Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

 Δεν αρκεί μία μέρα, όπως αυτή που προτάθηκε πριν από περίπου έναν αιώνα (1910) από τη Γερμανίδα κομμουνίστρια Κλάρα Τσέτκιν και υιοθετήθηκε πριν από 42 χρόνια από τον ΟΗΕ για τα δικαιώματα και τους αγώνες των γυναικών. Δεν αρκεί για να μιλήσουμε για τη βία που υφίστανται· βία που δεν γνωρίζει σύνορα ούτε γεωγραφικά ούτε οικονομικά ούτε πολιτισμικά. Δεν αρκεί μια απαρίθμηση των επιτευγμάτων τους. Δεν αρκεί…

Δεν αρκεί ούτε μια παράθεση του αγώνα τους. Γιατί αυτός ο αγώνας δίνεται κάθε μέρα, κάθε λεπτό. Και είναι πολύπλευρος. Τον δίνουν οι γυναίκες σε όλον τον πλανήτη. Αγώνας επιβίωσης ενάντια σε πολλούς πολέμους: στρατιωτική κατοχή, αθέλητος ξεριζωμός, οικονομική ανισότητα, πατριαρχική βία, πολιτικός εκφασισμός.

Και καμία μέρα δεν μπορεί να συμπυκνώσει τον αγώνα των γυναικών, που κρατά ζωντανή την ελπίδα για το μέλλον που ονειρευόμαστε.

Οψεις αυτού του αγώνα, της καθημερινής αντίστασης των γυναικών σε όλον τον κόσμο, επιχειρούμε να φωτίσουμε σήμερα.

Τις Παλαιστίνιες γυναίκες, που επιμένουν να ζουν στα σπίτια τους που η ισραηλινή κατοχή και οι επεκτεινόμενοι εποικισμοί έχουν μετατρέψει σε φυλακές στη Χεβρώνα, για να μην τα αφήσουν στα χέρια αυτών που τα επιβουλεύονται.

Τις Ισραηλινές, που διεκδικούν μια δίκαιη ειρήνη στα κατεχόμενα και αντιμετωπίζουν την εχθρότητα της κοινωνίας τους.

Τις Βραζιλιάνες φεμινίστριες, που οργανώνονται και αντιστέκονται στον κίνδυνο εκφασισμού που εκπροσωπεί ο νεοεκλεγμένος πρόεδρος.

Τις Πολωνές, που ξεσηκώνονται για την υπεράσπιση των αναπαραγωγικών τους δικαιωμάτων.

Τις Μπανγκλαντεσιανές εργάτριες στη βιομηχανία της ένδυσης, που συμμετέχουν μαζικά σε συνδικάτα για τα στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα.


Αντίσταση στους εποίκους στη Χεβρώνα

Καμιά φορά η αντίσταση παίρνει αναπάντεχες μορφές. Οπως απλώς το να υπάρχεις εκεί όπου ο εχθρός θέλει να σε εξαφανίσει. «Είναι σαν να είμαι φυλακισμένη στο σπίτι μου», λέει στην «Εφ.Συν.» η Γουισντάν Ζιάντα από τη Χεβρώνα. Ζει στην οδό Σουχάντα, εκεί όπου τα μπαλκονάκια των Παλαιστινίων με πρόσοψη στον δρόμο, που άλλοτε έσφυζε από ζωή, είναι συρματοπλεγμένα, θυμίζοντας κλουβιά.

«Η Σουχάντα έκλεισε σταδιακά, αφότου τον Φεβρουάριο του 1994 ένας ακροδεξιός Ισραηλινός έποικος σκότωσε 29 και τραυμάτισε 125 μουσουλμάνους που προσεύχονταν στο τζαμί Ιμπραχίμι. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο αδερφός μου. Εκτοτε δεν έκλεισε απλώς ο πιο εμπορικός δρόμος στο κέντρο της πόλης για μας τους Παλαιστίνιους, αλλά εντάθηκε και η επιθετικότητα των εποίκων, τους οποίους προστατεύει ο στρατός κατοχής», συνεχίζει.

Σήμερα, για να πάει στην αγορά, να επιστρέψει σπίτι της, να επισκεφτεί τον γιατρό, ακόμη και για να πάνε τα παιδιά της σχολείο ή στη δουλειά τους πρέπει να περάσουν από ελέγχους, αφού μόνο στους καταγεγραμμένους κατοίκους επιτρέπεται να περάσουν από τη Σουχάντα. Με ό,τι κινδύνους αυτό περικλείει. Οχι, δεν σκέφτηκε ποτέ να εγκαταλείψει το σπίτι της, «για να μην το πάρουν έποικοι»…

«Είμαι η Zleikha Muhtaseb, από την παλιά πόλη της Χεβρώνας. Το σπίτι μας βρίσκεται στην οδό Σουχάντα, τον πιο σημαντικό δρόμο στη Χεβρώνα, που συνδέει το βόρειο τμήμα της πόλης με το νότιο. Αλλά όχι πια. Στο παρελθόν ήταν γεμάτη επιχειρήσεις και ανθρώπους… αλλά τώρα είναι πραγματικά νεκρή.  Το κλείσιμο του δρόμου επηρέασε την οικονομία, την κοινωνική ζωή των ανθρώπων… Είμαστε περιτριγυρισμένοι από τον ισραηλινό στρατό. Για μένα δεν είναι p.e.a.c.e. [ειρήνη], είναι p.i.e.c.e. [κομμάτι]. Ενα κομμάτι του Ισραήλ εδώ, ένα κομμάτι του Ισραήλ εκεί, ένα κομμάτι της Παλαιστίνης εδώ κι εκεί. Τεμαχισμός της Δυτικής Οχθης. Αυτή είναι η ειρήνη για την οποία μιλούσαν οι Ισραηλινοί και άλλη η ειρήνη για την οποία μιλούσαν οι Παλαιστίνιοι…».

Αυτή είναι μία από τις μαρτυρίες γυναικών στο ντοκιμαντέρ τού «Μωβ» και της FemArtAct «Peace vs Piece», που εστιάζει στη σκληρή καθημερινότητα και τον αγώνα των Παλαιστινίων γυναικών στη Χεβρώνα, την κατακερματισμένη πόλη, με θύλακες από γειτονιές Παλαιστινίων που προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα ανάμεσα σε αποκλεισμούς από στρατιωτικές βάσεις και επεκτεινόμενους εποικισμούς.

Το γύρισαν η Αλεξία Τσούνη (έρευνα/σκηνοθεσία) σε συνεργασία με τον Γιώργο Γιαννόπουλο (φωτογραφία/μοντάζ) στη διάρκεια των αποστολών τού «Μωβ» στην Παλαιστίνη και στο Ισραήλ πέρυσι, με αφορμή την τραγική επέτειο των 70 χρόνων από τη «Μεγάλη Καταστροφή» για τους Παλαιστίνιους το 1948.

Επ’ ευκαιρία της προβολής του, καθώς συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από εκείνη τη σφαγή στη Χεβρώνα, επισκέφτηκε τη χώρα μας, εκτός από τη Γουισντάν, αντιπροσωπεία της παλαιστινιακής οργάνωσης Νεολαία Ενάντια στους Εποικισμούς (Youth Against Settlements). Μας μίλησαν για την ειρηνική εκστρατεία με αίτημα να ανοίξει ξανά η Σουχάντα, ο κεντρικός δρόμος που οδηγούσε στην αγορά και στον σταθμό των λεωφορείων που σήμερα είναι στρατιωτική βάση, με τα εκατοντάδες μαγαζιά κάποτε, νεκρή ζώνη σήμερα που διχοτομεί την πόλη.

«Η καμπάνια “Ανοίξτε την Οδό Σουχάντα” ζητά να ανοίξει πάλι ο δρόμος, καθώς οι Ισραηλινοί και οι Διεθνείς επιτρέπεται να την περπατούν, αλλά όχι οι Παλαιστίνιοι και οι άνθρωποι που ζουν στη Χεβρώνα», μας λέει ο Μωχάμαντ Αμρο γι’ αυτήν την πρωτοβουλία που ξεκίνησε πριν από 9 χρόνια. Προσπαθεί να μας εξηγήσει δείχνοντάς μας έναν χάρτη με διάφορα χρώματα σε συνοικίες και στίγματα που δείχνουν διάσπαρτους εποικισμούς, στρατιωτικές βάσεις, γειτονιές Παλαιστινίων.

Η Χεβρώνα, διαβάζουμε στο Γουικιπίντια, η μεγαλύτερη πόλη της Δ. Οχθης, χωρίζεται σε δύο τομείς: τον Η1 υπό παλαιστινιακό έλεγχο και τον Η2 υπό ισραηλινό έλεγχο, που αποτελεί το 20% της πόλης και σύμφωνα με την απογραφή του 2007 είχε 163.146 κατοίκους, από τους οποίους περίπου 500 ήταν Ισραηλινοί έποικοι. «Και περίπου 1.500 στρατιώτες για να προστατεύουν τους εποίκους», συμπληρώνουν οι συνομιλητές μας, μιλώντας για το πόσο δυσκολεύει τη ζωή όλων των Παλαιστινίων η συνεχής επέκταση του εποικισμού, η επιθετικότητα των εποίκων, που φυσικά οπλοφορούν από μικρές ηλικίες, η στρατιωτικοποίηση της καθημερινότητας. «Εμείς ζούμε υπό καθεστώς στρατιωτικού νόμου και οι έποικοι υπό καθεστώς του αστικού νόμου. Δεχόμαστε προσβολές και επιθέσεις και δεν έχουμε το δικαίωμα ούτε να αντιδράσουμε…».

Βραζιλία: ενωμένες κατά του Μπολσονάρο και του φασισμού

Η Μαριέλε Φράνκο, δημοτική σύμβουλος του Ρίο ντε Τζανέιρο, γυναίκα, μαύρη, λεσβία, ακτιβίστρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κάτοικος μιας από τις παραγκουπόλεις που στοιχειώνουν τη βραζιλιάνικη κοινωνία, δολοφονήθηκε πέρσι τον Μάρτιο, μέσα στο ζοφερό κλίμα της νομιμοποίησης της παρακρατικής βίας που εξαπέλυε η προεκλογική εκστρατεία του ακροδεξιού πρώην λοχαγού και νοσταλγού της δικτατορίας Ζαΐρ Μπολσονάρο.

Σύμβολο της νέας αντίστασης κατά του εκφασισμού, η φωτογραφία της κατέκλυσε την κινητοποίηση της 29ης Σεπτεμβρίου, όταν εκατομμύρια γυναίκες κατέβηκαν στους δρόμους της Βραζιλίας διαδηλώνοντας κατά του ακροδεξιού πρώην λοχαγού Ζαΐρ Μπολσονάρο κάτω από τη σημαία του κινήματος «#EleNão» (Οχι αυτός).

Βραζιλιάνες στον δρόμο ενάντια στον φασίστα, μισογύνη Μπολσονάρο

Λίγες ημέρες πριν, ομάδα γυναικών δημιούργησε στο facebook τον λογαριασμό «Γυναίκες Ενωμένες κατά του Μπολσονάρο» (που σήμερα έχει περισσότερα από 4 εκατ. μέλη) και χρησιμοποιώντας το χάσταγκ #EleNão κάλεσαν σε μια μεγάλη αντιφασιστική διαδήλωση.

«Στις 29 ενωνόμαστε όλες οι γυναίκες σε μόνο μία φωνή για να πούμε “όχι” στις διακρίσεις, στις προκαταλήψεις, στην ομοφοβία, στους μισογύνηδες, σε όσους θέλουν να μας αποκλείσουν κοινωνικά. Αγωνιζόμαστε για τη δημοκρατία. Θέλουμε μια κοσμική χώρα που να υπερασπίζεται τα δικαιώματά μας, που να μας προσφέρει συνθήκες αξιοπρεπούς δουλειάς και ζωής, ισότητα ευκαιριών και που να σέβεται τη διαφορετικότητα».

Η απειλή του νεοφασισμού που εκπροσωπεί ο εκλεγμένος πλέον πρόεδρος της Βραζιλίας και η άμεση ανάγκη προάσπισης της δημοκρατίας οδήγησαν στη μεγαλύτερη διαδήλωση γυναικών που γνώρισε ποτέ η χώρα, σηματοδοτώντας και ένα σημείο καμπής για τον λατινοαμερικανικό φεμινισμό, όπως έλεγε στο BBC η ιστορικός Ρεγκίνα Ζαρντίμ.

Εκεί βρέθηκαν εργαζόμενες και άνεργες, φοιτήτριες και νοικοκυρές, μαύρες και ιθαγενείς, διανοούμενες και άστεγες. Δίνοντας ορατότητα στις επιμέρους μάχες των γυναικών κατά της ανδροκρατικής βίας, για τον σεβασμό της διαφορετικότητας και των ερωτικών προτιμήσεων, κατά της ανισότητας, της φτώχειας, της ανεργίας και της επισφάλειας, της λεηλασίας των φυσικών πόρων, του εκτοπισμού των ιθαγενών, της λιτότητας και των περικοπών, της αστυνομικής καταστολής και της δράσης των παραστρατιωτικών, έδιναν συνάμα το στίγμα του ολοκληρωτικού πολέμου που διεξάγουν κατά του νεοφασιστικού νεοφιλελεύθερου οράματος του Μπολοσνάρο. Αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του νέου γυναικείου κινήματος που διαμορφώνεται στη Βραζιλία.

Ξέρουν ότι η μάχη είναι δύσκολη και άνιση. Το νέο Κογκρέσο είναι το πιο συντηρητικό των τελευταίων δεκαετιών και μπορεί η εκπροσώπηση των γυναικών να αυξήθηκε από 10% σε 15%, αλλά οι περισσότερες νεοκλεγμένες βουλευτίνες ανήκουν στο στρατόπεδο που στηρίζει τον Μπολσονάρο, δηλώνει η 33χρονη Ταλίρια Πετρόνε.

Γυναίκα, μαύρη, φεμινίστρια, προασπίστρια των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, σύντροφος της δολοφονημένης Μαριέλε Φράνκο και νεοεκλεγείσα βουλευτίνα, η Πετρόνε επικεντρώνει «στη σημασία να είναι τα σώματά μας και η ατζέντα μας εκεί. Βρίσκομαι στο Κογκρέσο για να προασπιστώ κυρίως τη δημοκρατία. Φέρνω μια εντολή λαϊκή, μαύρη, φεμινιστική, ΛΟΑΤΚΙ+» λέει, συμπυκνώνοντας τους στόχους αυτού του φεμινιστικού κινήματος.

Η αντίσταση τώρα κλιμακώνεται, προσθέτει, και ήδη οι πρώτες δράσεις οργανώνονται στις γειτονιές, στα εργοστάσια, στα πανεπιστήμια, με πρώτη την πορεία και απεργία των γυναικών στις 8 Μαρτίου.


Μπανγκλαντές: εργάτριες ενάντια σε φτώχεια και εξαθλίωση

Νεαρές κοπέλες δουλεύουν σε εργοστάσιο παραγωγής τούβλων. Πέραν του αβάσταχτου βάρους τους, τα τούβλα είναι και τοξικά. Τα κορίτσια αυτά αμείβονται με λιγότερα από 4 δολάρια τη μέρα. ©AP PHOTO / A.M. AHAD

Στις 24 Νοεμβρίου 2012, 112 εργάτριες έχασαν τη ζωή τους σε πυρκαγιά σε ένα εργοστάσιο υφασμάτων λίγο έξω από την πρωτεύουσα Ντάκα του Μπανγκλαντές. Στις 24 Απριλίου 2013, στην Ντάκα, 1.134 εργαζόμενοι –στην πλειονότητά τους εργάτριες στη βιομηχανία της ένδυσης– θάφτηκαν ζωντανοί κάτω από τα συντρίμμια του οκταώροφου συγκροτήματος εργοστασίων Rana Plaza, το οποίο έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα πιο πολύνεκρα εργατικά δυστυχήματα-εγκλήματα όλων των εποχών.

Το βιομηχανικό δυστύχημα του Rana Plaza έφερε στην επιφάνεια τις άθλιες εργασιακές συνθήκες και τους μισθούς πείνας στη βιομηχανία ένδυσης, μία βιομηχανία η οποία αποτελεί τη ραχοκοκαλιά των εξαγωγών του Μπανγκλαντές, του δεύτερου μεγαλύτερου εξαγωγέα ενδυμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο, με 3,5 εκατομμύρια εργαζόμενους στα σχεδόν πέντε χιλιάδες εργοστάσια της επικράτειάς του, από τους οποίους εργαζόμενους το 85% είναι γυναίκες.

Η πλειοψηφία των εργαζομένων στον κλάδο της ένδυσης κερδίζει λίγο περισσότερο από τον κατώτατο μισθό που καθορίζεται σε 3.000 τάκα τον μήνα (περίπου 29 ευρώ), ποσό το οποίο υπολείπεται κατά πολύ του χαμηλότερου βιώσιμου εισοδήματος, που υπολογίζεται γύρω στα 5.000 τάκα τον μήνα, δηλαδή περίπου 52 ευρώ.

Ο αγώνας των εργατριών στα εργοστάσια ένδυσης για οργάνωση και δημιουργία συνδικάτων βρίσκει σθεναρή αντίσταση από την εργοδοσία, η οποία τιμωρητικά απολύει κόσμο, αλλά και από την κυβέρνηση, η οποία διέλυσε τα συνδικάτα μετά τη διαμαρτυρία εργαζομένων για τον θάνατο ενός συναδέλφου τους, ζητώντας αύξηση μισθών, τον Δεκέμβριο του 2016. Ακολούθησαν διώξεις ηγετών συνδικαλιστών και «λουκέτο» πολλών γραφείων συνδικάτων, σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει το Κέντρο Αλληλεγγύης για τα δικαιώματα των εργατών, το οποίο εδρεύει στις ΗΠΑ.

Πέντε χρόνια μετά το δυστύχημα στο Rana Plaza, οι εργαζόμενες, με πρωτεργάτριες τις Ινδές από την κοινότητα Μπενγκάλι, οργανώνονται δυναμικά και διεκδικούν συλλογικές διαπραγματεύσεις στους χώρους εργασίας.

Τον Απρίλιο του περασμένου έτους, ο αριθμός των εγγεγραμμένων συνδικάτων στο Μπανγκλαντές είχε πενταπλασιαστεί, φτάνοντας τα 500, συγκριτικά με το 2013, σύμφωνα με τα στοιχεία του Κέντρου Αλληλεγγύης. Εκτιμάται μάλιστα ότι οι γυναίκες εκπροσωπούν σχεδόν το 50% της ηγεσίας των συνδικάτων. Εχοντας βιώσει από πρώτο χέρι και συχνά έχοντας πληρώσει ακόμη και με τη ζωή τους τις άθλιες συνθήκες εργασίας των κλωστοϋφαντουργείων-κολαστηρίων της χώρας, διεκδικούν δυναμικά κοινωνική ασφάλιση, πληρωμή υπερωριών, καλύτερες αμοιβές, οκτάωρη εργασία και ανθρώπινους όρους δουλειάς.


Πολωνία: «Δικό μου το σώμα, δική μου η επιλογή»

Σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί η θρησκεία, ο σκληρός καθολικισμός, μια κοινωνία που εξασφάλισε ισχυρή νίκη για το υπερσυντηρητικό, ακροδεξιό κόμμα «Νόμος και Δικαιοσύνη» (PiS) στις εκλογές του 2015, σε αυτή την κοινωνία οι γυναίκες εξεγείρονται και διεκδικούν τα δικαιώματά τους.

Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες το 2016 κατέκλυσαν τους δρόμους των πόλεων της Πολωνίας βροντοφωνάζοντας: «Δικό μου το σώμα. Δική μου η επιλογή», υπερασπιζόμενες τα αναπαραγωγικά τους δικαιώματα, τα οποία προσπαθεί να αλώσει η πολωνική κυβέρνηση.

Μετά την ανάληψη της εξουσίας, το PiS υιοθέτησε νομοθεσία για την κατάργηση της κρατικής επιδότησης της εξωσωματικής γονιμοποίησης, περιόρισε την πρόσβαση στο «χάπι της επόμενης μέρας», ενώ το 2016 κατέβασε σχέδιο νόμου για την πλήρη απαγόρευση των αμβλώσεων, που προέβλεπε ποινές φυλάκισης τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους γιατρούς και το ιατρικό προσωπικό που πραγματοποιούν τέτοιες επεμβάσεις. Τότε, γυναίκες όλων των ηλικιών ξεχύθηκαν στους δρόμους της Βαρσοβίας και άλλων μεγάλων και μικρότερων πόλεων της Πολωνίας, με αποκορύφωμα τη μαζικότατη απεργία της 3ης Οκτωβρίου 2016.

Η «Μαύρη Διαδήλωση», όπως έμεινε να λέγεται λόγω των μαύρων ρούχων που επέλεξαν να φορέσουν οι διαδηλώτριες σε ένδειξη πένθους για τα αναπαραγωγικά τους δικαιώματα, είχε τη στήριξη γυναικών απ’ όλο τον κόσμο, με αναρτήσεις στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Η συμμετοχή ήταν τόσο μαζική και η αντίδραση τόσο έντονη, που αποτράπηκε η υιοθέτηση του νομοσχεδίου.

Τον Μάρτιο του 2018, το πολωνικό Κοινοβούλιο έφερε μία πρόταση σύμφωνα με την οποία προβλέπεται η απαγόρευση των αμβλώσεων λόγω εμβρυϊκών ανωμαλιών. Εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλώτριες συγκεντρώθηκαν ξανά στην πρωτεύουσα και σε άλλες πόλεις φωνάζοντας: «Η γυναίκα είναι ανθρώπινο ον. Οχι επωαστήρας» και «Ελευθερία επιλογής. Οχι τρομοκρατία».

Σημειωτέον ότι ο πολωνικός νόμος για τις αμβλώσεις είναι ένας από τους πλέον δρακόντειους σε ολόκληρη την Ευρώπη, επιτρέποντας την άμβλωση μόνο σε περιπτώσεις που η μητέρα ή το έμβρυο βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο ή σε περιπτώσεις όπου η εγκυμοσύνη είναι αποτέλεσμα βιασμού ή αιμομιξίας.

Ερευνες δείχνουν ότι μεγάλος αριθμός γυναικών θέτουν σε κίνδυνο την υγεία τους, ακόμη και την ίδια τους τη ζωή, καταφεύγοντας στη «μαύρη αγορά», αφού πολλοί είναι οι γιατροί που αρνούνται να προχωρήσουν στην επέμβαση φοβούμενοι τις αυστηρές κυρώσεις.