Ελαχε να συναντήσω τον Αλέξανδρο Παναγούλη δυο φορές –μια τυπική γνωριμία– στο σπίτι κοινής φίλης, σε μια ολιγομελή παρέα, λίγο μετά την πτώση της δικτατορίας. Μαζί του και η Οριάνα Φαλάτσι – αμφότεροι σε πελάγη ευφορίας. Η δεύτερη φορά, άκρως αντίθετη – με τον Παναγούλη στο κοιμητήριο, έπειτα από ένα «παράλογο» τροχαίο, που έκοψε το νήμα της ζωής στα 37 του, αυτόν που είχε υποστεί τα πάνδεινα από τη χούντα και είχε επιβιώσει. Ηταν 1η Μαΐου 1976, ημέρα Σάββατο, όπως κι εφέτος – πριν από 45 χρόνια…
Το επόμενο πρωινό (2 Μαΐου), ένα τηλεφώνημα από την εφημερίδα στο σπίτι μου (έκανα τότε, για μικρό διάστημα, δικαστικό ρεπορτάζ), για να βρεθώ, έπειτα από λίγο, στο σπιτικό της οικογένειας Παναγούλη στη Γλυφάδα. Στον χρόνο που παρέμεινα εκεί, υπήρχε η βεβαιότητα ότι ο Αλέξανδρος είχε δολοφονηθεί. «Τον φάγανε…» έλεγε και ξανάλεγε με σπαραγμό η κυρία Αθηνά, η μητέρα του, που έχανε τον δεύτερο γιο της στους χουντικούς καιρούς. Ο πρώτος, ο Γιώργος, αξιωματικός του πεζικού, ο οποίος είχε εναντιωθεί στη χούντα, είχε δολοφονηθεί κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες χωρίς να βρεθεί ποτέ. Ο πατέρας Βασίλειος, αξιωματικός του πεζικού κι αυτός, είχε ήδη φύγει από τη ζωή. Ο μόνος γιος που απόμενε ήταν ο Στάθης – αντιχουντικός και διωκόμενος κι αυτός (μεταπολιτευτικά βουλευτής, όπως και ο Αλέξανδρος).
Η Φαλάτσι
Ο Αλέξανδρος υπήρξε, όπως είναι γνωστό, και ο άνθρωπος της Οριάνας Φαλάτσι, της φημισμένης Ιταλίδας δημοσιογράφου. Η οποία δεν τον είδε μόνο ως έναν ήρωα, αλλά τον θαύμασε και τον ερωτεύτηκε ως άντρα. Προηγήθηκε μια εκτενής συνέντευξη που του πήρε για το ιταλικό περιοδικό L’Europeo. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο της «Συνάντηση με την ιστορία» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πάπυρος, 1976, σε μετάφραση Ερης Χανδρή) αντάμα με 17 άλλες σημαντικές διεθνείς προσωπικότητες – του Παναγούλη είναι η τελευταία.
Οπου εκεί στο τέλος της προαναφερόμενης συνέντευξης, η Φαλάτσι του έκανε την ερώτηση: «Αλέκο, τι θα πει να είσαι άντρας;» Και η απάντηση: «Θα πει να έχεις κουράγιο, αξιοπρέπεια. Θα πει να πιστεύεις στην ανθρωπιά. Θα πει ν’ αγαπάς, χωρίς να επιτρέπεις στην αγάπη να σου γίνεται άγκυρα. Θα πει να αγωνίζεσαι και να νικάς. Είναι λίγο-πολύ αυτό που λέει ο Κίπλινγκ σ’ εκείνο το ποίημα που έχει τον τίτλο “Αν”». «Κι εσύ ποιον θεωρείς άντρα;» τη ρωτάει ο Παναγούλης. «Θα έλεγα πως άντρας είσαι εσύ, Αλέκο», του απαντάει.
«Ενας άντρας» είναι και ο τίτλος τού -494 σελίδων- βιβλίου (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Εξάντας, 1980, σε μετάφραση Τασούλας Καραϊσκάκη), που αφιέρωσε η Φαλάτσι στον Παναγούλη. Ενα βιβλίο θαυμασμού και λατρείας, όπως καταφαίνεται και από την αφιέρωση: «Σε σένα». Η Οριάνα Φαλάτσι, γεννημένη στη Φλωρεντία, έφυγε από τη ζωή, χτυπημένη από καρκίνο, στις 15 Σεπτεμβρίου 2006, στα 77 της – 30 χρόνια και κάτι μετά την απώλεια του Παναγούλη.
Ο ποιητής
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης ωστόσο δεν ήταν μόνο ένας δρων δημοκράτης-αγωνιστής, ήταν και ποιητής, ο οποίος έβρισκε τρόπους, και στην πιο ακραία απομόνωση, όχι μόνο να γράφει, αλλά και να διοχετεύει τα ποιήματά του, ακόμα και στο εξωτερικό. Τα πρώτα του, με τίτλο «Ποιήματα», κυκλοφόρησαν το 1970 από τις εκδόσεις «8.1/2» του Βασίλη Βασιλικού. Εκεί περιλαμβάνονται και τρία που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, μαζί με ένα δικό του, αφιερωμένο στον Αλέξανδρο, που κυκλοφόρησε σε δίσκο (πάντα στο εξωτερικό), με τον γενικό τίτλο «Τραγούδια του αγώνα». «Θέλω να νικήσω αφού δεν μπορώ να νικηθώ», επιλέγει προλογίζοντας ο Βασιλικός – συνεχίζει: «Σ’ αυτό το “δεν μπορώ να νικηθώ” συνοψίζεται όλη η τραγική μοίρα του. Είχε ζητήσει να τον εκτελέσουν κι εκείνοι δεν τόλμησαν. Θέλησαν τη δικτατορία τους τυπικά αναίμακτη. Προτίμησαν να τον καταδικάσουν σε αργό θάνατο. Μα ούτε και κάτω απ’ τις άθλιες συνθήκες της απομόνωσης “μπόρεσε να νικηθεί”. Απόδειξη είναι τα ποιήματα αυτά, κραυγές εμπιστοσύνης στον Ανθρωπο και στον Αγώνα».
Δύο χρόνια αργότερα, κυκλοφόρησε, επίσης από τις εκδόσεις 8.1/2, μια νέα συλλογή ποιημάτων του Παναγούλη που, όπως αναφέρεται, «έφτασαν παράνομα μέσα από τη φυλακή», με τον τίτλο «Η Μπογιά», όπου και το ξέσπασμα: «…τους τυράννους τους μισώ πολύ». Τον ίδιο χρόνο (1972) τα ποιήματα κυκλοφόρησαν και στην Ιταλία. «Τη λογοτεχνία, που ήταν γι’ αυτόν καθαρά ρητορική, μεταμορφώνουν τα βασανιστήρια σε γνήσια λογοτεχνία», επισημαίνει ο Πιερ Πάολο Παζολίνι που προλογίζει.
Στο πλαίσιο
Oπως αναφέρω παραδίπλα, είδα τον Αλέξανδρο Παναγούλη δύο φορές. Υπάρχει όμως και μια τρίτη. Ηταν στη δίκη των κατηγορούμενων χουντικών βασανιστών αξιωματικών (Αύγουστος 1975, στρατόπεδο Ρουφ), που παρακολούθησα για λογαριασμό της εφημερίδας (αλλά και από προσωπικό ενδιαφέρον). Οπου ο Παναγούλης κατέθετε ως μάρτυρας κατηγορίας, εισπράττοντας –ναι!– τα… εγκώμια των κατηγορουμένων: «Ολοι τους είναι ψεύτες! Ο μόνος που έκανε αντίσταση ήταν ο Παναγούλης – παλικάρι!» έλεγαν.
Ηταν κι ένας κατηγορούμενος αξιωματικός που ισχυριζόταν ότι δεν ήταν αυτοί που βασάνιζαν τον Παναγούλη, αλλά αυτός! «Του πηγαίναμε φαγητό και μας το πετούσε στη μούρη! Δεν τολμούσαμε να τον αγγίξουμε και μας ριχνόταν! Δεν φαντάζεστε τι τραβούσαμε!» Γι’ αυτό τον είχανε, φαίνεται, συνέχεια δεμένο, και σε απομόνωση… «Κατηγορούμαι ότι χειροδίκησα», συνέχισε. «Χειροδίκησα – τρόπος του λέγειν… Και να εξηγήσω πώς έγινε…»
Και εξήγησε: «Είχα μάθει ότι ο Παναγούλης είχε πρόβλημα με αιμορροΐδες, και πήγα μια ημέρα στο κελί του, σαν πατέρας, και του είπα πως είχα κι εγώ το ίδιο πρόβλημα όταν ήμουν στη Μέση Ανατολή. Κι ήταν εκεί ένας μαύρος που με συμβούλευσε να βρέχω το σημείο αυτό με κρύο νερό – και θ’ ανακουφίζομαι… Και τι μου λέει τότε, κύριε Πρόεδρε, ο Παναγούλης; “Καλά, πώς έγινε και πιάσατε κουβέντα με τον αράπη για τον κώλο σου;” Εκεί έχασα για λίγο την ψυχραιμία μου…». Ξεροί στα γέλια οι άλλοι βασανιστές (οι οποίοι τελικά καταδικάστηκαν με μικρές σχετικά ποινές): «Βρε τον άτιμο!»
ΚΑΙ… Αντε, Καλή Ανάσταση – και σύντομα με τους άλλους δικούς μας…
