ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πάνε 33 χρόνια από τότε (1988) που είχα πάρει συνέντευξη από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο και 24 από μια δεύτερη (1997) – αμφότερες για την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» (και θα γίνει στη συνέχεια κατανοητό γιατί).

Να θυμίσω, για τους νεότερους, ότι ο Δημήτρης Ραυτόπουλος υπήρξε προδικτατορικά οξυδερκής κριτικός λογοτεχνίας στην «Αυγή» και στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (της οποίας ήταν από τα ιδρυτικά μέλη). Και αργότερα, μετά την πτώση της χούντας, επιφυλλιδογράφος σε διάφορα έντυπα. Εξόριστος για την ιδεολογία του στη Μακρόνησο (1947–1952) και αυτοεξόριστος στη Γαλλία στα χρόνια της δικτατορίας του 1967. Αλλά και τιμημένος για το έργο του (το μεγαλύτερο μέρος του και σε βιβλία), με πλήθος βραβείων, με κορυφαίο, το 2013, το κρατικό Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων, για το σύνολο της προσφοράς του. (Και ας προσθέσω ότι ο Δημήτρης Ραυτόπουλος -γεννημένος το 1924, στον Πειραιά- διανύει αισίως το 97ο έτος του).

Για τον Αλεξάνδρου

Βασικός λόγος για τη συνέντευξη του 1988 ήταν το βιβλίο του «Αρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος» (εκδ. Σοκόλη), το ογκωδέστερο σε περιεχόμενο (416 σελίδες), που αναφέρεται στον βίο και το έργο του μοναδικού αυτού ποιητή, μεταφραστή, αγωνιστή και συγγραφέα του πολυδιαβασμένου «Κιβώτιου», που αφορά τον «εξόριστο», όχι μόνο από τους ιδεολογικούς του αντιπάλους, αλλά και από τους συντρόφους του. Δεν πρόκειται για απλή βιογραφία, αλλά για μελέτη του έργου ενός σπουδαίου διανοητή και μάρτυρα και παράλληλα για την ανατομία μιας εποχής, που σημάδεψε ανεξίτηλα αυτό τον τόπο.

Και η απάντηση, στην πρώτη συνέντευξη (27 Νοεμβρίου 1988) με τον Ραυτόπουλο, στο ερώτημα, γιατί έπαψε να κάνει κριτική βιβλίου:

«Κατ’ αρχήν εγώ είμαι κριτικός μιας εποχής […] Μέσα σ’ αυτό το κλίμα άρχισα να κάνω κριτική που είχε τρεις στόχους από άποψη ιδεολογική και αισθητική: α) Την αμφισβήτηση του μονοπωλίου της γενιάς του ’30. β) Το χτύπημα της πολιτικής λογοτεχνίας που συκοφαντούσε την Αντίσταση από εμπάθεια και αντικομμουνισμό. Και γ) Την αντίθεση σε μια κομματική λογοτεχνία και στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, που είχε σαν θεωρία».

Και τρεις απαντήσεις του στη δεύτερη συνέντευξη (16 Μαρτίου1997). Η πρώτη, σχετικά με τα πράγματα (τότε…) στον τόπο μας:

«Είναι το τρομερό “Τώρα τι λες” του ποιητή [Μανόλη Αναγνωστάκη]. Δυστυχώς, τα μεγάλα λάθη του παρελθόντος δεν θέλουμε να τα επανορθώσουμε, όσο γίνεται, όταν δεν τα αναπαράγουμε κιόλας. Δεν θα πω ότι φταίει μόνο η σημερινή πολιτική, αλλά έχει επικρατήσει στην Ελλάδα μια πολιτική παιδεία και μια πολιτική συνείδηση στρεβλή (με μεγάλη συνυπευθυνότητα πάσης Αριστεράς). Ολοι τα περιμένουν όλα από τους άλλους. Να πληρώσουν οι άλλοι, να πάρουμε εμείς […]»

Της ευκολίας

Η δεύτερη, για την πληθώρα των εκδόσεων:

«Η πληθωρική λογοτεχνική παραγωγή δεν έφερε ακόμη τα έργα, πολύ λιγότερο το έργο – σταθμό ή, τέλος πάντων, μια ανώτερη ποιότητα γραφής. Μιλάω ειδικότερα για τα τελευταία χρόνια, για τους νέους, για τους δόκιμους. Δεν λέω ότι και τώρα δεν υπάρχουν ενδιαφέροντα φανερώματα, αλλά γενικά η ποσότητα δεν παρακολουθεί την ποιότητα. Σημειώνω μόνο ένα συντελεστή: την ευκολία. Η κοινωνία της κουλτούρας προβάλλει τη γυαλάδα της, τίποτα δεν περιορίζει τίποτα, αλλά και τίποτα δεν τονώνει την επιθυμία, την παράβαση, τη σπατάλη, το ανάλωμα δηλαδή. Με όλα αυτά όμως, το κοινό, κομπλεξαρισμένο, σπρώχνεται στην παραλογοτεχνία, στα μπεστ σέλερ και προ πάντων στο λαϊκό τηλεοπτικό συσσίτιο, θρίλερ, σαπουνόπερα, φάρσα της δεκάρας. Σ’ αυτά τα είδη έχει αφεθεί το μονοπώλιο της αφήγησης, η περιπέτεια, το πάθος, ο ανθρώπινος χαρακτήρας, η ηθογραφία, η κοινωνιογραφία. Για να μην παρεξηγηθώ σπεύδω να προσθέσω ότι θεωρώ λ.χ. τον “Οδυσσέα” του Τζόις ηθογραφία και ηθογράφημα».

Και η τρίτη, επιγραμματικά, για το στίγμα της εποχής μας;

«Αυτά που είπα ώς εδώ δείχνουν και το στίγμα της εποχής μας, όπως το βλέπω. Μεγάλη, πολυτάραχη, εκρηκτική εποχή, επικίνδυνη, με επιταχύνσεις που φέρνουν πανικό με πολλά υποκατάστατα της αληθινής ζωής, ερζάτς, βαρβιτουρικά. Με κυριαρχία της εικόνας και υποχώρηση του λόγου. Ο λόγος πρέπει να διεκδικήσει τα δικαιώματά του και να βρει τον εαυτό του»…

Στο πλαίσιο

 Και ολίγα τινά από τα κυκλοφορούντα βιβλία, το σύνολο των οποίων αδυνατεί να καλύψει η παρούσα σελίδα (υπάρχουν αρμοδιότερες):

 Από τα μέσα του 19ου αιώνα η στρατιωτική ζωή έγινε πολλές φορές αντικείμενο έμπνευσης δικών μας και ξένων συγγραφέων. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της Ελενας Χουζούρη «Η στρατιωτική ζωή στη Νεοελληνική Λογοτεχνία 19ος -21ος αιώνας» (εκδ. Επίκεντρο), όπου επιχειρείται μια περιδιάβαση στις λογοτεχνικές στρατιωτικές σελίδες κατά την εν λόγω περίοδο. Καταξιωμένη συγγραφέας και δημοσιογράφος, η Χουζούρη, έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, δοκίμια, μελέτες και μυθιστορήματα. «Σκοτεινός Βαρδάρης» και ο τίτλος του βιβλίου της σε νέα έκδοση (Πατάκη) – βαλκανική μυθιστορία έρωτα και απώλειας.

 «Από τον Ομηρο στην Τεχνητή Νοημοσύνη – Ο δικός μου ΑΙΩΝ», του Δημήτρη Μαυροειδόπουλου, στις 350 σελίδες του οποίου ο συγγραφέας δημιουργεί συνοπτικές ενότητες από την ελληνική μυθολογία, την ιστορία και τη λαογραφία. Με αφηγήσεις των μεγαλύτερων, την ιστορία της γενέτειράς του, τα παιδικά του χρόνια (Ψάρι Ηραίας – Αρκαδία), ένα διαχρονικό αφιέρωμα στην Αθήνα και στα πολιτικά γεγονότα της εποχής του.

 Κι ένα μυθιστόρημα για την οικειότητα, τη βία και τη συγχώρεση μεταξύ φίλων σε μια πανεπιστημιούπολη των Μεσοδυτικών Πολιτειών της Αμερικής, από μια ηλεκτρισμένη, όπως χαρακτηρίζεται, νέα λογοτεχνική φωνή. Τίτλος «Αληθινή φωνή» (εκδ. Κάκτος – ιδρυτής ο αείμνηστος Οδυσσέας Χατζόπουλος) και συγγραφέας ο μαύρος Μπράντον Τέιλορ, με σπουδές στη βιοχημεία και στη δημιουργική γραφή. Μια νουβέλα που θέτει το ερώτημα αν είναι δυνατό «να διαπεράσουμε τις προσωπικές πληγές μας και με ποιο κόστος».

ΚΑΙ… Κάποτε λέγαμε να χαλαρώσουμε στο σπίτι μας ξαπλώνοντας – τώρα, να χαλαρώσουμε βγαίνοντας…