Τι μπορεί να συμβεί όταν πατήσεις τη σκιά μιας ντίβας, είναι το ερέθισμα για το νέο ογκώδες (480 σελίδες) βιβλίο του Βασίλη Καββαθά «Σκιάς όναρ – Μαρία Κάλλας». Πρόκειται για το τέταρτο κατά σειρά, μετά τα –αναλόγων διαστάσεων– βιβλία του «Ειρήνη» (Παπά), «Μόραλης» (Γιάννης), «Αλίκη» (Βουγιουκλάκη), στο πλαίσιο της σειράς Βιβλιοθήκη-Πινακοθήκη Επιδαύρου – όντας γέννημα και άοκνος ερευνητής τεκταινόμενων στην εν λόγω περιοχή ο ίδιος. Και ιδού πώς περιγράφει το εγχείρημα, που συνοδεύεται (όπως και τα προηγούμενα) από πλούσια εικονογράφηση:
Τι συνέβη
Το 1960, στην πρόβα της «Νόρμας», πέρασα την πύλη του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου με τον αέρα του γιου του δάσκαλου-επιμελητή αρχαιοτήτων. Χωρίς να το συνειδητοποιώ είχα κάνει το φοβερό βήμα: Πάτησα τη σκιά της Μαρίας Κάλλας, η οποία τελούσε εν σιωπή εκείνη τη στιγμή και ξαφνικά εξεμάνη κραυγάζουσα: «Παράσταση κάνουμε εδώ ή κορόιδο;». Σάστισα, γιατί δεν κατάλαβα εξ αρχής τι ακριβώς μου καταλογίζει.
Η απορία μου λύθηκε όταν πάνω στην ώρα εισέβαλε στην ορχήστρα ο Αριστοτέλης Ωνάσης και τη ρώτησε «τι συμβαίνει, Μαρία;». Εκείνη σε οργίλο ύφος τού απάντησε: «Αυτό το παιδί πάτησε τη σκιά μου, Αρίστο!». Χωρίς προ-συνεννόηση εκείνος ανέλαβε, αμισθί, συνήγορος υπεράσπισής μου. Φυσικά τελούσα εν πλήρει συγχύσει αθώος. Στην ουσία η αθώωσή μου προέκυψε όταν εκείνος με ρώτησε πώς με λένε κι εγώ είπα: Βασίλη! Η «ντίβα» έμεινε άφωνη – αγκάλιασε τον Ωνάση και του είπε:
«Βασίλη λέγανε τον μικρό μου αδελφό – αν ζούσε θα ήταν στην ηλικία αυτού του παιδιού…». Η οργή της είχε γίνει αγάπη-αγκαλιά! Και… «Απόψε θα τραγουδήσω για σένα και τον αδελφό μου τον Βασίλη!».
Αποτέλεσμα: Ο Ωνάσης ν’ αναφωνεί: «Την κερδίσαμε τη δίκη» και οι λοιποί συντελεστές της παράστασης να χειροκροτούν!
Ο Γιάννης Τσαρούχης, με την ιδιότητα του ενδυματολόγου που έντυσε την Κάλλας στη «Νόρμα». χαμογέλασε σιβυλλικά και μου είπε: «Την εαυτήν της σκιά φοβούμενη…». Υπαινίχθηκε εν συνεχεία ότι δεν είχε εξοικειωθεί με το νέο σχήμα της, ότι είχε βγει δηλαδή από έναν όγκο λίπους…
Εχοντας κατά νου το όλον ζήτημα ρώτησα κάποια στιγμή τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, (γύριζε τότε το «Μετέωρο βήμα του πελαργού»). Μου απάντησε ότι η ουσία του σεναρίου του ήταν ότι «στα σύνορα αν κάνεις ένα βήμα… βρίσκεσαι αλλού», και συνέχισε μ’ ένα απόσπασμα από τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου: «Αλίμονο στα ανθρώπινα και στην καλοτυχία τους την οποία φτάνει μια σκιά να την αναποδογυρίσει».
Ο Δημ. Χορν κάγχασε: «Η Κάλλας, αγαπητέ, δεν μαλώνει… Σκιαμαχεί με τον θείο εαυτό της. Δεν αντιδικεί μ’ ένα παιδί. Ως θεά πορεύεται και υπερασπίζεται τη σκιά της… Είναι το μοναχικό στοιχείο με το οποίο πορεύεται μια ζωή. Είναι “πλάσμα”-δημιούργημά της! Το βλέπει και το χαίρεται. Είναι το μεγαλοπρεπές ισότοπό της, σ’ έναν χώρο που την ανεβάζει στο ισόθεο “στάτους”. Η ορχήστρα της Επιδαύρου είναι το μεγάλο βάθρο – αν ανέβεις εκεί αγγίζεις τα άστρα!».
Σύνδρομα…
Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ήταν βαθιά προβληματισμένος όταν του ανέφερα τον προβληματισμό μου (σε μια συνάντησή μας στο κοίλον, το 2020): «Μπήκες σε ναρκοπέδιο, κύριε συνάδελφε!». Συνέχισε με μια ανάλυση που ξεκίνησε από τον σκιόφοβο Βουκεφάλα και κατέληξε στη Νέκυια της Οδύσσειας. Μεταξύ των άλλων είπε ότι: «Οι ηθοποιοί, οι καλλιτέχνες διακατέχονται από κάθε λογής σύνδρομα: φοβίες, προκαταλήψεις, μοιρολατρίες – φοβούνται και τη σκιά τους!»… «Οσον αφορά την Κάλλας: Τα συνήθιζε αυτά! Και τον καβγά που ξεκινούσε τον πήγαινε μέχρι τέλους!».
Ο Ευγένιος Σπαθάρης, ο οποίος είχε κάνει μια εξαιρετική εμφάνιση στο θέατρο της Επιδαύρου, μου είχε πει ότι «εδώ οι σκιές αυτονομούνται – ανεβάζουν τη δική τους παράσταση!».
Ο Μάριος Πλωρίτης είχε κλείσει αυτόν τον κύκλο λέγοντάς μου ότι: «Τίποτα δεν είναι πιο θαυμαστό στην ερμηνεία της από τις στιγμές της σιωπής της. (Πάνω σ’ αυτή τη σιωπή πάτησες εσύ!) Ξέρεις τι είναι να είσαι η μεγαλύτερη φωνή του αιώνα και να συνταράζεις το κοινό όχι μόνο με το τραγούδι σου αλλά με την πιο γυμνή υποκριτική, με τη Σιωπή σου!».
Στο πλαίσιο
Χαλαρώνουν τα πανδημικά μέτρα, ο καλόκαιρος όμως δεν εννοεί να στρώσει, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα, με αποτέλεσμα η κλεισούρα να επεκτείνεται και οι επαγγελματίες, που περιμένουν να ξελασπώσουν, να εξακολουθούν να βρίσκονται σε απόγνωση. Αναφέρομαι βέβαια πάντα σ’ αυτούς που δύνανται και όχι στους πολλούς που αγωνιούν, πώς να τα φέρουν βόλτα.
Στα θύματα της καιρικής αστάθειας και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις – τα φεστιβάλ, οι συναυλίες, με τα καλύτερά μας χρόνια (όσα – και αν) να φεύγουν χωρίς θερινά σινεμά. Με την απαντοχή και κάποιας επιδαύριας εξόδου (τουλάχιστον, για τη διαδρομή, για την ατμόσφαιρα). Μια ιδιότυπη, πάντως, γεύση, στο διπλανό κείμενο.
Ματαίως ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ανέμενε στη Βουλή τον πρωθυπουργό –στη θεσμική ώρα του– για να πληροφορηθεί από τον ίδιο για το υπέρογκο χρέος του κυβερνώντος κόμματος. Ο πρωθυπουργός, ωστόσο, βρήκε τον χρόνο να «ανακριθεί» από μικρούς δημοσιογράφους (όλοι πλέον είμαστε δημοσιογράφοι), που κατέγραψαν… τυχαίως διερχόμενα κανάλια.
Ηταν άραγε περισσότερες οι ληστείες (δεν εννοώ τις υφιστάμενες κρατικές) και τα φονικά (που κατά κόρον προβάλλει η συγκάτοικος τηλεόραση) ή πολλαπλασιάστηκαν τώρα, με την παρούσα κυβέρνηση, που εννοεί να επιβάλει το «νόμος και τάξη» μόνο στους «ατίθασους» νέους;
Ας είναι, ωστόσο, καλά οι αθλητές, που μας κάνουν να αισθανόμαστε κομμάτι υπερήφανοι (μολονότι το τένις δεν μπορεί να εννοηθεί λαϊκό άθλημα). Το παλικάρι και η κοπελιά, πάντως, αξίζουν τον θαυμασμό για τα επιτεύγματά τους.
ΚΑΙ… «Χαιρόμουν καθώς έβλεπα το παιδάκι, αλλά πώς να το αγγίξω, που έχουν πλέον ενοχοποιηθεί οι όποιες σχέσεις;».
