ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Το κοινό, κομπλεξαρισμένο, σπρώχνεται στην παραλογοτεχνία, στα μπεστ σέλερ και, προπάντων, στο λαϊκό τηλεοπτικό συσσίτιο, θρίλερ, σαπουνόπερα, σίριαλ της δεκάρας», έλεγε στη συνέντευξη του 1997 ο Δημήτρης Ραυτόπουλος (αποσπάσματα είχα μεταφέρει στο φύλλο του περασμένου Σαββάτου). Και τα πράγματα μάλλον έχουν χειροτερέψει από τότε, καθώς τα κυρίαρχα ΜΜΕ πέρασαν εν τω μεταξύ στα χέρια επιχειρηματιών.

«Ολόκληρη εκπομπή σού αφιέρωσα και δεν με πήρες να μου πεις πώς σου φάνηκε», παραπονιόταν ραδιοφωνικός παρουσιαστής σε καλλιτέχνη. «Πότε και πού έγινε;», ρώτησε – και του αναφέρθηκε κάποιος σταθμός. Κάποιος από τους περίπου 950 ραδιοφωνικούς και 150 τηλεοπτικούς που υπάρχουν (σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, στα οποία έχω αναφερθεί και στο παρελθόν) «καθ’ άπασα την επικράτεια». Συν τα διάφορα ιντερνετικά, διαδικτυακά, φέισμπουκ κ.ά. και θα δείτε πόσο… πλούσιοι (και) σε μέσα είμαστε.

Ηταν μια εποχή, όχι και τόσο πίσω μας, που παίρναμε εφημερίδες (κυρίως κυριακάτικες), όχι βέβαια για τις «προσφορές» τους, αλλά για το γραφτό κάποιων έγκυρων υπογραφών. Ηταν, εννοώ, τότε που τους αναγνωρίζαμε από τα κείμενα και όχι από το πρόσωπό τους…

Δεν ήταν βέβαια καλύτερη η εποχή όπου ραδιόφωνο και (λίγο αργότερα) τηλεόραση ήταν κρατικά. Εξ ου και το αίτημα να σταματήσει αυτό το απαράδεκτο μονοπώλιο. Που κάποτε σταμάτησε (με ανύπαρκτους ή ασαφείς, δυστυχώς, όρους), και βλέπουμε το αποτέλεσμα… Από την άποψη αυτή, χρήσιμη κατά τα πάντα η συζήτηση που οργάνωσε η ΕΣΗΕΑ για τη δεοντολογία, τα φέικ νιουζ και τα λοιπά δεινά που ταλανίζουν τα ΜΜΕ.

Ουμπέρτο Εκο

Παραστατικός ο αγαπητός και στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, Ιταλός συγγραφέας Ουμπέρτο Εκο (1932-2000), ο οποίος γράφει, μεταξύ άλλων, σε κείμενό του «Εξηγώντας στην κόρη μου την τηλεόραση» (μεταγράφω μικρό μέρος από μετάφραση του συνάδελφου Θανάση Γιαλκέτση – «Εφημερίδα των Συντακτών», 17.11.2018):

«Πριν από οκτώ ή εννιά χρόνια, όταν η κόρη μου άρχισε να βλέπει τον κόσμο από το παράθυρο μιας τηλεοπτικής οθόνης (οθόνης που στην Ιταλία ορίστηκε σαν “ένα ανοιχτό παράθυρο σε έναν κλειστό κόσμο”), την είδα να παρακολουθεί με θρησκευτική ευλάβεια μια διαφήμιση, η οποία, αν θυμάμαι καλά, υποστήριζε ότι ένα προϊόν ήταν το καλύτερο στον κόσμο, ικανό να ικανοποιεί κάθε ανάγκη.

»Θορυβημένος στο εκπαιδευτικό μέτωπο, προσπάθησα να της μάθω ότι δεν ήταν αλήθεια και, για να απλοποιήσω τα επιχειρήματά μου, την πληροφόρησα ότι οι διαφημίσεις συνήθως ψεύδονται. Κατάλαβε ότι δεν πρέπει να εμπιστεύεται την τηλεόραση (στον βαθμό που για οιδιπόδειους λόγους έκανε το παν για να εμπιστεύεται εμένα). Μέρες αργότερα, έβλεπε στις ειδήσεις, που την πληροφορούσαν για το γεγονός ότι δεν θα ήταν συνετό οι οδηγοί να κατευθυνθούν προς τους αυτοκινητόδρομους του Βορρά εξαιτίας του χιονιού (μια πληροφορία που ικανοποιούσε τις βαθύτερες επιθυμίες μου, δεδομένου ότι προσπαθούσα απεγνωσμένα να μείνω στο σπίτι για το Σαββατοκύριακο).

»Οταν το επιβεβαίωσα, με κατακεραύνωσε με ένα καχύποπτο βλέμμα, ρωτώντας πώς εμπιστευόμουν την τηλεόραση, αφού πριν από δύο μέρες τής είχα πει ότι έλεγε ψέματα. Υποχρεώθηκα να αρχίσω μια πολύ περίπλοκη πραγματεία περί επαγωγικής λογικής, περί κανόνα των φυσικών γλωσσών και θεωρίας των ειδών, με σκοπό να την πείσω ότι άλλοτε η τηλεόραση ψεύδεται και άλλοτε λέει την αλήθεια»…

Ενας Διογένης…

Εκανα κι ελόγου μου τηλεόραση (παράλληλα με την έντυπη) ως ρεπόρτερ. Ηταν λίγο μετά τη Μεταπολίτευση, στην εκπομπή «Παρασκήνιο», μια πρωτότυπη εξωτερική παραγωγή στην τότε –δημόσια ακόμα– τηλεόραση. Και αυτό επειδή οι δημιουργοί της (η εταιρεία cinetic, του Λάκη Παπαστάθη, του Τάκη Χατζόπουλου και οι συνεργάτες) αναζητούσαν θέματα έξω από τα στούντιο, δίνοντας την ευκαιρία σε σκηνοθέτες, κυρίως νέους, να δοκιμαστούν. Μια θαυμάσια, με δυο λόγια, δημιουργική εμπειρία, που άντεξε για δεκαετίες.

Και ήταν μια μέρα που κάναμε γύρισμα, κάπου προς το τέλος της οδού Αιόλου, με θέμα τα παλιά λαϊκά καφενεία, με σκηνοθέτη τον Λάκη Παπαστάθη. Οπου βλέπουμε έναν τύπο ν’ απολαμβάνει ήσυχος το καφεδάκι και το τσιγαράκι του. «Δεν του λες να πάει λίγο πιο κει, που έχει ήλιο, για να τον πάρει καλύτερα ο φακός;», λέει ο σκηνοθέτης. Τον πλησιάζω, του το λέω – και η απάντησή του: «Δεν γαμιέσαι κι εσύ και η τηλεόρασή σου!».

Στο πλαίσιο

Δεν είναι ότι επρόκειτο για στέκι διακινητών ναρκωτικών ή των αποκαλούμενων μπαχαλάκηδων ο λόγος που έκανε τις νεοδημοκρατικές αστυνομικές αρχές να ορμήσουν στο υπό κατάληψη κτίριο της πάλαι ποτέ εφημερίδας «Εμπρός». Επρόκειτο για στέκι καλλιτεχνών (που κι αυτοί έχουν τραβήξει των παθών τους με την πανδημία), οι οποίοι στο πρόσφατο παρελθόν έστησαν σημαντικές παραστάσεις. Και τσιμέντωσαν, οι εν λόγω «αρχές», την είσοδο… ξανακαταλαμβάνοντας, υποτίθεται, το κτίριο. Οπότε ξεσηκώθηκαν καλλιτέχνες και, με τη συμπαράσταση περιοίκων, ξέφραξαν την είσοδο. Εν τω μεταξύ τα πραγματικά κακοποιά οργιάζουν…

Είναι ωστόσο και ο δήμαρχος Αθηναίων, ο οποίος δήλωσε ότι θα ζητήσει από την Εταιρεία Ακινήτων του Δημοσίου, στην οποία ανήκει το κτίριο, να παραχωρηθεί στον Δήμο Αθηναίων κι εκείνος να το αξιοποιήσει κατά το… μοντέλο του Θεάτρου Λυκαβηττού. Επειδή δεν είμαι στο τρέχον ρεπορτάζ, αναμένω τη συνέχεια, η οποία, πάντως, πρέπει να είναι υπέρ των καλλιτεχνών.

Στην ποιότητα του στοχασμού και της γραφής αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, στο τηλεοπτικό «Μονόγραμμα» που του αφιερώθηκε την περασμένη Δευτέρα στην ΕΡΤ 2. Και στο γεγονός ότι η δημοκρατία είναι ό,τι καλύτερο έχει σκεφτεί ο άνθρωπος. Και αναφέρομαι ξανά στον Ραυτόπουλο, καθώς το περασμένο Σάββατο, συνέπεσα με το «Μονόγραμμα». Μου δίνεται, πάντως, η ευκαιρία να ξαναπώ ότι είναι από τις ελάχιστες τηλεοπτικές ανάσες – και χαρά στον Γιώργο Σγουράκη και τον γιο του Στέλιο (σκηνοθέτη του «Μονογράμματος» για τον Ραυτόπουλο), οι οποίοι παρά τις αντιξοότητες και την οδυνηρή απώλεια της Ηρώς Σγουράκη, που συμπλήρωνε τη δημιουργική αυτή οικογενειακή παραγωγή, την αντέχουν.

ΚΑΙ… Διαφημίσεις…