοξα χρόνια
Το σκοτάδι και η λογοκρισία βαραίνουν το φεστιβάλ, αλλά οι δρόμοι του σινεμά έχουν το δικό τους φως. Το λένε Αγγελόπουλο και Δαμιανό και Βούλγαρη και Μαρκετάκη. Τι κι αν ταινίες κόβονται, τι κι αν η «Ανταρσία των 10» «κλέβει» το βραβείο σκηνοθεσίας από την «Αναπαράσταση» και ο «Παπαφλέσσας» από την «Ευδοκία»; Η ρήξη με το παλιό σινεμά έχει γίνει, ακόμα κι αν συνυπάρχει στο ίδιο πρόγραμμα ο Τάκης Κανελλόπουλος με τον Ομηρο Ευστρατιάδη.
1974-1981: Η αυτοκρατορία των σκηνοθετών
Μεταπολίτευση. Οι νόμοι θέλουν αλλαγές, οι λογοκριμένες ταινίες, βλέπε «Κιέριον», απαιτούν να προβληθούν, οι κομμένοι σκηνοθέτες διοργανώνουν «αντι-φεστιβάλ», τα σωματεία εξεγείρονται, ο Κακογιάννης μηνύει την οργανωτική επιτροπή που προβάλλει (και βραβεύει) την «Ιφιγένεια» χωρίς την έγκρισή του, κριτικές επιτροπές δεν βρίσκουν ταινίες του γούστου τους και δεν δίνουν όλα τα βραβεία.
Κάποιοι αρχίζουν να μουρμουρίζουν: «Η διεθνοποίηση είναι μια κάποια λύση». Αλλά, ευτυχώς, υπάρχουν ο Παπαστάθης, η Λιάππα, ο Βαφέας, η Αγγελίδη, ο Πανουσόπουλος, ο Χριστοφής, ο Νικολαΐδης. Ανάσες τέχνης και δημιουργίας σε ένα κλίμα πολεμικό, δικαιωματικό. Και στη μέση να ξεπετιέται ο «β’ εξώστης», που έχει αρχίσει να καβαλάει καλάμι. Που από συμμετοχικό και με άποψη κοινό, εξελίσσεται σε Προκρούστη των ταινιών, δυνάστη των σκηνοθετών και φουρνέλο στα θεμέλια του φεστιβάλ.
1982-1990: Τα πέτρινα χρόνια
Η χαρά του ρεπόρτερ που δεν ξέρει ποιον χαμό να πρωτομεταφέρει στην εφημερίδα του – σάιτ δεν υπήρχαν τότε. Η φθορά και η παρακμή ολοκληρώνονται με μεγάλους σκηνοθέτες (σαν τον Παναγιωτόπουλο, τη Μαρκετάκη και τον Τσεμπερόπουλο) να μη στέλνουν τις ταινίες τους, μέλη της κριτικής επιτροπής να διαχωρίζουν με φασαρία τη θέση τους από τα βραβεία (βλέπε Ραφαηλίδης, που δεν του άρεσε η «Ρεβάνς»), ιστορικές πια ταινίες σαν το «Δέντρο που πληγώναμε» του Αβδελιώδη να κόβονται από το διαγωνιστικό, οι «μικρομηκάδες» να γίνονται σταρ με το δικό τους αντιφεστιβάλ και το μίσος τους για το Φεστιβάλ Δράμας που τότε γεννιόταν, διευθυντές του φεστιβάλ (Ρεντζής-Τύρος) να παραιτούνται ο ένας μετά τον άλλο και να αναλαμβάνει τελικά τα ηνία ηγετική συνδικαλιστική φιγούρα του χώρου, ο Γρηγόρης Δανάλης.
Κι όλα αυτά ενώ έχει πια ψηφιστεί ο κινηματογραφικός νόμος της Μελίνας, το ελληνικό σινεμά έχει τσάρο τον ακαταμάχητο Μάνο Ζαχαρία και γυρίζονται ταινιάρες σαν τα «Πέτρινα Χρόνια», το «Λούφα και Παραλλαγή», τη «Φωτογραφία» (που όμως σνομπάρεται από την κριτική επιτροπή στα βραβεία), τον «Θεόφιλο», το «Singapore Sling», τον «Ερωτα στη χουρμαδιά».
Το ελληνικό σινεμά είναι αλήθεια ότι παλεύει, με τη διανομή και το κοινό να του γυρνάνε την πλάτη, και σχεδόν ζει και αναπνέει μόνο αυτές τις εφτά μέρες στη Θεσσαλονίκη. Το πλήρες αδιέξοδο. Κάτι σκελετοί κρέμονται από τον αχαλίνωτο πια β’ εξώστη, κάποιες ταινίες-διαμάντια προβάλλονται μέσα σε ακατανόητα γιούχα ή γίνονται χλευαστικά συνθήματα («Δοξόμπους»). Και η μιζέρια πιάνει πάτο.
1991: Ο Μισέλ Δημόπουλος έρχεται
Ο Μισέλ Δημόπουλος επιλέχτηκε για διευθυντής του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με πρόεδρο τον Θόδωρο Αγγελόπουλο επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, με υπουργό Πολιτισμού την Ντόρα Μπακογιάννη. Είχε προηγηθεί, όμως, ένας σύμβουλος κινηματογραφίας στο ΥΠΠΟ, ο Απόστολος Δοξιάδης, αποφασισμένος ότι η διεθνοποίηση του θεσμού ήταν η μόνη λύση, το μόνο βήμα μπροστά που θα το αποδέσμευε από το φαύλο παρελθόν.
Εξέλιξη εκσυγχρονιστική και τολμηρή για την εποχή, που τα παραδοσιακά κινηματογραφικά σωματεία είχαν ακόμα δύναμη και επέμεναν στην ελληνικότητά του, θεωρώντας το φεστιβάλ ως δικαίωμά τους, ακόμα μια επιβεβλημένη κρατική στήριξη. Η διάσπαση, όμως, της Εταιρείας Σκηνοθετών και η δημιουργία ενός νέου και σήμερα παντοδύναμου σωματείου, της Ενωσης Σκηνοθετών-Παραγωγών Ελληνικού Κινηματογράφου (ΕΣΠΕΚ), που συγκέντρωσε γρήγορα όλους τους ενεργούς, δυναμικούς δημιουργούς, άλλαξε τους συσχετισμούς.
Η νέα γενιά έβλεπε με καλό μάτι τη διεθνοποίηση, ήταν έτοιμη να ανοιχτεί, να ξεφύγει από το γκέτο. Ακόμα και έτσι πάντως, οι Δημόπουλος-Δοξιάδης δεν είχαν εύκολη δουλειά, δέχτηκαν πόλεμο. Σημαίες ανεβοκατέβαιναν τουλάχιστον τα δύο πρώτα χρόνια του νέου φεστιβάλ. Αλλά το ποτάμι δεν γύριζε πίσω. Το 1991 έγινε το τελευταίο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου. Τέρμα και η (γλυκιά αλλά) μίζερη Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών.
1992 μέχρι σήμερα: A star is born
Μέσα σε λίγα μόνο χρόνια μια μεταμόρφωση, ένα θαύμα έγινε στη Θεσσαλονίκη, που δεν κλείνει σε λίγες λέξεις, αλλά ευτυχώς είναι κοντινό μας, το θυμόμαστε. Σιγά και σταθερά, το διεθνές πια φεστιβάλ, με τους Χρυσούς Αλέξανδρους, χωρίς εξώστες, γιούχα και συνδικαλιστικά τερτίπια, απέκτησε χώρους λαμπρούς, «Ολύμπιον» και Αποθήκες στο λιμάνι, άψογο επαγγελματικό προφίλ, Αγορά, κοινό πυκνό και φανατικό, τμήματα παράλληλα, σαν τους θρυλικούς πια «Ανοιχτούς Ορίζοντες» του Δημήτρη Εϊπίδη, αφιερώματα σοβαρά και πλήρη.
Το ανεξάρτητο σινεμά βρήκε το ελληνικό του στέκι, η Θεσσαλονίκη μπήκε στον διεθνή χάρτη των φεστιβάλ. Σταρ, οι μεγαλύτεροι και σημαντικότεροι, ήρθαν, όχι για ταξιδάκι αναψυχής, αλλά και για συζητήσεις, μάστερ κλας, εκθέσεις. Λόουτς, Κιαροστάμι, Χάνεκε, ολόκληρη η οικογένεια Κόπολα, Οσιμα, Μπερτολούτσι, Σαμπρόλ, Ντενέβ, Γκιτάι, Ριπστάιν, Μπέλα Ταρ, μια κανονική εγκυκλοπαίδεια της έβδομης τέχνης. Σκηνοθέτες αναδείχθηκαν, όπως ο Πάβελ Παβλικόφσκι.
Η διοργάνωση ευτύχησε να περάσει, μετά τον Δημόπουλο, σε καλά χέρια, όσο κι αν η ακατανόητη αποπομπή του (μαζί με τον Τεό) το 2004 από τον Πέτρο Τατούλη προκάλεσε διεθνή σάλο. Η Δέσποινα Μουζάκη, ο Δημήτρης Εϊπίδης, ο Ορέστης Ανδρεαδάκης διατήρησαν και εμπλούτισαν τη φιλοσοφία Δημόπουλου.
Και το ελληνικό σινεμά;
Βγήκε κερδισμένο, κι ας μην έχει επίσημα βραβεία. Οι ταινίες ανεβαίνουν σχεδόν όλες και γεμίζουν τις αίθουσες σε αλλεπάλληλες προβολές. Οι σκηνοθέτες μπορούν να βρουν στήριξη στο φεστιβάλ, χάρη στις διαδικασίες της Αγοράς, από τα πρώτα βήματα της ιδέας τους: συμπαραγωγούς, διανομείς.
Ισότιμα με όλους τους άλλους. Τους ξένους και ταλαντούχους. Είναι σκληρός κόσμος το σινεμά. Δεν θέλει ανούσιες εθνικές γιορτές και προστατευτισμούς, αλλά δύναμη και εφόδια να ανοιχτείς στο πέλαγος.
