ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν δεν ήταν ο «Δράκος», στην ομότιτλη ταινία του Νίκου Κούνδουρου, και κάποιοι παλιότεροι θεατρόφιλοι, που τον θυμούνται στα έργα που πρωταγωνιστούσε, το νεότερο ελληνικό κοινό, που βλέπει τον Ντίνο Ηλιόπουλο σε πολλές από τις επαναλαμβανόμενες τηλεοπτικές κινηματογραφικές προβολές, θα εκτιμούσε ότι ήταν ένας καλός κωμικός. Γεγονός ωστόσο είναι ότι υπήρξε ένας από τους καλύτερους Ελληνες ηθοποιούς – και όχι μόνο ως κωμικός. Και, επιπλέον, ένας άνθρωπος με παιδεία, λεπτό χιούμορ, κομψότητα και ευγένεια. «Με συγχωρείτε, κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ», είχε ζητήσει να γραφτεί στον τάφο του, στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Γεννημένος (το 1913) στην Αλεξάνδρεια από Ελληνες γονείς, από το 1929 οικογενειακώς στη Μασσαλία, απόφοιτος του εκεί Γυμνασίου (εξ ου και η γαλλική παιδεία του) και από το 1935 στην Ελλάδα. Στρατιωτική θητεία, θεατρικές σπουδές σε ιδιωτική σχολή –δεν έγινε δεκτός στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου, επειδή δεν εκτιμήθηκε η απαγγελία του σε ένα ποίημα του Καβάφη.

Από το 1945, ωστόσο, στη θεατρική σκηνή, όπου διέπρεψε, επί 50 και πλέον έτη, σε ένα πλήθος έργων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, δίπλα στους καλύτερους της γενιάς του. Και φυσικά στον κινηματογράφο, όπου έγινε περισσότερο γνωστός και αγαπητός (εκεί, εκτιμώ, κυρίως, για λόγους βιοποριστικούς…). Δύο γάμοι και δύο κόρες (από τον δεύτερο). Εφυγε από τη ζωή πριν από είκοσι χρόνια (4 Ιουνίου 2001), στα 88 του.

Το γέλιο

Γνώρισα τον Ντίνο Ηλιόπουλο σε μια εκτενή συνέντευξη για την «Ελευθεροτυπία» (4 Φεβρουαρίου 1985). Από εκεί και τα αποσπάσματα που ακολουθούν, ξεκινώντας από αυτό που κυρίως υπηρέτησε: το χιούμορ:

«Επειδή ο Ελληνας δεν είναι Σουηδός, που δεν του συμβαίνει τίποτα, έχει συσσωρευμένες πηγές δυστυχίας, κι έχει ανάγκη από γέλιο, γιατί μ’ αυτό βγάζει το άχτι του – έτσι τουλάχιστον πιστεύω εγώ. Το γέλιο είναι κάτι που εκτονώνει, σαν παυσίπονο, μετά ξαναμπαίνεις στο βάσανο…»

Οι θεατρικοί συγγραφείς που προτιμά: «Τον Τσέχοφ, και φυσικά τους θεούς της κωμωδίας, που είναι δυο: Ο Μολιέρος και ο Τσάρλι Τσάπλιν […] Τι να πω όμως για τον Μπρεχτ. Τον Μπρεχτ, που μας δίδαξε καθαρά με τα κείμενά του ότι η διασκέδαση είναι το πρώτο πράγμα και το δίδαγμα αόρατο. Και όποιος το πάρει. Το θέατρο ποιότητας δεν σημαίνει ανία. Γι’ αυτό και τα έργα του είναι μιούζικαλ. Ο θεατής δεν πάει στο θέατρο σα να πηγαίνει στο σχολείο. […] Θεωρούμε ελαφρό τον Νιλ Σάιμον, επειδή κάνει μπουλβάρ, και ξεχνάμε ότι μπουλβάρ-φάρσα έκανε και ο Μολιέρος…»

Κι από Ελληνες συγγραφείς: «Εκείνοι που πήραν τη σκυτάλη από τον Μελά και τον Ξενόπουλο: Σακελλάριος – Γιαννακόπουλος, Τσιφόρος – Βασιλειάδης, Πρετεντέρης, Ψαθάς, Μιχαηλίδης… Κι από νεότερους, Κεχαΐδης, Σκούρτης, Μουρσελάς, Ποντίκας… Παραλείπω όσους δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή…»

Ποια η καλύτερη θεατρική του παράσταση: «Οι “Θεσμοφοριάζουσες” του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού στο Εθνικό Θέατρο».

Και η χειρότερη: «Ο “Κούνελος”, ένα έργο που ανεβάσαμε με τον Φωτόπουλο. Ο κόσμος ήρθε να γελάσει και το βρήκε τρομερά απαισιόδοξο. Κατέβηκε σε δέκα μέρες…»

Στην ΕΠΟΝ

Από πολιτικά: «Ημουνα στον Μαρξισμό, ήμουνα στην ΕΠΟΝ, όμως δεν πήγα ούτε εξορίες, ούτε τίποτα. […] Πέρασα μια ζωή σε φοβίες, με μια Δεξιά που έκρυψε στα αζήτητα την Εθνική Αντίσταση, που θα έπρεπε να είναι η μεγαλύτερη διαφήμιση της νεότερης Ελλάδας…»

Και τώρα: «Δεν μου αρέσει να πω ότι είμαι ανένταχτος, γιατί το λένε όλοι… Θα’ ρθούνε εκλογές, και δεν θα ξέρω τι να ψηφίσω…»

Το χιούμορ του Ηλιόπουλου διασώζεται και σε δυο βιβλιαράκια, που είχε την καλοσύνη να μου προσφέρει. Τίτλος του ενός: «Μισή ώρα με τον…» (1960) – συλλογή από 15 ραδιοφωνικές συνεντεύξεις με ανύπαρκτες προσωπικότητες». Και του άλλου: «Προσδεθείτε…» (1962) – ταξίδια που δεν έγιναν», για λογαριασμό αθηναϊκού περιοδικού («Πολύ παλιά και τετριμμένα για σήμερα. Να τους δώσεις άφεση», γράφει στην ιδιόχειρη αφιέρωση του πρώτου). Ενδεικτικά, δυο στιγμιότυπα:

Από τις συνεντεύξεις: Με τον εκατοχέρη Βούδα: «Δεν πρέπει να σας απασχολούμε από τον πολύτιμο χρόνο σας. Επιτρέψτε μου να σας αποχαιρετήσω». «Ευχαρίστως θα σας έσφιγγα το χέρι, αλλά θα ξενυχτούσαμε. Λοιπόν, γεια σας, και θα είμαι στη διάθεσή σας για ό,τι περνάει απ’ τα χέρια μου!».

Και από το «Προσδεθείτε»: «Ενας Ανατολίτης στο χαρέμι του: “Βρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση να σας αναγγείλω ότι χωρίζουμε, γιατί ερωτεύτηκα ένα άλλο χαρέμι. Θα μείνουμε 26 καλοί φίλοι!”»

Στο πλαίσιο

Χαλαρώνουν τα αντι-κορονοϊκά μέτρα, αλλά προφανώς αυτό δεν σημαίνει ότι το κακό ξεκουμπίστηκε. Οπότε υπομονή, αλλά πόσο και ώς πότε; Εν τω μεταξύ κάποια μαγαζιά άνοιξαν – όχι τα περισσότερα, με τους σκεπτόμενους επιχειρηματίες και τους εργαζόμενους σε απόγνωση. Ο πρωθυπουργός, πάντως, δηλώνει μονίμως αισιόδοξος. Αν κάτι δεν πήγε καλά (το δήλωσε και στο Ζάππειο, για τα 40 χρόνια της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ώστε να ξέρουν και οι εταίροι τι γίνεται σ’ αυτόν τον τόπο) φταίνε οι άλλοι, που κατέλαβαν (ευτυχώς παρενθετικά) την εξουσία, το ιδιοκτησιακό-οικογενειακό τους (από… παράδοση) κράτος…

Δεν πάνε να διαμαρτύρονται –ειδικοί και μη– για την τσιμεντόστρωση της Ακρόπολης και την παραχώρησή της για φωτογράφιση σε γαλλικό οίκο μόδας. Θα διαφημιστεί, λένε, διεθνώς το μνημείο, οπότε θα έρθουν περισσότεροι ξένοι – λες και περιμένουν τα μοντέλα Dior να το μάθουν. Ελπίζεται, τουλάχιστον, με τον θόρυβο που έχει προκληθεί, να μην τεμαχιστούν και απομακρυνθούν οι αρχαιότητες της Θεσσαλονίκης, γιατί είναι βέβαιο πως πάνε για μπάζα.

Εν τω μεταξύ, η εγκληματικότητα καλά κρατεί, με καθημερινά φονικά και ληστείες – και ασύλληπτους δράστες. Η πρώτη εκδοχή: Πρόκειται για «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» μεταξύ άγριων συμμοριών (που δρουν ανενόχλητες) – πράγμα που αποτελεί ισχυρό άλλοθι για την αδυναμία (ή απροθυμία) της αστυνομίας να τις αντιμετωπίσει. Η δεύτερη: Το κυνήγι των «απείθαρχων» νέων (εκεί η αστυνομία δείχνει πραγματικό ζήλο) και η αστυνομική προστασία κάποιων προσώπων που κινδυνεύουν, ή ισχυρίζονται ότι κινδυνεύουν – οπότε άντε να φτουρήσει, για τους πραγματικά απροστάτευτους, το νεοδημοκρατικό δόγμα «νόμος και τάξη».

ΚΑΙ… Χαρές με τους (εξ ανατολών) γείτονες…